Το σώμα του κειμένου

Δύο συζητούν προχωρώντας. Ο ένας λέει: «Η ιδέα της ισότητας της γαλλικής επανάστασης και των Ροβεσπιέρων δεν διαφέρει απʼ την αντίληψη που ʽχαν πάντα όλοι οι ληστές απʼ την εποχή του Προκρούστη – κι ελπίζω να μην πέσουμε πάνω του εδώ που τριγυρίζουμε• μόνο που εκείνος προτιμούσε να κονταίνει τα πόδια στη κλίνη του ενώ οι άλλοι στην δική τους ευρεσιτεχνία έκοβαν τα κεφάλια. Και για να μείνουμε στη μυθολογία, και προπαντός στις χίμαιρες, αν έκοβαν το κεφάλι της Σφίγγας κι εκείνο του Μινώταυρου κι ύστερα ένωναν το κεφάλι της πρώτης με το σώμα του δεύτερου, θα ʽχαν έναν ολόκληρο άνθρωπο, δεν νομίζεις; Όμως αυτό θα ʽταν η ιδέα του Ανθρώπου, δηλαδή από μια τέτοια συρραφή, ακόμα ένα τέρας, που ʽναι αυτό του Φράνκενστάιν». Ο άλλος τότε λέει: «Μου φαίνεται πως χωρίζεται κι είναι κάπως ασύνδετο και κομμένο στη μέση αυτό το κείμενο. – Έχεις δίκιο, λέει ο πρώτος, αλλά εμείς το ενώνουμε διατρέχοντάς το, εννοώ περπατώντας μέσα του, δηλαδή ο άνθρωπος (κι είμαστε δύο από ʽμας) ενώνει τα πράγματα στην προοπτική τη δική του ως όλον. Το κείμενο δεν μας περιέχει, αλλά εμείς το περιέχουμε». Τότε στρίβουν σε μια γωνία του λαβυρίνθου κι εξαφανίζονται στο λευκό χαρτί.

Μυθιστορηματικό τέλος

Ένας συγγραφέας εμφυσάει πνοή στο έργο του, και η ικανοποίηση την οποίαν αντλεί από ʽναν τέτοιον συγγραφικό άθλο είναι σαν νʼ αντεπεξέρχεται στις προκλήσεις της πραγματικής ζωής. Ύστερα οι πανύψηλες ατακτοποίητες στοίβες με τα βιβλία ολόγυρα στο δωμάτιο με πάταγο υποχωρούν, και, πράγματι, ανάμεσα στο σωρό εντοπίζει ίχνη ζωής, κάτι να σαλεύει, που ʽναι ο ίδιος άγνωστος στον οποίο δεν είχε δώσει καθόλου σημασία πριν όταν ήρθε και δεν σήκωσε καν απʼ το γραπτό του το κεφάλι του, καταπλακωμένος (σαν να ʽπεσε, ανύποπτος, σε κάποια παγίδα), αλλά ζωντανός ακόμα. Όμως, καθώς ψυχορραγεί, είναι το τέλος για τον ήρωα που ʽχε βγει, ζωντανεύοντας, κατʼ ευθείαν απʼ τις σελίδες του βιβλίου, τʼ οποίο κλείνει απότομα, σαν από ʽνα χέρι μπροστά στα μάτια ενός αδιάκριτου.

Έτοιμο σε 1ʼ

Ένα αβγό κυλάει στον πάγκο της κουζίνας. Νομίζει ότι δεν κοιτάνε και δεν θα το δουν, όμως είναι το ίδιο που ʽναι κλεισμένο στο κέλυφός του (αυτή ακριβώς είναι και η θέση του, που ίσως δεν ξέρει όντας μέσα στʼ αβγό). Τελικά έτσι μόνο καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή του, και κανείς πιάνει αυτό ανάμεσα στʼ άλλα, που πρώτο καταλήγει στο τηγάνι, προτού μάθει πως έχει ήδη προ πολλού χάσει στην πορεία της εξέλιξης την πτητική του ικανότητα. Τότε τα υπόλοιπα από αλληλεγγύη εκσφενδονίζονται στο κεφάλι του συγγραφέα, ο οποίος ακολούθησε την ίδια συνταγή ανοίγοντας τον Τσελεμεντέ.

Η λάμια

Η λάμια, μια φορά κάθε τόσο, πιάνει την σκούπα της κι αρχίζει να σαρώνει το παλάτι της, που δεν είναι παρά οφθαλμαπάτη: όλες του τις αμέτρητες κάμαρες, την αχανή σάλα και τους δαιδαλώδεις διαδρόμους. Μʼ αυτό, το σύννεφο της σκόνης σηκώνεται και δείχνει την αφηνιασμένη της διάθεση, όπως ο κουρνιαχτός που φαίνεται απʼ απόσταση μαρτυρά τον καλπασμό ενός αλόγου. Δηλαδή όλο αυτό καταλήγει να είναι μάταιο, γιατί η σκόνη σηκώνεται, και πάλι μετά από λίγο κατακάθεται, και δεν αποσκοπεί σε κάτι άλλο παρά μόνο στο να δείχνει τη ματαιότητα ακριβώς της υπόθεσης, όπως ένα σήμα καπνού, με το να προειδοποιεί έτσι για τις διαθέσεις της λάμιας όποιον τύχει να περνάει, ήδη από μακριά. Όμως αυτό δεν το αντιλαμβάνεται η ίδια, εξ αιτίας της περιορισμένης ορατότητας που έχει μέσα απʼ το σύννεφο, και περνάει άλλωστε κάπως την ώρα της περιμένοντας για κάποιον επισκέπτη να ʽρθει, ενώ η σκόνη, που σκορπίζει κι αφήνει το ίδιο πάντα υπόλειμμα, κάνει να φαίνεται σαν καθόλου χρόνος να μην έχει περάσει, η ίδια να ʽναι πανέτοιμη, και όλες οι αίθουσες και τα πολυτελή έπιπλα που τις κοσμούν να μοιάζουν εντελώς ανέγγιχτα από άνθρωπο. Τελικά αυτός είναι κι ο τρόπος για να διασκεδάζει τη μοναξιά που υπάρχει ολόγυρά της, γιατί η σκόνη, καθώς πετά γύρω της κοροϊδευτικά, μοιάζει να έχει ζωή δική της, και ζωντανεύει κάπως και τη λάμια μπαίνοντας μέσα στο στόμα και τη μύτη της, θυμώνοντας την και κάνοντας τη να μανιάζει, νʼ αγωνίζεται και να φυσά και να ξεφυσά, ώστε δίνει έτσι πνοή σʼ αυτή τη μόνη πραγματική ύλη που υπάρχει τριγύρω με τη ζωηρή φαντασία της, με την οποία, όταν στο τέλος ιδρώνει κι έρχεται η σκόνη και κολλάει πάνω της, φαντάζεται ένα μακρινό ταξίδι κι ότι είναι η ίδια ο ταξιδιώτης που, να ʽτος, καταφθάνει σκονισμένος στον έρημο χωμάτινο δρόμο απʼ έξω, στη μέση του πουθενά, ήδη καλπάζοντας πάνω στη σκούπα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Κέρκυρα, όπου και ζω, το 1983. Κείμενά μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά («Μανδραγόρας», «Πλανόδιον – Ιστορίες μπονζάι», «Πόρφυρας», «Το παράθυρο» κ.α.).