Παντελής Καλιότσος, «Πασχαλινή ιστορία»
7Απρ
`
Ακριβώς ένα μήνα πριν απʼ το Πάσχα, ο κυρ Διονυσάκης απόχτησε ένα αρνί. Αυτό έγινε κυριολεχτικά στην τύχη.
Μια μέρα, δηλαδή, ο Τάκης ο Μπίμπας, ο φίλος του ο κουρέας και άσπονδος αντίπαλός του στο τάβλι, έβγαλε αυτό τʼ αρνί στον κλήρο για ένα χιλιάρικο. Είδε κι έπαθε να τον πείσει.
Από το Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, έργο οκτάχρονου παιδιού
— Βρε, άσε με κάτω, χριστιανέ μου, έλεγε ο κυρ Διονυσάκης. Πρώτο και κύριο, εγώ είμαι άτυχος άνθρωπος.
— Έλα δω. Βάλε το δεκαεφτά και, αν δε σου πέσει, να μου πεις «φτου σου, ρε Μπίμπα!».
— Πρώτο και κύριο, τι να το κάνω εγώ ένα ολόκληρο πρόβατο;
— Αστειεύεσαι; Το Πάσχα έρχεται. Έχεις παιδιά, οικογένεια. Μʼ ένα αρνί έντεκα κιλά θα τρως μια βδομάδα κρέας.
— Άκου δω, φίλε μου, είπε τότε σοβαρά ο κυρ Διονυσάκης. Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι σε ζωντανό.
O κουρέας γέλασε την ώρα που τσέπωνε το χιλιάρικο.
— Ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τόνε βγάλαμε! Άσε να σου πέσει πρώτα, και το σφάξιμο τʼ αναλαμβάνω εγώ.
Και σκύβοντας πάνω στον κατάλογό του καταχώρισε φωναχτά: «Νούμερο 17, Διονυσάκης Γκολφινόπουλος. Άντε, καλή τύχη».
Και τα ʼφερε έτσι ο Θεός.
Διαβάστε περισσότερα














