ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΔΟΞΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ
Αν έχασε ο Ουγκώ την αγαπημένη
κι αν ο Μπωντλαίρ την Ντυβάλ με στίχους θρηνεί,
η εύνοια της Μούσας τους είναι δοσμένη
κι η λησμονιά να τους σκιάσει δεν μπορεί.
Κι αν εγκατέλειψε η αγάπη το σώμα,
κι αν στη λευκή κλίνη της φαντασίας μένει,
η αθανασία στο τέλος περιμένει
και στης δόξης θα κείτονται το δώμα.
Η ρίμα τους η λαμπρή τον πόνο κοσμεί
κι ας γράφουν με αίμα για του βέλους την πληγή.
Κι αν το πλήθος με μύδρους τους κηδέψει,
θα ´ναι στο τέλος που η μοίρα θα τους γνέψει.
Κανείς όμως δεν ανιστορεί τους στιχουργούς
που υμνωδοί γινήκαν του δόλου της ζωής.
Στην εκατόμβη του πάθους τους συναντάς ωχρούς
και το γέλιο τους να σου χαρίζουν δε θα δεις.
Τα χέρια της απάτης τους κοιμίζουν
κι η καταφρόνια του χρόνου προειδοποιεί
πως μάταια στη δάφνη του κλέους ελπίζουν
εκείνοι που ψάχνουν του ταλέντου το κλειδί.
Το σάβανο της λήθης θα τους σβήσει
κι αν έστω ένας στίχους τους εκτιμήσει,
θα΄ ναι για το θάρρος να ελπίζουν πάντα
πως ο οβολός της τέχνης κρύβει το θαύμα.
*********
ΔΕΙΧΤΕΣ
Δείχτες που μετρούν την απουσία
ξέρει πως η απόφαση δύσκολα χαρίζεται.
**************************
ΑΝΤΙΟΧΟΥ Γ’
Πώς τα φέρνει μερικές φορές η ζωή
θ ΄αναρωτιέσαι , οδεύοντας στα Σούσα.
Από τις νίκες της ευκλεούς σου δυναστείας
στη Μηδία ,την Υρκανία και τη Βακτρία
στης Απαμείας τη σπονδή, όπου ψάχνεις πνοή.
Από τον τίτλο , που διεκδίκησες ,της βασιλείας
στα λύτρα που δίνεις στη Ρώμη, τη λοιδορούσα,
για να κρατήσεις τον θρόνο στην Παρθία.
Κι αν οι πολιτείες του Ταύρου δε σε πονούν,
κι αν η Ινδία είναι μακριά για τους οπλίτες σου,
ξέρεις πως τον γιο σου στη Σύγκλητο κρατούν,
άλλη μια ελληνική αυλή για να ρημάξουν.
Κι εσύ βλέπεις στις φλόγες τις ασπίδες σου
και στον ορίζοντα να σιμώνουν ξένα πλοία.
Κι εσύ τα δέχεσαι με τη βία αυτά τα πράγματα,
γιατί ακόμα γλείφεις της Μαγνησίας τα τραύματα
κι είναι η ήττα π΄αφήνει τη Συρία εύκολη λεία
σε εκείνους που θέλουν ,άγαλμα ,στη νίκη ,να φτιάξουν.
Ο αετός βαραίνει το σκήπτρο, όπου κουρνιάζει,
και χρόνια πολλά η λύκαινα του Ρέμου φωλιάζει
στις κτήσεις του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου.
Το δαχτυλίδι των διαδόχων δεν έχει λάμψη,
καθώς ο αμέθυστος βοά κάτω από ξένη γη.
Το τέλος σου θρηνούν οι θεοί του Ολύμπου
κι ο Αννίβας τον πορφυρό του μανδύα έχει κάψει.
Τον θρόνο σου μικρότερο πάντα θα βρίσκεις.
Όσους Αντιόχους κι αν γεννοβολήσει η Συρία,
όσες συζύγους στους βαρβάρους κι αν δείξεις,
ο ναός της Πέλλας είναι μακριά, για να σωθεί,
κι η χώρα σου πια δε μοιάζει με Μακεδονία.
******************
ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ
Γεμάτα τα δωμάτια
μες στα χρυσά παλάτια,
αλλά εσύ διαρρηγνύεις τα ιμάτια,
γιατί μιας εικόνας τα μάτια
δάκρυ έχουν και κομμάτια
γίνηκε καθώς έπεσε καταγής.
Αναρωτιέσαι πώς να πειστείς
πως δεν είναι νέμεση σφαγής
στις εσχατιές της Ασίας
όπου μαίνεται ματαιοπονία,
όπου χάνεται του μόχθου η ασυλία,
τώρα που τελειώνει η βασιλεία
της πορφυρογέννητης ζωής σου.
Θα άλλαζες τα πάντα στη ζωή σου,
για να βρεις πάλι τη φωνή σου.
Όμως είναι λίγα πλέον τα καράβια
και οι εκστρατείες μακρόσυρτα χάδια
μιας ειμαρμένης φθονερής,
που δεν περιμένει να τη δεις,
για να σε καταβάλει
όπως οι ιαχές που αποβάλλει
η Λεβάντε καθώς μαραίνεται,
καθώς για νέα πίστη ξενιτεύεται
κι αγκυροβολεί όπου προσμένετε
την ταπείνωση.
Αχ αυτή η λαβωμένη κλείδωση,
του Μαυρ(o)ικ(ε)ίου η πορφυρή επίδοση,
κάθε βράδυ σε τρελαίνει.
Aχ της Καρχηδόνας ο βάλτος,
αυτή η στειρωμένη άμμος
από νίκη, στο αίμα βάτος
πάντα είναι και θα είναι,
καθώς η σελήνη ανασταίνει.
Αχ της Μαρτίνας αυτή η σαγήνη
χρόνια φαρμάκι χύνει
σ΄όποιον ρήγα χείρα τείνει
στη ζοφερή και σκαιά σελήνη
και ζητά βροχή που δεν ξεπλένει.
*****************
VERITAS ANCILLA DOLORIS EST
Κάθομαι μόνη κι έρημη,
εξόριστη στο θολό σύννεφο
μεταξύ θανάτου και ζωής.
Για τον διωγμό είμαι έτοιμη
κι,όπως οι πατέρες της γραφής,
μοιάζω ιερής πλάνης σύνεργο.
Βεβαία, ευλογημένη είμαι απ’ τα θεία
και του θανάτου δε με φοβίζει η τυραννία.
Οι μητέρες μ’ εχθρεύονται.
Οι αρχισυναγωγοί δε σαγηνεύονται
με το ζείδωρον Σου χάδι,
κι ας κέρδισες του πατρός μου την πίστη.
Οι συγγενείς πάλι με πενθούν.
Τα γέρικά τους κόκκαλα τρίζουν
και τα αιμοσφαίρια μόνο κυλούν
στο τέλος που όλοι ξορκίζουν.
Ξέρουν πως μόνο εγώ ονοματίζω
αναπαμό τον Άδη των θεών.
Ξέρουν πως μόνο εγώ χρηματίζω
αντιπρόσωπός Σου επί των μισθωτών.
Ξέρουν πως μόνο εγώ στιγματίζω
τ΄ ακλόνητο δόγμα των πολλών.
Ξέρουν πως η Γαλιλαία δεν έχει βρύση
που χαρίζει της γαλήνης την ευτυχία.
Βέβαια, ευλογημένη είμαι απ’ τα θεία,
γιατί είσαι χιλιογραμμένη κι ακηλίδωτη ευσπλαχνία.
Tην κατ’ επίφαση προνομιούχα Σου,
τη διασημότερη δούλη Σου
(γιατί σκλάβο του φόβου την έκανες
και δεν αυτοκτονεί, μέχρι να βαρεθείς την πνοή της),
περήφανη κι ατρόμητη τη σκέφτηκες
μετά την υπό αίρεση ανάσταση της ;
Τώρα σε ποια κρίση ν’ αφεθώ;
Με τόσες ιερές σκοπιμότητες
ποια προσευχή να εμπιστευτώ;
Με τόσες τρύπιες βεβαιότητες
τι να γράψω στο φυλαχτό μου
και πώς να πείσω το μυαλό μου
πως πράγματι πεθαίνω;
Εύηχο είναι το « Ταλιθά κούμι»
και παρεξηγημένη η κοινή των ανθρώπων μοίρα.
Πώς αλλιώς με συγκίνησε η κρύα χείρα;
Πώς στο κρυφό μου άλγος μια ζωή ανασαίνω;
Εγώ, ως μικρή κι ανίδεη δούλη ,
φόβο κι άγνοια προτάσσω.
Εσένα,αμνό να σε πω δε διστάζω
πως μεγαλείο κι αίγλη θηρεύεις
σ’ άδολα παιδιά.
«Προφάσεις εν αμαρτίαις» θα πεις,
κι ας παραβλέπουν στα παιδιά μερίδιο της ευθύνης,
κι ας υμνείσαι ως φως της μόνης δικαιοσύνης.
Όμως, με τη σωτηρία τον εαυτό σου υπονομεύεις.
Οι αγνώμονες την χάρη σου ξεχνούν συχνά
και με πίκρα τους αναπολείς.
Οι ευγνώμονες τα έργα σου θυμούνται
κι εύκολα στον Παράδεισο ξεχνιούνται.
Τουλάχιστον,να υπάρχεις, έσχατε έπαρχε
της καρδιάς μου.
*******
ΑΝΝΙΒΑΣ
Κάποτε ήσουν κραταιός
των πόλεων κυρίαρχος
και της νίκης ο μόνος στρατηγός.
Κάποτε ήσουν επικυρίαρχος
στις εκτάσεις της Ρώμης.
Τώρα στη σιωπή
στοχασμό όψιμα διαυγή
ψάχνεις αλλά δε θα βρει
η Παλλάδα πλοίο να σωθεί
του Αμίλκα το παιδί.
Και σε λίμνη αίματος,
και σε ποταμό στέμματος
πετράδι ήσαν οι νίκες
κι η μεγίστη στις προθήκες
των πελαγίσιων γοργόνων.
Tώρα ξεχνάς πως δεν έχεις ασπίδα
και η Μακεδονία την ελπίδα
για να καρφώσεις με λεπίδα
το γοργό της νίκης άτι
στου Σκιπίωνα την φάτνη.
Γιατί άλλος γεννοβολάει
και την Ιστορία λοξοκοιτάει.
Γιατί ο βούρκος της πατρίδας
νεκρό σε θέλει.
Γιατί το μέλλον της παρτίδας
σαν άμμος μέλλει
από τα χέρια να σου φεύγει.
Τουλάχιστον μια παρηγοριά
σου έμεινε σαν πεσμένη οχιά
πως κι ο εχθρός σου
σε ξένο τόπο θα ταφεί
κι ας μη δει της πόλεως του τη σφαγή.
*****
ΔΑΡΕΙΟΣ
Δαρείος είχε την πρώτη ήττα
και Δαρείος την τελευταία πανωλεθρία
από του Αχιλλέως τους επιγόνους.
Κι αν του Υστάσπου ο γιος δοκίμασε πίκρα
από του Μιλτιάδου την δοξασμένη ανδρεία,
είχε τουλάχιστον των Αιγυπτίων φόρους.
Εσύ μάταια προσφέρεις ατόφια τάλαντα,
κάτι για να περισώσεις από το μυδικό κλέος,
γιατί ο Αλέξανδρος δεν είναι Παρμενίων
και τη νίκη ξέχασες στων Καδουσίων το μέρος.
Κι αν έχεις φρουρά των τρισχιλίων,
πάλι θα υποχωρήσεις μπροστά στην φάλαγγα,
κι ας κρατούν οι αλλόδοξοι την Στάτειρα,
κι ας εγκαταλείπεις των Βασιλέων τα παλάτια.
Εσύ μάταια περιφέρεσαι σε βουνά απάτητα,
προσδοκώντας να εμπνεύσεις στρατιωτών τα μάτια.
Το μερτικό στο μεγάλο βασίλειο βλέπεις ,
κι ας ακούς ωκυπόδων αλόγων τον κρότο,
κι ας αισθάνεσαι πως για πάντα θα΄σαι δραπέτης.
Κι αν έχεις για παρηγοριά των Σαρδέων τις στάχτες,
γνωρίζεις πως η μοίρα σου γύρισε τις πλάτες,
πως προτίμησε να στεφανώσει τον Δαρείο τον πρώτο.
Τόσοι αυλικοί σε καθησύχαζαν στον πόνο
και κανείς δεν προέβλεψε την σκιά όπου μένεις.
Τώρα που στρατηγοί σου στέρησαν τον θρόνο,
Μονάχα με τον Ώχο στο σκοτάδι κατεβαίνεις.
*****
ΕΡΥΣΙΧΘΟΝΑΣ
Είναι η ζωή μας σαν του Ερυσίχθονα
κι είναι το τέλος μας προδιαγεγραμμένο.
Το βασίλειο του Μυρμιδόνα μας είναι δοσμένο,
όμως εμείς ποθούμε της Αρτέμιδος το άλσος.
Αν και οι Νύμφες προειδοποιούν για την ύβρη,
την αξίνα παραδίδουμε στο μοιραίο πάθος.
Της αλαζονείας η ρίζα επωδύνως θα φύγει
κι ο Ποσειδώνας δεν μπορεί να βοηθήσει.
Τώρα η πείνα γυμνούς μας έχει αφήσει
κι όσα χτίσαμε πλέον γινήκαν ανώφελη εμπειρία.
Από τον πόνο ψάχνουμε μάταια διαφυγή
κι είναι ο ξεπεσμός μας των θεών η τιμωρία.
Την αγαπημένη Μύστρα θυσιάζουμε ευτελώς,
κι ας ξέρουμε πως η ψυχή μας έχει χαθεί,
πως της αχαριστίας μας περιμένει ο βωμός.
*******
ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΤΩΣΕΩΝ
Δίνω
Δίνεις
Δίνη
Ύπουλο ρήμα
μες στην αμφισημία του.
Λιτοδίαιτο καθώς είναι,
τρέφεται με τη σιωπή.
Καρπερό καθώς είναι,
γεννοβολά διαρκώς
τα θνησιγενή τέκνα του:
την παραίτηση και τη μοναξιά.
Το οικόσιτο είναι το χειρότερο είδος,
δε μπορείς να το δαμάσεις.
Τα φωνήεντα δεν αναγνωρίζει,
στα επιφωνήματα δεν απαντά.
Με τα σύμφωνα εξοικειωμένο είναι.
Το θρόισμα των φί(-υ)λ(λ)ων
που χάνονται,
κάθε νύχτα το νανουρίζει.
Τις διαθέσεις του γνωρίζω καλά ,
κι ας άργησα να μάθω τις πτώσεις
της δίνης,
κι ας μην έμαθα ποτέ τις πτώσεις μου.
Ίσως, επειδή ο πατέρας μου δεν αναγνώριζε κατηγορούμενα.
Ίσως, επειδή η μάνα μου δεν γνώριζε πολλά/παρά γράμματα/γραμμάτια.
Κι έτσι ψάχνω να βρω ο καθένας τι δίνει
αντί να αποφεύγω αυτή τη δίνη.
Κι έτσι ψάχνω να βρω μια γλώσσα
όπου κλίνεις ομαλά (προς) τις πτώσεις
της «γυναικός» ,του «δακρύου» , και του «ονείρου» .
Κι έτσι προσπαθώ να καταλάβω γιατί στον πληθυντικό αριθμό
ο «δεσμός» καταλήγει στα «δεσμά»
και γιατί μας διδάσκουν πως είναι ουδέτερο κι άκακο.
Κι έτσι προσπαθώ να καταλάβω γιατί θεωρούν μετοχή
το « μέλλον» ,στο οποίο λίγοι μετέχουν.
Κι έτσι προσπαθώ να καταλάβω γιατί είναι ουσιαστικό
το «τέλος» ,αφού κανείς δεν μπορεί να ξέρει
αν φανερώνει ενέργεια, κατάσταση ή πρόσωπο.
Κι έτσι βάζω αποσιωπητικά στις προτάσεις,
για να υποκριθώ αισθήματα που δεν έχω .
Κι έτσι βάζω εισαγωγικά στις λέξεις,
για να μην γίνω κακουργηματικά σαφής.
Κι έτσι κατέληξα να γράφω ορθογραφημένους στίχους,
για να συνετίσω ανορθόγραφα πάθη.
Κι έτσι γίνηκαν τα ποιήματα θερμοκοιτίδα λέξεων
που δε θα δουν ποτέ το φως.
Τα ποιήματα ,όμως ,δεν έχουν
ερωτηματικά, θαυμαστικά
και τελείες.
Αυτά ανήκουν στην ίδια τη ζωή.
Τα ποιήματα έχουν παρενθέσεις.
Στους λαβυρίνθους των γραμμών δεν έχει
αγκύλες ως δρεπάνι αδρό,
το κτήνος για να φονεύσεις.
Μονάχα λίγο χώρο θα βρεις,
προσωρινά
για να κρυφτείς.
******
ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ
Η ποίηση είναι το μαρτύριο του στεγνού ματιού
Χ. Βλαβιανός
Tο γραφείο μας,
νεκροκρέβατο χλωμών γραμμάτων.
Η λάμπα μας,
θερμοκοιτίδα μιας ασθενικής έκπληξης.
Το ανθοδοχείο,
κενοτάφιο για την ελπίδα που πνίγηκε
στα δάκρυα.
Κυρίως ,όμως, το συρτάρι
με του φόνου τα όργανα:
ένας χαρτοκόπτης, ένας διαβήτης
κι ο κανόνας.
Τι περίεργο να ‘χω για ενθύμιο ένα όργανο
που κόβει, που χωρίζει,
που ευθυγραμμίζει!
Σάμπως κόβονται εύκολα οι εξαρτήσεις;
Σάμπως αποχωρίζεται η άρνηση τις λέξεις;
Σάμπως χωρά το πάθος στις τυποποιημένες διαστάσεις
ενός αγγελτηρίου θανάτου;
Κι ο κάδος,
ομαδικός τάφος ανάπηρων στίχων,
που δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν το κλέος
της μητέρας που τους γέννησε.
Κι όμως αυτή η νοσταλγία για το αδύνατο,
ο φόβος για όσα δε ζήσαμε,
υπήρξε όλη μας η ζωή.
Κι όταν αποστρατευτούμε από τον πόλεμο
ενάντια στη φθορά,
θα αποσυρθούμε στα εύκρατα μέρη της συνήθειας,
μακριά από τη μόνη πατρίδα που αγαπήσαμε.
Κι εκεί δεν φυτρώνουν τριαντάφυλλα.
Εκεί οι άνθρωποι αγαπιούνται,
σαν να καθαρίζουν κρεμμύδια.
Εκεί η ζωή καταπίνει τον έρωτα
πριν προλάβει να την ανατρέψει.
Ποιος ποιητής θα έβλεπε τη ζωή σαν κρεμμύδι;
Ποιος επαναστάτης της καθεστηκυίας τάξης των λέξεων
θα αποκήρυττε την άγουρη επανάσταση του έρωτα
σε βάρος του θανάτου;
Γι’ αυτό κι όσα γράφ(ω)νται δεν είναι Ποίηση
αλλά αποποίηση.
********
ΠΑΡΤΙΔΑ
Άνοιξε διάπλατα την σκακιέρα
στο παιχνίδι της ζωής ν΄ ασκηθούμε.
Μάζεψε γύρω σου αφοσιωμένες ψευδαισθήσεις
σε σχηματισμό μικρό για να ριχτούν.
Στα ακρότατα της αμφιβολίας σύνορα
συμπαγείς βεβαιότητες περιφρουρούν.
Κάλεσε τους πολυμήχανους υπαρχηγούς σου
στο πλάνεμα αντιπάλων ν’ αφεθούν.
Στων ιδεών σου τις ευμετάβολες γραμμές
ευέλικτα άλογα σε καρτερούν.
Το βασιλιά μου πολύ τον εκτιμάς.
Μονάχα ένας αυτάρεσκος φυγάς είναι.
Η βασίλισσα μου για μοίρα έχει το χαμό,
κι ας ξέρει κάθε λογής βηματισμό.
Θυσίες για τους ρηγάδες κι άλλα ηχηρά
βρίσκεις μονάχα στα βιβλία.
Ήδη με τους στρατιώτες σου
η δικιά μου κυρά φλερτάρει.
Δεν αρκεί μονάχα να θυμηθείς,
τη νίκη άμα θες να γευθείς.
Κι αν ξεχνώ προορισμούς, σχέδια και καταβολές,
είναι γιατί μια σκέψη με αιχμαλωτίζει.
Τελικά, όλοι σκοτάδι θα χαρούμε,
κι ας έχουμε πλήθος συντρόφων,
κι ας βλέπουμε από ψηλά τη μάχη.
Ξέρω πως ο μανιχαϊσμός των τετραγώνων δεν αρέσει,
πως αναμετρώνται οι απόψεις μας για τη ζωή.
Ξέρω πως έχεις περισσότερες επιλογές
απ’ όσες κάθε βίος παρέχει.
Μην ξεχάσεις ποτέ αυτή την παρτίδα/πατρίδα!
*******
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Η σφαίρα στο περίστροφο ποθεί
την επώδυνη ελευθερία της φυγής
ή του εγκλεισμού την ανιαρή περιστροφή ;
Η γραβάτα του δυστυχισμένου μοιάζει
με θηλιά που μαντρώνει τον θάνατο
ή με λάσο που το διαφορετικό δαμάζει ;
Ο ήλιος με κομμένα δάκτυλα ζωγραφίζει
τη σφαγή του έρωτα που τρεμοσβήνει
ή τη θυσία της αγάπης που φως σου δίνει ;
Το λουλούδι στο ανθοδοχείο νιώθει
χαρά που δε μαδάει στο κρύο και τ’αγιάζι
ή θλίψη για τη ρίζα που χώμα δε χαράζει ;
Το ξυράφι στα χέρια ποιητή θυμίζει
τη σχεδία του Χάρου σε αιμάτινα ποτάμια
ή την εικόνα Αγίου που γαλήνη δε χαρίζει ;
Είναι τα πιο όμορφα ποιήματα ενός γέροντα
ο φόβος για τη δημοκρατία του θανάτου
ή η νοσταλγία για τη βασιλεία του έρωτα ;
Μεγαλύτερη μοναξιά νιώθει κανείς,
όταν κοίτα τ’ άνυδρα τοπία μιας στέπας
ή την πούδρα μιας χωρισμένης γυναίκας ;
Είναι η χτένα μιας προδομένης αγάπης
κάγκελα για τις φυλακισμένες ενοχές
ή ράγες για μια χώρα δίχως εποχές ;
Είναι του πατρικού ρολογιού οι δείκτες
η ανοιχτή αγκαλιά ενός ικέτη για τον γιο του
ή κουπιά γι’ αυτούς που λείπουνε τις νύχτες ;
Πιο εκκωφαντικό θόρυβο κάνει
η πόρτα της αγάπης που κλείνει διά παντός
ή το κλάμα της μητερας που το παιδί της χάνει ;
Ο σελιδοδείκτης στα βιβλία είναι
φωτογραφία εραστών στο φεγγαρόφως
ή γράμμα ξεχασμένο για χρόνια μες στο σκότος ;
Μακρύτερος είναι ο δρόμος που διανύει
ο ιδρώτας πάνω σε μια σκουριασμένη βέρα
ή το δάκρυ πάνω σε μια γυαλισμένη σφαίρα ;
Όσοι γράφουν υπέροχα σονέτα ευτυχούν,
γιατί τους ερωτεύεται η μονάκριβη αγάπη
ή γιατί με στίχους τους οι νέοι θα ερωτοτροπούν ;
Όσοι γράφουν υπέροχες μπαλάντες δυστυχούν,
γιατί γράφουν συχνά τη λέξη που δεν άκουσαν
ή γιατί δυο ζωές σπάνια ομοιοκαταληκτούν ;
Είναι τ’ αγαπημένο κατοικίδιο των ποιητών
το χρυσόψαρο που τον ωκεανό δε θυμάται
ή το μαύρο σκυλί που σπάνια αποκοιμάται ;
Πιο μακρύ φαντάζει στα μάτια των εραστών
το κομπολόι αυτών που παίζουν με αισθήματα
ή το τραίνο αυτών που τρέμουν τα σκιρτήματα ;
Μεγαλύτερη έρημος φαντάζει
η απέραντη παγωμένη Ανταρκτική
ή η κλίνη νοσοκομείου που αδειάζει ;
Eίναι οι ωραιότεροι στίχοι αγάπης
τ’ άνθος του φονιά στου πόθου την ταφόπλακα
ή πλαστές εξετάσεις για την πατρότητά της ;
Πιο πολύ ζηλεύουν οι ποιητές
το φίδι που δέρμα ρίχνει αντί για φαρμάκι
ή τον πολύπαθο αετό που γίνηκε καναρινάκι ;
Αυτοί που την αγάπη από αγάπη εγκαταλείπουν
έχουν μια ζωή, δίχως ζωή για να τη ζήσουν,
ή μια ζωή, την Κόλαση Εδέμ για να βαπτίσουν ;
********
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ
Τι νέοι που φθάσαμε στης φθοράς τ´ έρμο ακρογιάλι
κι είναι τα κύματα της λήθης που σβήνουν τ ´ όνομά μας!
Ο ωκεανός ξεβράζει τις τσακισμένες ιδέες
κι άνεμος αλλαγής γκρεμίζει τ´ αμμώδη όνειρά μας.
Παραπαίουν οι τρύπιες των κατορθωμάτων μας σημαίες
κι είναι ο καπνός της ελπίδας που μας αφήνει πάλι.
Από μακριά οι σύντροφοι κοιτούνε και ψάχνουν τη φωτιά.
Τη χαρά να μας ρίξουν μια σανίδα δε θα τη γευτούν.
Με τηλεσκόπιο ψάχνουν την αδυναμία μας να δουν,
όμως εμείς ξέρουμε πως οι φίλοι σηκώσανε πανιά.
Ελπίζουμε το τηλεγράφημα να πήγε στους δικούς μας:
“Είμαστε σώοι κι αβλαβείς και πλέουμε στους θησαυρούς μας.”
Το ναυάγιο της ζωής να ερμηνεύσουμε ποθούμε,
μα στον ορίζοντα μόνο η άβυσσος μας χαιρετά.
Η πυξίδα ανούσια περιστρέφεται και μαρτυρά
πως τ´ απάνεμο λιμάνι της Ιθάκης δε θα βρούμε.
Αν κι είχαμε έρμα σωστό και το καλύτερο σκαρί,
βουλιάξαμε ακολουθώντας της Σειρήνας τη φωνή.
Λίγοι στίχοι μας απομένουν μόνο πριν ο νους μας δύσει,
σαν τα μπουκάλια που σκορπούν κάποιοι ναυαγοί στην τύχη,
από φόβο μήπως η θύελλα του χρόνου τα βυθίσει,
μήπως δεν μπορέσουν να ξεπεράσουν της σήψης τον πήχη.
******
ΤΟ ΟΡΦΑΝΟ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
Τόσο μέταλλο βαρύ
ούτε μια σπίθα δεν έδωσε.
Τόσος ήλιος την αυγή
κανένα μάτι δε στέγνωσε.
Τόσο κόκκαλο στη γη
κανένα άνθος δεν μπόλιασε.
Τόσα χρόνια στο κλουβί
το περιστέρι πια φώλιασε.
Για τον χαλκό και τις ευθύβολες ακτές σου,
που εξακοντίζουν κύματα
στα σαγόνια της Φοινίκης
και στη διψασμένη γλώσσα της Κυρήνης,
καρτερούν τις αγκαλιές σου
των αιώνων κάθε λογής ρηγάδες κι ηγεμόνες.
Για τα λιμάνια και τις περιλάλητες αμμουδιές σου,
που σκεπάζουν τους ναυαγούς της ελπίδας,
σε διεκδικούν καρδιοπλάνοι κηδεμόνες,
κι ας είσαι ορφανή μονάχα από λευτεριά,
κι ας είσαι έκδιψη για λίγη φεγγαριά.
Το χέρι σου με παράπονο τείνεις
στον κατακτητή να δείξεις που ανήκεις.
Την πλάτη σου γυρίζεις στις κολόνες,
όπου η μάνα σου τιμά τα ραγισμένα τύμπανα.
Τα οστέινα άλση που φυτρώνουν στην Καρπασία
μετρούν το βάθος της οδύνης.
Οι βρεγμένοι κίονες που τυλίγεις
με ροδαλές δαντέλες της αυγής
δεν είναι υποδεκάμετρο, για να μετρούμε
το ύψος της περηφάνειας που φθονούμε.
Οι κρανοφόροι με κάνες φράζουν
τα δάκρυα του Πεδιαίου.
Οι χαρτογιακάδες πινέζες καρφώνουν
στου Πενταδάκτυλου τη ράχη.
Οι αλλόδοξοι σημαίες βάζουν
στο μοναστήρι του πρωτόκλητου Ιουδαίου.
Οι γάτες του Αϊ-Νικόλα, φαρμακωμένες,
ντοπιολαλιά ν ‘ ακούσουν περιμένουν.
Οι ναυτικοί ,σε βάρκες σαρακοφαγωμένες,
κόψαν τις άγκυρες και χρόνια περιφέρονται ,
για να μην δέσουν σε ξένη μαρίνα.
Οι ψαράδες γλυφή ψαριά προσμένουν
από νερά που σε χίλιες γλώσσες προφέρονται,
από κύμα που δεν έδιωξε του πόνου την καρίνα,
από γιαλό που δεν ξέβρασε του νόστου την ακτίνα.
Το αίμα των συντρόφων ,στην εκκλησία,
γίνηκε σφραγίδα σε γεύματα σπονδής.
Τη στέγη δύο θεών τα βουνά σηκώνουν
και του Τροόδους το κούτελο εχάθη
Ο Γιαηλάς ,απέναντι, βλέπει τα παιδιά του,
όμως απέχει έτη πολλά απ’ την ελευθερία.
Η Κερύνεια ,σε λόχους και μες την προδοσία,
αγκομαχά ,σαν ναυαγός που χάνει τα κουπιά του.
Στη μονή του Μαχαιρά η Δέσποινα θρηνεί,
καθώς Όλυμπος με Όλυμπο ποτέ δεν ανταμώνουν.
Ο Διγενής τα δάκτυλά του δεν κινεί
και τις λόγχες της ντροπής να διώξει δεν μπορεί.
Ο Ευαγόρας ,αν και πετρωμένος, γνωρίζει
πως η μητροπόλεις κείνται πάντα μακριά.
Ο Τεύκρος το βέλος στρέφει στον πατέρα,
λυπημένος για τη δεύτερή του προσφυγιά.
Στην ακτή του εκδορές από αρβύλες αγγίζει,
π΄ ούτε ο άνεμος δεν τόλμησε να σβήσει.
Τα ποδοβολητά ηχούν ακόμα στα κοχύλια
κι είναι τα όστρακα λείψανα της μνήμης.
Τα στεγνά βότσαλα φοβούνται τον αγέρα
μήπως πλοιάρια ερυθρά τους αφήσει.
Τα παράθυρα του φάρου, σαν εύπιστα χείλια,
συλλαβίζουν τ΄ αδύνατο.
Η προκυμαία ,σαν χέρι μάνας που φθίνεις,
περιμένει ,στον αφρό του πελάγους, το φιλί
μιας γοργόνας ,που δεν πιστεύει στον Αδείμαντο.
Ο Τεύκρος, όμως, δεν πιστεύει πια σε Σαλαμίνες
κι οι Τελαμώνιοι , που εκδίκηση αρνηθήκαν,
του δίνουν μόνο λίγο χώρο σε χαρτί.
Τα παιδιά ,που Θερμοπύλες διδαχτήκαν,
δεν πιστεύουν πια σε καλύτερους μήνες.
Οι δάσκαλοι να βλέπουν κουράστηκαν
πόσο γρήγορα δρασκελεί η νιότη
από την έδρα στου θανάτου την ενέδρα.
Οι πατέρες δεν διδάσκουν Γεωγραφία,
γιατί μοιάζεις πλέον μ΄ ακέφαλο ξιφία.
Οι μανάδες κλαίνε ,καθώς ξέχασαν
πού είχαν κρύψει το παιδικό τους αλογάκι.
Κι εμείς γράφουμε ,για την πατρίδα μας την πρώτη,
στίχους που δεν αλλάζουν της Ιστορίας το ρυάκι.
Κι εμείς ομοιοκαταληκτούμε τα πάθη
μήπως καταλήξουμε σε κοινή λύση για τα λάθη.
Όμως, το καλοκαίρι που την Άνοιξη έχασαν
τα πεύκα στου Ριζοκαρπάσου την πλώρη
κανένα επίγραμμα δεν μπορεί να εξηγήσει.
Τόσα σμήνη έστειλε ο Κύπριος βασιλιάς,
για να μας αφυπνίσει.
Τόσα χρόνια είχε σκουλήκια στα οστά
ο Σπαρτιάτης πριν ξυπνήσει.
Τόσα βλήματα είχε ο Ζώτος στην καρδιά
πριν ακούσει πάλι τον κρότο της σκλαβιάς.
Τόσες σημαίες είχαν κεντήσει οι Πηνελόπες,
προσμένοντας να κλείσουν των καραβιών οι πόρτες.
Τελικά, γυμνά αφήσαμε τα νιάτα
να κρυώνουν στου Άδη τις ρότες.
Τελικά, κανένα κέντημα στα κατάρτια.
δε φάνηκε στα δόντια τ΄ ουρανού.
Τελικά ,το αίμα ρίζωσε βαθιά
κι η πορφυρή σελήνη δεν ξεχωρίζει
από τις ματωμένες φλέβες της γαλανόλευκης.
Τελικά, μακροπόθητο άσμα δεν καρδιοχτυπά
και το πλέγμα Μάντζαρο σιγοτραγουδά,
σαν άρπα μιας Αφροδίτης πολυσάλευτης,
που φοβάται πως το σύρμα ριζοχωματίζει.
Τελικά, ο Σολωμός είχε αστοχήσει,
κι όποιος δεν πέθανε μ΄ αχίλλειο βέλος
χίλιες φορές πεθαίνει.
Τελικά, απ’ το μπλε της θάλασσας η κόρη
κι από το πράσινο της καπνισμένης ελιάς
προδόθηκε κι ο θάνατος την περιμένει.
Τελικά, ο λευκός σοβάς τ ΄αφρισμένου ορίζοντα
ξεκρέμασε ,από τ΄ αστέρια, την ελπίδα.
Πώς να πιστέψεις πως είχε κυανόλευκη αχτίδα
του Νέσσου το πουκάμισο ,που σ’ έπνιξε;
Πώς να πιστέψεις πως η σελήνη ,στο τέλος,
γίνηκε σύμβολο κι ενθύμιο κατοχής;
Πώς να πιστέψεις πως η Αφροδίτη που πονάς
τους Σαρακηνούς φοβάται μιας άλλης εποχής;
Πώς να πιστέψεις πως η πληγή σου, αν και δεν έπηξε
από της Πράσινης Γραμμής τ ΄αγκαθωτό στεφάνι,
ξεχάστηκε κι οι νέοι δε γνωρίζουν
ποιο θέρος ,ποια χρονιά ο Ονήσιλος σε χάνει
και ποια καυτή βαρυχειμωνιά ,στο τέλος, θα ξορκίζουν;
Τόσο μελάνι για τη σιωπή
κανένα ποιητή δεν έκανε μείζονα.
Τόσο δάκρυ για την γραμμή
καμία τάφρο κατακτητή δε γέμισε.
Τόσο κύμα για την αναμονή
κανένα τιμωρό δεν απολυτάρισε.
Τόσο σύρμα ξένο και βαρύ
κανένας τόπος δεν άντεξε.
*****
ΔΕΙΧΤΕΣ
Δείχτες που μετρούν την απουσία
είναι τα κορμιά μας.
Σ´ ένα χάδι, στου χρόνου τη φιλοτιμία,
βρίσκουμε κάτι απ’ τη χαρά μας.
Τα γρανάζια του έρωτα θα μας ρίξουν
στου πόθου το αβέβαιο κυνήγι,
κι ας ξέρουμε πως ,όταν το σημάδι φύγει,
οι λωτοί της νοσταλγίας θα μας πνίξουν
Την ακάθεκτη προς τη θνητότητα πορεία
μόνο με της αγάπης το κλειδί καθυστερούμε
και στην ταχύτητα του πάθους μόνο η αγωνία
περιμένει για όσα Όχι διστάσαμε να πούμε.
Ο ωροδείχτης της αγάπης δε συγχρονίζεται
με του έρωτα το γοργό λεπτοδείχτη.
Όποιος βυθίστηκε στης σκέψης το ξενύχτι
ξέρει πως η απόφαση δύσκολα χαρίζεται.
*******
ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ
Την αλληλογραφία άσε πάνω στο γραφείο,
όπου χλωμιάζουν οι υπάλληλοι τη μέρα.
Το πουκάμισο δώσε στη μοιραία εταίρα,
γιατί αν σε δουν συνάδελφοι μπορούν
με χίλιους τρόπους να σε ρίξουν καταγής.
Το ψάθινο καπέλο πέταξε σαν δεις
ένστολους χαφιέδες να μισογελούν.
Το περίστροφο ακούμπα στο κομοδίνο,
γιατί δεν ήρθε η ώρα για το νεκροταφείο.
Έχεις ακόμα το φρικτό σημάδι εκείνο
που θρέφει με αίμα το μελανοδοχείο.
Έχεις ακόμα δάκρυα για την μυγδαλιά
που μαράθηκε σε ξένο ανθοδοχείο.
Έχεις ακόμα πυρίμαχο το πνεύμα σου,
κι ας στενεύει της νόσου η άλυτη θηλιά.
Όταν πάρεις τη μετάθεση στα χέρια σου,
σφίξε πάλι τα δόντια για την εξορία.
Γνωρίζεις πως είναι άλλη η τραγωδία,
πως μονάχος έγραψες τους τίτλους τέλους σου.
Όταν τρέμεις για την επίσκεψη της άνοιας,
θυμήσου πως το πέλαγος κρύβει τη λύση.
Όταν βλέπεις στην μαύρη όχθη της αφάνειας
τα τέκνα σου στη βάρκα να σε περιμένουν,
σκέψου πως ο κρότος στη Μούσα θα ηχήσει,
πως οι Ουγκώ κι οι Βερλαίν εσένανε προσμένουν.









