Κώστας Κουτσουρέλης, «Αριθμοί» και άλλα ποιήματα
16Δεκ
ΒΙΟΙ ΣΥΝΑΛΛΗΛΟΙ
Ο Κάλβος γέρασε κοντά σε μιαν Εγγλέζα
(εκεί στον κρύο Βορρά, την Παλαιά Αλβιώνα)
και ο Σικελιανός πριν απ’ την Άννα
έζησε στους Δελφούς και στο Ξυλόκαστρο πολύ καιρό
με μια Αμερικάνα.
Άνυμφος ες αεί ο Παπαδιαμάντης
τελεύτησε πλάι στις τρεις του αδελφές στη Σκιάθο
(όμως ο νους του πάντα αγκάλιαζε τον Άθω)
κι ο Καζαντζάκης σε μια πόλη πλάι στον Ρήνο
σαν Οδυσσέας που είχε αρπάξει μιαν Ελένη.
Άλλη από εκείνην του Σεφέρη, προφανώς·
πέτρα η ματιά του βουλιαγμένη,
με έλκος στον Ευαγγελισμό
απ’ το λευκό το προσκεφάλι της αρρώστιας
αυτός αναζητούσε τη Μαρώ
(ή μήπως τη Ζακλίν, την Μπίλιω;)
Ο Παλαμάς άοκνα γυρεύοντας τον ήλιο
ονειρευόταν γέρος τη Ραχήλ
(προτού πεθάνει μες στην Κατοχή απ’ την πείνα)
κι οι νοσταλγοί του Εγγονόπουλου
αναπολούσαν διαρκώς
μια Κ α τ ε ρ ί ν α.
Το πιο ωραίο όνομα γυναίκας ποιητή: Ελοϊσία
(τρείς θυγατέρες έθαψε με τον Βαλαωρίτη,
τις δυο απ’ αυτές τις έλεγαν Μαρία)
και μια Ναντέζντα είχε παρέα του ο Οσίπ στην εξορία.
Ο Σολωμός και ο Καβάφης και ο Ρασούλης φύγαν
χωρίς κανείς να τους κρατάει το χέρι.
Πλην τα φαινόμενα απατούν,
αυτή η μοίρα είναι η κοινή.
Ζευγαρωμένους ή ασυντρόφευτους
όλους μας περιμένει μοναχούς ο Τελευταίος Σταθμός:
ένα φρενάρισμα απαλό ή τραχύ, ένας συριγμός
κι ύστερα –
ποιος το ξέρει;









