Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Τρία ποιήματα

ΛΙΑΣ Ο ΑΝΤΙΛΕΞΙΣΤΗΣ Η’ ΛΕΤΡΙΣΤΗΣ

23.03.2021

Ηλίας πλάγιος στήνει ξωκλήσι στ’ όρος
Δίνει ποίηση στα σύννεφα Λέξη κ’ Πλέξη
Θαυμάζει ο κόσμος Τον Βράχο Νου κορώνει
Να χώσει θέλει τ’ αναστημένο του παπούτσι
Μανουάλι Άμμου το μυαλό ενός τρελού
ίδιος καιρός -χαραυγή ή λυκαυγές αδιάφορο
Σαλεύει το σύνορο Δημιουργίας-Καταστροφής,
Στρόβιλος ανήφορος εξασφαλίζει θεαματική πτώση
Συννεφιάζει στα Πετράλωνα κι η β’ βουλή αναιρεί τη
μοναρχία λόγου για τον κοινοβουλευτισμό των στιγμών
Αν ο Ηλίας λαγαρίσει έτσι την πείνα του πνεύματος
Θα γεμίσει ο όγκος του σώματος ανάγκες τα θέλω
Θα κατέβει τρανό χτικιό στα σπίτια της Κυνοσούρας
Θα ζητήσει απ’ τους ενενήντα δύο κατοίκους-σκυλιά
Κάτουρο νερό το αίμα να γαβγίζει: Δέλτα τα Έψιλον
Ιδού, η αλφάβητος: Κάνει Γάμμα στο αλογάκι-σκάκι
Ο Ηλίας, κάποτε, από κίονας-κέρβερος λέξεων αλλάζει
Υπερίωνας με καρφωμένες σύριγγες για φωτοστέφανο
Φωτίζει την κοινοπολιτεία ποιητών με λετρισμό τ’Ιζού
Άναρθρες φωνές άφωνοι ψάλτες καλούν τις σειρήνες
Ο Πλάγιος δεμένος στο κατάρτι του σταυρού ορθόφωνα
Ταξιδεύει στα νέφη μιας ουρανοθάλασσας με αστερίες
Εκεί, βλέπει τις μαύρες γοργόνες με τις χελιδονίσιες ουρές
Νομίζει ότι ήρθε η Άνοιξη και παραμελεί, Παρά τον μύθο, Ένεκα
Οφθαλμαπάτης, να βουλώσει αυτό το μάτι κι αυτί του Ποιητή…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Εφικτή αθώωση»

A Boy with Sailboats, Henri Martin

 

 

Στο καρνάγιο της ψυχής,

έξυνε τη σκουριά της λαμαρίνας,

ύστερα έριχνε καθαρό νερό, με τον κουβά,

το τραβούσε από το πηγάδι της αυλής,

μαζί με τη σκόνη της σκουριάς,

ξέπλενε και τα πιο οδυνηρά κεφάλαια της ζωής του.

Στα φανερά, μια γυναίκα,

σύντροφος γερασμένη,να στέκεται με αυταπάρνηση,

να επιμένει, αγνά αισθήματα,

τού ’φτιαχνε καφέ, τού γέμιζε το ποτήρι κρύο νερό,

τα χάπια, στο γυάλινο πιατάκι.

Όταν το άγγιζε, και μαζί του τις άκριες των δαχτύλων της,

χτένιζε μεμιάς την αλισάχνη στα βλέφαρα,

εφικτή αθώωση στα δάκρυα,

θυμόταν πως σ’ αυτό το ίδιο,

κάποτε τού σέρβιρε γλυκό του κουταλιού.

Στα κρυφά, οι ανεπίτρεπτες επιθυμίες,

αναμνήσεις που έπαιρναν να ξεθωριάζουν,

όλες σε βαμμένα πρόσωπα, αυτά των λιμανιών,

να ζούσαν άραγε; ή μόνο στη σκέψη του…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Μουτσινάς, Τρία ποιήματα

Αποδιοπομπαίο εγχείρημα

 

Προτού φορτώσεις τα λαθεμένα σου

στην Ειμαρμένη,

δες το στρείδι

που έφτασε τον κόκκο του

μαργαριτάρι

 

*

Αντενδείξεις

Προπάντων τ’ όνειρο·

 

Αν το καταχραστείς,

θα είναι λες και ζήσαμε

 

 

 

“Hellisempty,

And all the devils are here.”

William Shakespeare, TheTempest: 1.2.252-253

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Λέντζος, Τρία ποιήματα

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Με λένε Μιχάλη Πρωτοψάλτη
και ζω στα Κύθηρα
εδώ ήταν το ταξείδι μου
είμαι ιδιοκτήτης
γερανοφόρου φορτηγού
με αυτό βγάζω το ψωμί μου
έχω κουβαλήσει
τόσα υλικά οικοδομών
σε όλο το νησί
σε οικοδομές με άδεια
και λαθραίες
τι σημασία έχει
να μπει ο κόσμος
σε ένα δικό του σπίτι
παίρνω χαρά
απ τη δουλειά μου
τα υλικά μου έχουν ψυχή
ο ασβέστης η άμμος
μέχρι και τα σίδερα
προχτές
στις έξι του Οκτώβρη
γύρισα κουρασμένος
όπως πάντα
δεν είχα όρεξη
έβαλα ένα ποτήρι κρασί
έβγαλα τα παπούτσια μου
όλη την ημέρα στη δουλειά
κουράζονται τα πόδια
η θάλασσα απόψε
σκύλα γεννημένη
ο θεός να φυλάει
όσους είναι απόψε
στο έλεος της
είπα
και ξάπλωσα
να δω τις ειδήσεις
σε λίγο
ήρθαν φωνές απ τη θάλασσα
πολλές φωνές
ας μην καταλάβαινα τι φώναζαν
ένιωσα ότι ήθελαν βοήθεια
εκεί είναι τα βράχια ψηλά
και κοφτερά
αθέρα
τινάχτηκα
βγήκα
πήρα τον γερανό
και πήγα στη θάλασσα
σύριζα
άναψα τα φώτα
και είδα ένα τσούρμο
από ανθρώπους
πάνω σε ένα βράχο
με τα χέρια ψηλά
να ζητούν βοήθεια
τα κύματα ήταν άγρια
θανατικά
αμέσως κρέμασα στο γάντζο
το σάκο από την άμμο
κι άρχισα να ανεβάζω
δυο δυο
τους ναυαγούς
τους ναυαγισμενους
ποτέ δε είχα δουλέψει
τόσο δυνατά
το γερανό
έλεγα μέσα μου
θεέ μου λίγο ακόμη
βγήκαν απ τη κόλαση
ογδόντα ψυχές
οι άλλοι δεν μπόρεσαν
τους πήρε το κύμα
γυναίκες άντρες παιδιά
ακούμπησα κουρασμένος
στο φορτηγό
η μηχανή δούλευε ακόμη
σαν μάνα που προσεύχεται
έκλαψα
κι έκανα το σταυρό μου
η θάλασσα ούρλιαζε
από κάτω
πρώτη φορά
ζορίστηκε ο γερανός
τόσο πολύ
κι ας λένε ότι οι ψυχές
είναι πούπουλο
είναι πιο βαριές
κι από το σίδερο
γύρισα αργά στο σπίτι
ήπια μονορούφι
το ποτήρι με το κρασί
έβγαλα τα παπούτσια μου
και ξάπλωσα
σκέφτηκα
ότι υλικά είναι οι ψυχές
που χτίζουνε τον κόσμο
με άδεια η λαθραία
τι σημασία έχει
έκανα πάλι το σταυρό μου
κι αποκοιμήθηκα
τότε αισθάνθηκα
ότι δεν είχα πια βάρος
ήμουν σαν ένα πούπουλο
εκείνο το βράδυ
δεν είδα ειδήσεις.
Ο Μιχάλης Πρωτοψάλτης είμαι
από τα Κύθηρα
ιδιοκτήτης
ενός γερανοφόρου φορτηγού.
Υ.Γ
Μην ξεχάσω να πω
ότι δεν ήμουνα μοναχός μου
ήταν και άλλοι
από το νησί
εκεί
πολλοί.
Διαβάστε περισσότερα