ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Με λένε Μιχάλη Πρωτοψάλτη
και ζω στα Κύθηρα
εδώ ήταν το ταξείδι μου
είμαι ιδιοκτήτης
γερανοφόρου φορτηγού
με αυτό βγάζω το ψωμί μου
έχω κουβαλήσει
τόσα υλικά οικοδομών
σε όλο το νησί
σε οικοδομές με άδεια
και λαθραίες
τι σημασία έχει
να μπει ο κόσμος
σε ένα δικό του σπίτι
παίρνω χαρά
απ τη δουλειά μου
τα υλικά μου έχουν ψυχή
ο ασβέστης η άμμος
μέχρι και τα σίδερα
προχτές
στις έξι του Οκτώβρη
γύρισα κουρασμένος
όπως πάντα
δεν είχα όρεξη
έβαλα ένα ποτήρι κρασί
έβγαλα τα παπούτσια μου
όλη την ημέρα στη δουλειά
κουράζονται τα πόδια
η θάλασσα απόψε
σκύλα γεννημένη
ο θεός να φυλάει
όσους είναι απόψε
στο έλεος της
είπα
και ξάπλωσα
να δω τις ειδήσεις
σε λίγο
ήρθαν φωνές απ τη θάλασσα
πολλές φωνές
ας μην καταλάβαινα τι φώναζαν
ένιωσα ότι ήθελαν βοήθεια
εκεί είναι τα βράχια ψηλά
και κοφτερά
αθέρα
τινάχτηκα
βγήκα
πήρα τον γερανό
και πήγα στη θάλασσα
σύριζα
άναψα τα φώτα
και είδα ένα τσούρμο
από ανθρώπους
πάνω σε ένα βράχο
με τα χέρια ψηλά
να ζητούν βοήθεια
τα κύματα ήταν άγρια
θανατικά
αμέσως κρέμασα στο γάντζο
το σάκο από την άμμο
κι άρχισα να ανεβάζω
δυο δυο
τους ναυαγούς
τους ναυαγισμενους
ποτέ δε είχα δουλέψει
τόσο δυνατά
το γερανό
έλεγα μέσα μου
θεέ μου λίγο ακόμη
βγήκαν απ τη κόλαση
ογδόντα ψυχές
οι άλλοι δεν μπόρεσαν
τους πήρε το κύμα
γυναίκες άντρες παιδιά
ακούμπησα κουρασμένος
στο φορτηγό
η μηχανή δούλευε ακόμη
σαν μάνα που προσεύχεται
έκλαψα
κι έκανα το σταυρό μου
η θάλασσα ούρλιαζε
από κάτω
πρώτη φορά
ζορίστηκε ο γερανός
τόσο πολύ
κι ας λένε ότι οι ψυχές
είναι πούπουλο
είναι πιο βαριές
κι από το σίδερο
γύρισα αργά στο σπίτι
ήπια μονορούφι
το ποτήρι με το κρασί
έβγαλα τα παπούτσια μου
και ξάπλωσα
σκέφτηκα
ότι υλικά είναι οι ψυχές
που χτίζουνε τον κόσμο
με άδεια η λαθραία
τι σημασία έχει
έκανα πάλι το σταυρό μου
κι αποκοιμήθηκα
τότε αισθάνθηκα
ότι δεν είχα πια βάρος
ήμουν σαν ένα πούπουλο
εκείνο το βράδυ
δεν είδα ειδήσεις.
Ο Μιχάλης Πρωτοψάλτης είμαι
από τα Κύθηρα
ιδιοκτήτης
ενός γερανοφόρου φορτηγού.
Υ.Γ
Μην ξεχάσω να πω
ότι δεν ήμουνα μοναχός μου
ήταν και άλλοι
από το νησί
εκεί
πολλοί.
*
Η ΜΕΤΑΓΩΓΗ
Κτυπούν την πόρτα
ήρθαν να με πάρουν
εκείνοι
με τα παλαιά ευαγγέλια
και τους ψαλμούς
της μεγάλης Τετάρτης
μισό λεπτό είπα
να μαζέψω
τα πράγματα μου
– ότι μου απέμεινε δηλαδή –
από το μεγάλο λιμό
και το πλιάτσικο
προπαντός όμως
να μην ξεχάσω
τη ψυχή μου εδώ
σε τούτο τον έσχατο
τόπο
που έζησα πένης
νηστεύοντας για πάντα
το σώμα του έαρος
δώστε μου πίσω
το πουκαμισό μου
το γαμπριατικό μου
και τα τιμαλφη μου
όλα
εκείνα που κρατήσατε
ως ενέχυρο
στη φυλακή μου
πριν με εκτελέσετε
στον προαύλιο κήπο
με τις κίτρινες πεταλούδες
και τα πολύχρωμα
αρσενικά παγώνια
τελικά άξιζε
τόση αρχή
γι αυτό το τέλος.
*
ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
Ζούσα χρόνια εκεί
στο μικρό δωμάτιο
με τις ακακίες
και τις παλιές
χελιδονοφωλιές
το τραπέζι μου
το ξέχασα στις περιφορές
των εικόνων
με τα μικρά χάλκινα
λιβανιστήρια
κι ένα κλωναράκι βασιλικό
τα βιβλία μου τα μοίρασα
στους τυφλούς
και τους αλλόγλωσους
τον καθρέφτη μου
τον χάρισα
στις γκιλοτίνες
και στα κρεματόρια
τη λάμπα μου
τη πούλησα
στους καραγκιοζοπαίχτες
με τις σκιές
των ασωμάτων
τη κουβέρτα μου
την έκανα παλτό
για τους αναμάρτητους
και το λερό μου πουκάμισο
το έστησα σκιάχτρο
στα πέτρινα περιβόλια
τώρα περιμένω γυμνός
το δείπνο μου
οκλαδόν
στο σάπιο πάτωμα
μια φέτα πέτρα
κι ένα τσάι βρώμικο νερό
στη πτέρυγα
των ισοβιτών
και των μελλοθανάτων
τελικά
αυτό το δωμάτιο
το απόχτησα
στους μεγάλους
πλειστηριασμούς
της λύπης
με τα παλαιά
κέρματα χαράς
που μου είχαν μείνει
από το τελευταίο φιλί.
Αφήστε ένα σχόλιο









