ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
Στην τσακισμένη πολυθρόνα
Κάθεται
Πετσί αργασμένο
Αγρυπνισμένο
Αναπολεί
Μπορώ να υποθέσω τι
Το εξαχνωμένο όραμα
Τη δωρεά, τον μαύρο ανήφορο
Σημαίες, κοίτα πόσες
Κι άλλες τόσες
Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό
Είχε κι αυτός πιστέψει τον Καιρό
Πατέρα, ε;
Κόκκινα σύνεφα
Και Μαγιακόφσκι και Ουλάνοβα
Περήφανος πολύ για τον Γκαγκάριν
Ενώ στα ξερονήσια ξαγρυπνούσανε
Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς
Διπλά παραδομένοι στο θεριό
Κι απ’ τους εχθρούς κι απ’ τους συντρόφους τους
Δεν άντεξες.
Δραπέτευσες
Ήταν και του Πλουμπίδη η φθίση
Το ανεπίτρεπτο μεθύσι
Του κρεμασμένου με το όπλο παρά πόδα
Τέρατα. Ούτε Αντιγόνη ούτε Κρέοντας
Αρρωστημένη μηχανή, σφαγιοβόρος
Στην πολυθρόνα όρθιος
Των ενενήντα χρόνων σου σηκός
Η πόλη πάντοτε, το τίμημα
Της εξουσίας του κενού ο ενικός
Μια τρύπα στο νερό
Μια δίνη τα ανθρώπινα
Αχόρταγη
Κι εσένα θα σε καταπιεί
Κι εμένα θα με καταπιεί
Παρηγορήσου:
Όλους
Πού το χωριό το ορεινό
Που έπαιζες βόλους
Πού η πλατεία των πλατάνων
Η αδερφή σου στο μουλάρι σοβαρή
Η μάνα ζαλωμένη με τα ξύλα
Να μιξοκλαίει ο χιονιάς
Και να κοιτάζεις του πατέρα το ρολόι
Δεκέμβρη του Σαραντατέσσερα;
Σκυμμένος στο μπαστούνι σου
Τα μάτια σου κλειστά
Όμως το μέσα βλέμμα αλυχτά Αλί σου
Η εξορία, η φυλακή σου
Δεν έληξε η περιπολία ακόμα
Το σέρτικο φωτιά στο στόμα
Και το φυλάκιο ανοιχτό
Μέσα μια σόμπα και το ράδιο
Ζεσταίνονται και τραγουδούν
Οι φίλοι σου οι πεθαμένοι
Ζεσταίνονται και τραγουδούν
Ανυπεράσπιστοι κι απορημένοι
Ενώ η βροχή
Διαβάστε περισσότερα