Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Παντελής Μπουκάλας, «Το αίμα της αγάπης / Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση [Πιάνω γραφή να γράψω- Δοκίμια για το Δημοτικό τραγούδι -2]», εκδ. Άγρα, 2017

‘

`

**********************************************************

`

«Εμορφα που ʼνʼ τα μάτια σου κι έμορφα που κοιτάζουν,/ απʼ ένα μίλι κι από δυο τον άνθρωπον εσφάζουν»
`
*
«Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο / να πολεμούν τα μάτια,/ δίχως μαχαίρια και σπαθιά/ να γένονται κομμάτια;».
`
*
Και τα μήλα σου και τʼ αθη/ μʼ έβαλαν σε πλήσια πάθη,/ τα κλωνάρια του δεντρού σου/ να ʼκρουγαν του ποθητού σου,/ να ʼσωνα εις τον αθό σου,/ όντε κάμνεις τον καρπό σου,/ ως για να ʼπιανα τα μήλα/ με πολλά κλαδιά και φύλλα».

`
*
Ο έρωτας είναι φωτιά,/ τʼ ανθρώπου τρελαμάρα,/ του Χάρου παραδέρματα, της πιστολιάς λαχτάρα”».
`
**********************************************************
ΑΦΘΟΝΟ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟ ρέει το αίμα στην επικράτεια του έρωτα, όπως τη γεωγραφεί η δημοτική ποίηση, από τις παραλογές έως τα καθαυτό ερωτολογικά τραγούδια, εκτενή ή δίστιχα. Της αγάπης τα αίματα, στη μεταφορική ή την κυριολεκτική τους χρήση, λειτουργούν σαν απόλυτο τεκμήριο της ψυχικής συγκίνησης, σαν ακράδαντο πειστήριο της πίστης και της αφιέρωσης. Και σαν αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ερωτικού πάθους, και των παθημάτων που αναπόφευκτα συνεπάγεται.
Ένα κόκκινο ποτάμι διασχίζει την επικράτεια της αγάπης, και με τη ροή του υπηρετεί τον μέγα στόχο: Να γίνει νόημα το αίμα. Να ειπωθούν καθαρά και να ακουστούν δίχως παρερμηνείες ιστορίες κορυφωμένων αισθημάτων, ακόμα και καταστροφικών ή αυτοκαταστροφικών.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιάννης Πάσχος, Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο, Περισπωμένη,2017 (γράφει η Νεκταρία Ζαγοριανάκου)

«Ο Δήμος εμφανίστηκε στη γειτονιά από το άγνωστο. Από το πουθενά».

Ο Δήμος με το πέρασμα του χρόνου θα ξεχάσει όχι μόνο το όνομά του αλλά και το ποιός ακριβώς είναι. Θα ακούει και θα απαντά σε πολλά ονόματα. Θα καθιερωθεί ως Δον Ντομίνγκο. Θα αναλάβει ρόλους ποικιλόμορφους, πολύπλοκους. Προφυλαγμένος κάτω από την ταμπέλα του εκκεντρικού, κυκλοφορεί κι οπλοφορεί με αλήθειες. Λίγο πριν εξαφανιστεί θα χαρίσει γενναιόδωρα στους συνανθρώπους του είκοσι μια ιστορίες. Παράξενες, μαγικές, αστείες, αληθινές.

«Φτιαγμένος είσαι, βυθέ από τη σάρκα μου.
Αισιόδοξος είσαι, βυθέ,
Μόνο το φως μπορείς να περιμένεις»

Ο ευρηματικός Γιάννης Πάσχος από τις πρώτες αράδες του βιβλίου στήνει το πλαίσιο. Γράφει μένοντας μετέωρος ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Γνωρίζει καλά το βυθό, τον έχει μελετήσει χρόνια καθώς και όλα τα ζωντανά που κινούνται στις σκιές, στην επιφάνεια, σε ρηχά κι αχαρτογράφητα νερά. Έχει παρακολουθήσει την εξέλιξη κυνηγών και θηραμάτων. Γνωρίζει καλά τα παράσιτα, τα έχει μελετήσει από γεννησιμιού τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Σπύρος Αραβανής, «Το ποτάμι»


`
Μετά τη δουλειά συνήθιζε να κάνει ένα μεγάλο περίπατο σε μικρούς δρόμους προτού επιστρέψει στο σπίτι. Ίσως γιατί έτσι πίστευε ότι πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να συναντήσει μικρές ιστορίες ανθρώπων που πάντα τον γοήτευαν; Όχι, βέβαια. Δεν ήταν αυτό. Στους μεγάλους δρόμους οι άνθρωποι μεγεθύνονται στη συνθήκη της ανωνυμίας. Σαν τις συναυλίες που ο καθένας είναι λίγο ή πολύ παράφωνος, όμως όλοι μαζί βγάζουν έναν μελωδικό τραγούδισμα, έτσι αυτό το μωσαϊκό ψυχών που λέγεται πόλη, αποκτά ένα συμπαγές σώμα που φαντάζει καλλίγραμμο. Και εκεί κρύβεται η μαγεία της κάθε ιστορίας, να ψάχνεις να βρεις τις ατέλειές του. Και τότε το κάθε μέλος του σώματος όσο προσπαθεί να παραμείνει άδηλο τόσο αποκαλύπτεται. Βλέπεις δεκάδες μάτια να διασταυρώνονται με τα δικά σου και μπορείς να διακρίνεις πολύ γρήγορα τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά. Και φυσικά δεν έχει καμία σημασία αν πέφτεις μέσα, αν μάντεψες σωστά. Σημασία έχει το πώς ε σ ύ τις φαντάστηκες με τα λίγα υλικά που είχες στα χέρια σου χωρίς να σε παρασύρουν όλες εκείνες οι αποπροσανατολιστικές λεπτομέρειες, τα ρούχα, το βάδισμα, το δέρμα κ.τλ. που εύκολα μπορούν να σε οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Ιδίως το βλέμμα των άλλων προς τους ανθρώπους που ακτινογραφείς. Ή αλλιώς αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη». Έκανε, λοιπόν, περίπατο σε στενά σοκάκια ακριβώς για να μη βαραίνει το νου του εξετάζοντας τις λεπτομέρειες των αγαλμάτων που θα συναντούσε.
`
Εκείνο το απόγευμα όμως αποφάσισε να πάει από το ποτάμι. Υπήρχε ένα μικρό ποτάμι στο κέντρο της πόλης, το πλέον πολυσύχναστο μέρος. Οι άνθρωποι φημίζονται ότι μόλις δουν μια φυσική ομορφιά τρέχουν να την οικειοποιηθούν ενώ θα έπρεπε να την επισκέπτονται όσο το δυνατόν πιο αραιά αφήνοντας τις αναμνήσεις τους να ενεργοποιήσουν αυτό που αποκαλείται «συναίσθημα». Εκείνο όμως το απόγευμα το ποτάμι τον καλούσε όπως έναν θανατοποινίτη το τελευταίο σάλπισμα πριν την εκτέλεσή του. Παρόλο που είχε δει το ποτάμι αρκετές φορές και ακόμα περισσότερες το είχε φανταστεί, δεν ήξερε ούτε καν να περιγράψει τα νερά του. Τέτοιες λεπτομέρειες είναι πολύτιμες για νατουραλιστές ζωγράφους ή ποιητές που ξύνουν συνεχώς το μολύβι τους. Όταν όμως είσαι ερωτευμένος ή γνήσιος οδοιπόρος δεν σε ενδιαφέρει το τοπίο που αντικρίζεις, αλλά αυτό το αιώνιο που σου παρέχει η φευγαλέα παρατήρησή του χωρίς τις εξωτερικές φιοριτούρες. Πήγε, λοιπόν, προς τα εκεί αποδεχόμενος το προσκλητήριο. Στάθηκε στη πεζογέφυρα και έσκυψε προς το μέρος του.

-«Πρόσεξε, έχεις γείρει πολύ» ακούστηκε μια φωνή δίπλα του.
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε δίπλα του. Ήταν μια κοπέλα από αυτές που δεν βρίσκουν θέση στα ερωτικά ρομάντζα. Χοντρούλα, κάπως κοντή με μαλλιά πιασμένα και ένα πρόσωπο συνηθισμένο όσο τα χέρια των πολιτικών όταν ανταλλάσσουν χειραψίες με τους ψηφοφόρους τους μετά την εκλογή τους.
– «Φοβάσαι μη πέσω μέσα;» της απάντησε.
– «Όχι, απλώς η ομορφιά χρειάζεται απόσταση για να σου ξεδιπλώσει όλες τις χάρες της και εσύ είσαι πολύ κοντά στο ποτάμι» του είπε.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέφανος Τακτικός, Τέσσερα πεζά

Το σώμα του κειμένου

Δύο συζητούν προχωρώντας. Ο ένας λέει: «Η ιδέα της ισότητας της γαλλικής επανάστασης και των Ροβεσπιέρων δεν διαφέρει απʼ την αντίληψη που ʽχαν πάντα όλοι οι ληστές απʼ την εποχή του Προκρούστη – κι ελπίζω να μην πέσουμε πάνω του εδώ που τριγυρίζουμε• μόνο που εκείνος προτιμούσε να κονταίνει τα πόδια στη κλίνη του ενώ οι άλλοι στην δική τους ευρεσιτεχνία έκοβαν τα κεφάλια. Και για να μείνουμε στη μυθολογία, και προπαντός στις χίμαιρες, αν έκοβαν το κεφάλι της Σφίγγας κι εκείνο του Μινώταυρου κι ύστερα ένωναν το κεφάλι της πρώτης με το σώμα του δεύτερου, θα ʽχαν έναν ολόκληρο άνθρωπο, δεν νομίζεις; Όμως αυτό θα ʽταν η ιδέα του Ανθρώπου, δηλαδή από μια τέτοια συρραφή, ακόμα ένα τέρας, που ʽναι αυτό του Φράνκενστάιν». Ο άλλος τότε λέει: «Μου φαίνεται πως χωρίζεται κι είναι κάπως ασύνδετο και κομμένο στη μέση αυτό το κείμενο. – Έχεις δίκιο, λέει ο πρώτος, αλλά εμείς το ενώνουμε διατρέχοντάς το, εννοώ περπατώντας μέσα του, δηλαδή ο άνθρωπος (κι είμαστε δύο από ʽμας) ενώνει τα πράγματα στην προοπτική τη δική του ως όλον. Το κείμενο δεν μας περιέχει, αλλά εμείς το περιέχουμε». Τότε στρίβουν σε μια γωνία του λαβυρίνθου κι εξαφανίζονται στο λευκό χαρτί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ο Πιερότος», περ. «Μπουκέτο», 1929.

`

Είμαστε καθισμένοι στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Ήταν η ώρα που αρχίζει και βραδιάζει — ώρα τρυφερή των αναμνήσεων.

Είχα καιρό να πάω να τη δω. Κι ένιωθα ένα είδος τύψεως γιʼ αυτή μου την αμέλεια, επειδή ήξερα πως μʼ αγαπούσε εξαιρετικά, και πως ευχαριστείτο πραγματικά στη συντροφιά μου — αν κι εγώ δεν ήμουν απέναντί της, παρά ένα παιδί κάπως υπερβολικά ζωηρό, που αποτελούσε μια φανταχτερή αντίθεση με τη γεροντική της σοβαρότητα, με τη λεπτήν αξιοπρέπεια των τρόπων της, με το επίσημο και τυπικό της φέρσιμο. Μια ερωτική περιπέτεια, που βάσταξε δεν ξέρω πόσους μήνες, με είχε απομακρύνει. Για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, δικαιολογίες δε χωρούσαν. Της είπα, ωστόσο, αρκετά ψέματα: ένα μικρό ταξίδι στην Ευρώπη, κάποιες ασχολίες ιδιαίτερες, έπειτα μιαν αρρώστια ξαφνική…

Με κοίταζε χαμογελώντας, με το λεπτό ειρωνικό εκείνο βλέμμα, το γεμάτο καλοσύνη κι επιείκεια, των ανθρώπων που μας αγαπούν, και που προσπαθούν να μας πιστέψουν. Κι έτσι στα τελευταία, αναγκάστηκα να της φανερώσω την αλήθεια. Της διηγήθηκα όλη μου την ιστορία, απʼ την αρχή ως το τέλος. Δεν παρέλειψα παρά μια μικρή λεπτομέρεια, που ήταν ολόκληρη εις βάρος μου, και που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να της μειώσει κάπως την εκτίμησή της προς εμένα. Με άκουσε χωρίς διακοπή.

Έπειτα άλλαξα κουβέντα. Της είπα νέα που δεν ήξερε, μερικά κοινωνικά μικροσκανδαλάκια, που τη διασκέδαζαν πολύ.

Εκείνη, όμως, τώρα, δε μιλούσε. Είχε τα μάτια γυρισμένα στο παράθυρο, και κοίταζε τον ουρανό, με τα χλωμά, τα λυπημένα χρώματα. Ο ήλιος ήταν τώρα δίχως φως, ακουμπισμένος σʼ ένα κυπαρίσσι, σα μια μεγάλη σφαίρα πεθαμένη.

Έπειτα γύρισε τα μάτια, και με κοίταξε. Μου φάνηκε πως ήθελε κάτι να πει, και δίσταζε. Έπειτα πάλι κοίταξε τη μελαγχολικήν εικόνα του παραθυριού.

Έξαφνα με ρώτησε:

— Και γιατρευτήκατε τελείως απʼ το αίσθημα;…

Της είπα: ναι, χωρίς περιστροφές.

Διαβάστε περισσότερα