
`
Μετά τη δουλειά συνήθιζε να κάνει ένα μεγάλο περίπατο σε μικρούς δρόμους προτού επιστρέψει στο σπίτι. Ίσως γιατί έτσι πίστευε ότι πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες να συναντήσει μικρές ιστορίες ανθρώπων που πάντα τον γοήτευαν; Όχι, βέβαια. Δεν ήταν αυτό. Στους μεγάλους δρόμους οι άνθρωποι μεγεθύνονται στη συνθήκη της ανωνυμίας. Σαν τις συναυλίες που ο καθένας είναι λίγο ή πολύ παράφωνος, όμως όλοι μαζί βγάζουν έναν μελωδικό τραγούδισμα, έτσι αυτό το μωσαϊκό ψυχών που λέγεται πόλη, αποκτά ένα συμπαγές σώμα που φαντάζει καλλίγραμμο. Και εκεί κρύβεται η μαγεία της κάθε ιστορίας, να ψάχνεις να βρεις τις ατέλειές του. Και τότε το κάθε μέλος του σώματος όσο προσπαθεί να παραμείνει άδηλο τόσο αποκαλύπτεται. Βλέπεις δεκάδες μάτια να διασταυρώνονται με τα δικά σου και μπορείς να διακρίνεις πολύ γρήγορα τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά. Και φυσικά δεν έχει καμία σημασία αν πέφτεις μέσα, αν μάντεψες σωστά. Σημασία έχει το πώς ε σ ύ τις φαντάστηκες με τα λίγα υλικά που είχες στα χέρια σου χωρίς να σε παρασύρουν όλες εκείνες οι αποπροσανατολιστικές λεπτομέρειες, τα ρούχα, το βάδισμα, το δέρμα κ.τλ. που εύκολα μπορούν να σε οδηγήσουν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Ιδίως το βλέμμα των άλλων προς τους ανθρώπους που ακτινογραφείς. Ή αλλιώς αυτό που αποκαλούμε «κοινή γνώμη». Έκανε, λοιπόν, περίπατο σε στενά σοκάκια ακριβώς για να μη βαραίνει το νου του εξετάζοντας τις λεπτομέρειες των αγαλμάτων που θα συναντούσε.
`
Εκείνο το απόγευμα όμως αποφάσισε να πάει από το ποτάμι. Υπήρχε ένα μικρό ποτάμι στο κέντρο της πόλης, το πλέον πολυσύχναστο μέρος. Οι άνθρωποι φημίζονται ότι μόλις δουν μια φυσική ομορφιά τρέχουν να την οικειοποιηθούν ενώ θα έπρεπε να την επισκέπτονται όσο το δυνατόν πιο αραιά αφήνοντας τις αναμνήσεις τους να ενεργοποιήσουν αυτό που αποκαλείται «συναίσθημα». Εκείνο όμως το απόγευμα το ποτάμι τον καλούσε όπως έναν θανατοποινίτη το τελευταίο σάλπισμα πριν την εκτέλεσή του. Παρόλο που είχε δει το ποτάμι αρκετές φορές και ακόμα περισσότερες το είχε φανταστεί, δεν ήξερε ούτε καν να περιγράψει τα νερά του. Τέτοιες λεπτομέρειες είναι πολύτιμες για νατουραλιστές ζωγράφους ή ποιητές που ξύνουν συνεχώς το μολύβι τους. Όταν όμως είσαι ερωτευμένος ή γνήσιος οδοιπόρος δεν σε ενδιαφέρει το τοπίο που αντικρίζεις, αλλά αυτό το αιώνιο που σου παρέχει η φευγαλέα παρατήρησή του χωρίς τις εξωτερικές φιοριτούρες. Πήγε, λοιπόν, προς τα εκεί αποδεχόμενος το προσκλητήριο. Στάθηκε στη πεζογέφυρα και έσκυψε προς το μέρος του.
-«Πρόσεξε, έχεις γείρει πολύ» ακούστηκε μια φωνή δίπλα του.
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε δίπλα του. Ήταν μια κοπέλα από αυτές που δεν βρίσκουν θέση στα ερωτικά ρομάντζα. Χοντρούλα, κάπως κοντή με μαλλιά πιασμένα και ένα πρόσωπο συνηθισμένο όσο τα χέρια των πολιτικών όταν ανταλλάσσουν χειραψίες με τους ψηφοφόρους τους μετά την εκλογή τους.
– «Φοβάσαι μη πέσω μέσα;» της απάντησε.
– «Όχι, απλώς η ομορφιά χρειάζεται απόσταση για να σου ξεδιπλώσει όλες τις χάρες της και εσύ είσαι πολύ κοντά στο ποτάμι» του είπε.
`
Παραξενεύτηκε. Η τελευταία φορά που άκουσε μια πολύ έξυπνη απάντηση ήταν πριν από αρκετούς μήνες, όταν ρωτώντας την ανιψιά του, ένα τρίχρονο κοριτσάκι, σε ποιο σημείο βρίσκεται η καρδιά της, εκείνη τού έδειξε με το δάχτυλο στο κεφάλι της, στο μέρος του μυαλού, λέγοντας με απόλυτη σοβαρότητα: «εδώ». Η απάντηση της κοπέλας θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή ενός κεραυνοβόλου έρωτα από την πλευρά του. Του αρκούσε μόνο αυτή η φράση για να αρχίσει αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι που μοιάζει με ρώσικη ρουλέτα και που μόνο οι αφελείς ή οι αστρολόγοι νομίζουν ότι πρόκειται για δυο κούνιες σε ένα πάρκο. Συγκρατήθηκε όμως. Δεν θα μπορούσε να είναι η πρωταγωνίστρια μιας ιστορίας με τέτοια εμφάνιση. Θα ξεσηκώνονταν όλοι οι μυθιστοριογράφοι εναντίον του.
– «Σε ευχαριστώ, θα το έχω υπόψη μου» αρκέστηκε να της πει, όμως εκείνη ήδη είχε αρχίσει να αποχωρεί από το σημείο.
Και έτσι συνέχισε να ατενίζει το ποτάμι κοιτώντας το αυτή τη φορά από πιο ψηλά. «Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές» θυμήθηκε τότε τον Ηράκλειτο και μονολόγησε «Πόσω μάλλον να το κοιτάξει με τον ίδιο τρόπο αφού κάθε φορά που επιστρέφουμε κάπου είμαστε ένας άλλος». Η απάντηση της κοπέλας τού είχε ανοίξει τη διάθεση για φιλοσοφικό ρεμβασμό. Τι καλά τελικά θα ήταν αν έμενε λίγο περισσότερο και αυτή εκεί. Ίσως να ξεκίναγαν ένα λεκτικό γαϊτανάκι πού ένας θεός ξέρει πού θα κατέληγε. Ίσως πάλι να μάθαινε περισσότερα για την ίδια παρά για τη σκέψη της και το αποτέλεσμα θα ήταν να χαθεί και η στιγμή και το ποτάμι. Αυτή, λοιπόν, τη φορά δεν θέλησε να σκεφτεί ποια είναι η ανθρώπινη ιστορία της. Έμεινε μόνο στο τι θα μπορούσανε να έλεγαν δυο άγνωστοι μπροστά σε ένα άγνωστο ποτάμι. Τα υπόλοιπα πιθανόν να ήταν γνωστά. Στην εποχή μας άλλωστε έχουν τόσο πολύ δημοσιευτεί οι ζωές των ανθρώπων που η έκπληξη μοιάζει με τη χήρα του χωριού που όλοι γνωρίζουν πολύ καλά πού ακριβώς βρίσκεται το σπίτι της.
`
Ξαφνικά αισθάνθηκε την ανάγκη να βγάλει τα ρούχα του και να βουτήξει μέσα. Να αφεθεί στα νερά του και να κυλήσει όπως το χρήμα στις φλέβες των εμπόρων. Να ταξιδέψει μέχρι τις εκβολές του χωρίς να κινήσει καθόλου το σώμα. Να τον βλέπουν οι άνθρωποι σαν μια σχεδία που την παρέσυρε η ορμή του ταξιδιού προς το πουθενά. Ή το παντού. Απλώς να πηγαίνει.
– «Μήπως ξέρετε πού είναι η οδός Μανδαρίνου;».
Ένας άνδρας, γύρω στα σαράντα, κουστουμαρισμένος, κρατώντας μια μεγάλη τσάντα, απευθύνθηκε βιαστικά προς το μέρος του επιβεβαιώνοντας για ακόμα μια φορά πως η ζωή είναι πιο μπροστά από το όνειρο. Κι αυτός που λίγα δευτερόλεπτα πριν βρισκόταν ξαπλωμένος στη μέση ενός ποταμού αδιαφορώντας για το πού πηγαίνει, -σε μια μάλλον σπάνια στιγμή διαφυγής από το σώμα του- στέκεται τώρα όρθιος και δίνεις σαφείς οδηγίες πορείας.
– «Στο δεύτερο δρόμο που θα συναντήσετε θα στρίψετε αριστερά. Έπειτα από τρία στενά, θα στρίψετε και πάλι αριστερά και στο τέλος του δρόμου στο δεξί σας χέρι είναι η οδός που ψάχνετε».
– «Σας ευχαριστώ πολύ» του απάντησε ο άνδρας και κίνησε να φύγει.
– «Να σας κάνω και εγώ μιαν ερώτηση;»
– «Παρακαλώ».
– «Μήπως γνωρίζετε πού εκβάλλει αυτό το ποτάμι;»
Ο άντρας τον κοίταξε παραξενεμένος. Έμεινε σκεφτικός για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα κούνησε το κεφάλι του με τον τρόπο που δηλώνει άγνοια σαν αδιαφορία και αδιαφορία σαν άγνοια.
– «Σας ευχαριστώ πολύ» του απάντησε και ο άνδρας έφυγε χωρίς να πει καμία λέξη.
`
Στις μέρες μας ελάχιστα είναι τα πράγματα που μπορούν να περηφανεύονται πως διαθέτουν εγγενή ανοσία. Ένα από αυτά είναι και η άγνοια. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία της γης» είναι μια φράση που αντιπροσωπεύει κατά πολύ αυτό που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως σύγχρονο τρόπο ζωής. Και φυσικά δεν μιλάμε για την άγνοια της πληροφορίας ή της ενημέρωσης, αλλά για εκείνο τον εσωτερικό μηχανισμό -καλλιεργημένο ασφαλώς από εξωτερικούς παράγοντες όπως είναι η επίσημη μόρφωση- που εξωβελίζει κάθε τι που μπορεί να καλλιεργήσει βλαβερά συναισθήματα όπως αγωνία, ευαισθησία και φόβο. Ο κουστουμαρισμένος άνδρας δεν ήταν πώς δεν γνώριζε την απάντηση για το ποτάμι. Εκατομμύρια στην πόλη δεν τη ξέρουν. Ήταν πως δεν ήθελε να τη γνωρίζει. Κυρίως όμως πως δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του ότι θα μπορούσε κάποιος να του απευθύνει αυτή την ερώτηση. Το ποτάμι για αυτόν ήταν ένα από τα δεκάδες σημεία της πόλης. Απλώς αυτό έτυχε να είναι υδάτινο. Και να μην υπήρχε, δεν θα τον ένοιαζε. Και να το επιχωμάτωναν, σε λίγο καιρό θα είχε ξεχάσει το παρελθόν του. Πού και πού μια αναζήτηση στα φωτογραφικά αρχεία στον υπολογιστή του, θα του υπενθύμιζε ότι κάποτε υπήρξε. Όπως και αυτός.









