Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Κουτσουρέλης, «Αριθμοί» και άλλα ποιήματα

ΒΙΟΙ ΣΥΝΑΛΛΗΛΟΙ

Ο Κάλβος γέρασε κοντά σε μιαν Εγγλέζα
(εκεί στον κρύο Βορρά, την Παλαιά Αλβιώνα)
και ο Σικελιανός πριν απ’ την Άννα
έζησε στους Δελφούς και στο Ξυλόκαστρο πολύ καιρό
με μια Αμερικάνα.

Άνυμφος ες αεί ο Παπαδιαμάντης
τελεύτησε πλάι στις τρεις του αδελφές στη Σκιάθο
(όμως ο νους του πάντα αγκάλιαζε τον Άθω)
κι ο Καζαντζάκης σε μια πόλη πλάι στον Ρήνο
σαν Οδυσσέας που είχε αρπάξει μιαν Ελένη.

Άλλη από εκείνην του Σεφέρη, προφανώς·
πέτρα η ματιά του βουλιαγμένη,
με έλκος στον Ευαγγελισμό
απ’ το λευκό το προσκεφάλι της αρρώστιας
αυτός αναζητούσε τη Μαρώ
(ή μήπως τη Ζακλίν, την Μπίλιω;)

Ο Παλαμάς άοκνα γυρεύοντας τον ήλιο
ονειρευόταν γέρος τη Ραχήλ
(προτού πεθάνει μες στην Κατοχή απ’ την πείνα)
κι οι νοσταλγοί του Εγγονόπουλου
αναπολούσαν διαρκώς
μια Κ α τ ε ρ ί ν α.

Το πιο ωραίο όνομα γυναίκας ποιητή: Ελοϊσία
(τρείς θυγατέρες έθαψε με τον Βαλαωρίτη,
τις δυο απ’ αυτές τις έλεγαν Μαρία)
και μια Ναντέζντα είχε παρέα του ο Οσίπ στην εξορία.

Ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Ρασούλης φύγαν
χωρίς κανείς να τους κρατάει το χέρι.
Πλην τα φαινόμενα απατούν,
αυτή η μοίρα είναι η κοινή.
Ζευγαρωμένους ή ασυντρόφευτους
όλους μας περιμένει μοναχούς ο Τελευταίος Σταθμός:
ένα φρενάρισμα απαλό ή τραχύ, ένας συριγμός
κι ύστερα –
ποιος το ξέρει;

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Τον έτρεφε η αλμύρα»

Κύματα, Ιωάννης Αλταμούρας

 

 

Είχε περάσει το μεσονύχτι, οι καιροί είχαν αλλάξει

κι ο κόσμος, ο ίδιος πάντα και πάντα αλλιώς,

στεριανός πια, αμίλητος μετρούσε τη ζωή,

πότε κάτι, πότε μ’ αλάτι, είχε περάσει κι αυτή,

από σαράντα κύματα,

έτσι την έβλεπε την παρελθούσα ζωή του,

να χτυπιέται στα κύματα

μια στον αφρό να πιάνει ουρανό

και δυο στο βυθό

καταποντισμένη, η ζωή του,στην άβυσσο.

Όλα τα κρίματα, βαριά παραπετάσματα,

όλα αβγάταιναν τη χέρσα σκέψη,

ούτε Πολικός Αστέρας, ούτε μπάρκα, ούτε Σειρήνες,

μόνο μ’ ένα τραγούδι

κατάφερνε κι άναβε κάποιες σπίθες,

τότε γύριζε στην εύθυμη παρέα του Ποσειδώνα

κρεμούσε τη μάταιη θλίψη στα ίσαλα του δεξαμενόπλοιου,

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Πόρτα πυργωμένη στο βουνό των Κενταύρων»

[Το Λιμάνι του Βόλου τη Νύχτα, Κωνσταντίνος Βολανάκης]

 

 

Σταματούσε ευθυτενής στον καθρέφτη της σάλας,

χτένιζε με τα δάχτυλα τα πυκνά γένια,

έκανε αστείες γκριμάτσες,

«γερασμένο καραβόσκαρο», χλεύαζε

μα έβγαζε απ’ έξω το νου,

«ο νους δε γερνά», ίσιωνε τα μαλλιά, τη γραβάτα,

το σακάκι του,

θά ’βρισκε χρόνο, κάποτε,

να ισιώσει και τη λοξή ρότα της ζωής του.

Από κοντά η θάλασσα, με τα κιάλια,

από κοντά και η ψυχή, αυτή που δεν περίμενε λύτρωση.

Τό ’ξερε πως αλόγιστα είχε σπαταλήσει τη νιότη

μα και πάλι, δεν τα λογάριαζε όλα όσα είχε ζήσει φαιδρά,

όχι, είχαν μείνει ανοικτά

κάποια μεγάλα φωτισμένα παράθυρα του κόσμου,

Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη, ΠορτΣάιντ, Πειραιάς,

Σαγκάη, Τζέντα, Καλκούτα,

και κάποια φινιστρίνια κόντρα στ’ αδιάφορα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Σαράτσης, «Πρόσφορο Χώμα», εκδ. Στίξις, 2021

Quinta Essentia

 

i.

 

αυτή η γη

πηγάδι που στέρεψε

σκυλί παρασυρμένο

στην άκρη του δρόμου

 

 

ii.

 

άνθρωπος τρωτός

θα πει

να μπορείς να ξεφυλλίσεις

ουρανούς

χωρίς χέρια

ή να πίνεις ποτάμια

με χείλη τσακισμένα

από τις καταχρήσεις

των λέξεων

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτριος Μουζάκης, “Ο ήλιος είναι βέβαιος”

Από εδώ που είμαι φαίνεσαι καλά.
Σκαρφαλώνοντας ένα φλεγόμενο δένδρο
παίρνεις επάνω σου όλη τη φωτιά
και την ευθύνη
χιμώντας πυρόδερμος στο άρμα.
Ψάχνεις μανιασμένα τρόπο να μπουκάρεις
μπαίνεις απ’ το κανόνι˙
στο δρόμο σε συναντά οβίδα
πυροδοτείται απ’ το στουπί
των εμπρηστών.
Το άρμα ανατινάσσεται
εκρήγνυνται οι φασίστες
γλιτώνουν οι αθώοι φοιτητές
τους γέροντες προσπαθείς να σώσεις.
Όχι, δεν έχω μπερδευτεί.
Είναι παντού ο Γιώργος ο Κηρύκου.

Διαβάστε περισσότερα