1.
[Η εξαϋλωμένη γυναίκα του Ιούλιου Τυπάλδου]
Μικρέ θεέ
πέσε πάνω στα στήθη μου
μύρισε στο στόμα μου
πετιμέζι
λύσε το μαντίλι που ‘χω
δεμένο στα μάτια
να δω τη μορφή σου
καθώς θα πεθαίνεις
ψάχνοντας τον λόγο της θυσίας
στην πιστή ελευθεριότητα των θηλών μου∙
η ανάσταση
μια ταραχή ανεμπόδιστη
στο σώμα,
απόψε στο κρεβάτι
με τα λερωμένα στρωσίδια
2.
[…]
Στηρίζω το αποψινό όνειρο
πάνω στους αγκώνες
και το διαπραγματεύομαι με όποιον
μού φύτεψε στο νου
τη χάση του ουράνιου προσώπου σου
σαν από κούραση μετά από ένα
αλλόκοτο στοίχημα
που βάλαμε πάνω στο παιχνίδι
να πεθάνω πρώτη
να πεθάνεις πρώτος
κι όπως αδιέξοδα χτυπιέμαι
σαν καληνύχτα πάνω στην πόρτα σου
τι σημασία θα έχει αναρωτιέμαι
να εκπνεύσω το όνομά σου
αν δεν είσαι εκεί να πεις
αγάπη μου∙
βρόχινο σύννεφο
στο στήθος μου απάνω
κι η λύπη του θριάμβου
τούτη τη στιγμή
στο αιδοίο μου έτοιμη
να ξεσπάσει καταιγίδα
3.
Η μαντεία
όταν κλείνω την πόρτα μου στους μάντεις
ένας γέρος από δαύτους
προλαβαίνει και βάζει το πόδι του
για να μ’ εμποδίσει
/αρχίζει τότε να μου μιλά
με λαλιά χελιδονιού
που δεν καταλαβαίνω
και προτάσσει την παλάμη του ζητώντας
λάφυρα πολέμου
-αν πολέμησα ποτέ
Κι εγώ ακούω το τραγούδι της ζωής μου
πώς όλα μάλλον
βαίνουν δυστυχώς
πώς άτεκνη η λαχτάρα μου
θα ριχτεί στο βυθό
/είναι άραγε τραγούδι του Αχέροντα
και τούτη η πλεύση στο σκοτάδι
ή ειμαρμένη; τον ευτυχή φοβούμαι
άλλωστε /δύο μάτια λαμπερά
θα ανάψουν φωτιά
και εγώ τίποτε δεν έμαθα
μόνο να
φυτεύω αλέες με κυπαρίσσια
για να την εμποδίσω
και τούτα πάντα καταντούσαν υπηρέτες
/να ρίχνουν
τον ίσκιο τους
στους μαρμάρινους τάφους
των πιο μισητών θεών τους
/τέτοια η μαντεία
κι ύστερα πέταξε μακριά
για πιο ζεστά μέρη
4.
Ποίηση νεκρή
Χρυσαχτίδα χύνεται
σ’ εκκλησάκι εκπεσόντος και
λιώνει το ψιμύθιο από
το πρόσωπό της∙ έτσι
νέα που ξάπλωσε ανάμεσα
στ’ αμάραντα με λυπεί
στο στήθος και η κοιλιά
μου σφαδάζει από πόνους ζωής
ενόσω εκείνη
δε λυπάται
δε σφαδάζει∙
στ’ αυτιά μου ηχούν
τα τελευταία λόγια
που θυμάμαι
/ποιος άκουσε φωνή
στις κλάδες να κουρνιάζει;
ποιος μήνυσε στο θάνατο
να κόψει την ορμή της;
Κι είναι ώρες που αποφασίσαμε
οι πιο φτωχοί συγγενείς
να τη ρίξουμε
στη φωτιά
5.
Ιδιοτέλεια
Ανασαίνεις ποιήματα
όταν σκοπεύεις τον
θάνατό σου
ξημερώματα
κι εγώ στο πλευρό σου
πλέκω ευχές
να πεθαίνεις
όπως τα γέρικα περιστέρια
στη φρέσκια ασφαλτόστρωση
απομεινάρια
από φτερά και
αίμα
να διασκελίζουν στοιχηματίζοντας
τη ψυχή σου
για τον έρωτα
που σου ‘χω
6.
Προσφυγικό μπλουζ
Ταξιδεύει
γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να γράψει
Σαλπάρει
γιατί τα καράβια δίνουν μεσόπνοα
σύμφωνα
Κάθεται έξω
γιατί εκπνέει στον αέρα το βιβλικό
κρυφό χάσμα του
Στο κατάστρωμα
οι λέξεις πνίγονται καμιά φορά
μες στις λίμνες που σχηματίζουν
τα μεγάλα κύματα
Ο πνιγμός του
μια αράδα που έγραψε
με το μουσκεμένο του μολύβι
Ταξιδεύει
γιατί δεν έχει άλλο τρόπο να γράψει
Καμιά φορά
πεθαίνει λίγο πριν φτάσει στο τέλος•
ένα τέλος σήμερα ορκίζεται
πώς είδε στη ράχη ενός δελφινιού
που ζούσε κάτω από τα σκέλια του Αρίωνα ή
του δελφινικόριτσου
να γαντζώνεται μάταια
στα γλιστερά του πλευρά
σύμφωνο που χάθηκε στην ανομοίωση
πού ό,τι είχε να πει το έγραψε
πάνω στο πάθος
κι ύστερα χάθηκε για πάντα
μέχρι κι ο θάνατος αυτός να παρέλθει
ας πούμε νικητής
ας παραδεχτούμε ηττημένος
μέχρι το επόμενο ταξίδι
στο νησί της Κίρκης
7.
[álfa]
Ξεχώρισέ με ανάμεσα σε τόσους άλλους
αστερισμούς
καθώς περνώ αμέριμνη από τον Περσέα και
την Κασσιόπη
λύσε την κόμη μου και άσε με να πέσω
στην άβυσσο
που κατοικείς αξημέρωτος γράφοντας τα μυστικά
σονέτα
εγώ ο θύσανος που ενώνει την γη και τον
ουρανό
εγώ ένας θάνατος πικρός και αμετάκλητος για μια στιγμή
φωτός
στεφάνι του μεγάλου ποιητή στον εσπερινό σου
έρωτα
πριν ξημερώσει Κυριακή.-
8.
[bē̂ta]
Μέχρι την έκτη ημέρα κείτομαι στο
χάος
της ντροπής που βρήκε την ανάσα του
ωκεανού
και έσπειρε το κενό
και θέρισε τον άνθρωπο
κάπως δεμένο στη δίνη που σχημάτισε
ένα παιδικό παραμύθι
με θαλασσοπόρους που κρύβονται πίσω από χάρτες
και ματογυάλια
εκεί που πάνω στον αφρό από τον εμβρυικό ύπνο
σηκώθηκα
και έβαλα ένα καράβι στο χέρι μου
για να το βουλιάξω κατόπιν
σώζοντας μόνο
τούτη την
ανόητη
συνδήλωση
9.
Τριημιτόνια της ύπαρξης
Πλυμένα από καιρό οστά
Μέσα στη θάλασσα σαν ξύλα
Επιπλέουν κι ο σκύλος τα φέρνει
[Ναι], ο σκύλος τα δαγκώνει γερά
Ώστε η αγωνία του αφεντικού του
Κάποτε τελειώνει στην άμπωτη
Πως θάλασσες σαν κι αυτή
Γεμάτη αναμνήσεις σωμάτων
Ξανάρχεται στην ακτή
Να με καταβρέξει να με σύρει
Να με σκοτώσει αν το κρίνει αναγκαίο
Όταν σ’ εκείνο το σπίτι
Οι πόρτες θα ανοίξουν κι από μέσα
Θα φουσκώσουν οι κουρτίνες
Κι από μέσα θα ακουστούν
Οι γλυκές φωνές των πουλιών
που έχασα ανοίγοντας το κλουβί τους
Που κρεμούσε η μητέρα
Στην πρώτη μας αυλή
Σαν εικονοστάσι χωρίς στύλο
Σαν εικόνα από το χέρι του Ολλανδού
Που τ’ αστέρια του ήταν αστεία
Που τα σταροχώραφά του νεκρά
Που τα κοράκια του πεινασμένα
Ω, οστά του σώματος του ασώματου
Ω, ευτυχία υπερτιμημένη
Πιο καλή μια συνουσία μυστική
Με τον Θεό τον αποκηρυγμένο
Να τελειώσει η ζωή μου
Διακόσια χρόνια πριν
10.
Το υδάτινο αδράχτι
Στοιχειωμένο πιστεύω απαγγέλλει
η καρδιά του φεγγαριού
που από εδώ ως το άπειρο
αργοκλώθει τα νήματα των μοιρών
κόβοντας πάντα το νήμα με την απέχθεια
που ταιριάζει σ’ εκείνον που
δεν μετανοεί για την
κούφια πίστη∙ βάρκες ξεχύνονται
στα ρέματα που βουτάνε
στις απότομες και κλειστές στροφές
της σκέψης μου
/ο μέσα κόσμος
των δεδομένων που εξοικονόμησα για
χάρη αυτής της εξομολόγησης
πως είμαι εγώ το υδάτινο
αδράχτι αυτής της κούφιας πίστης/
όταν δακρύζοντας μου λες πως θες
άλλη μια στιγμή
άλλη μια αγάπη
προτού δύσει ο ήλιος
πίσω από το χέρι
που προστατεύει την όρασή μου
/κι όμως δεν έχω χρόνο
να αποχαιρετήσω τους βαρκάρηδες
και τους ναυαγούς/
τι άδικο να ποθώ τούτο
το ψεύδος που έχω για ζωή
μα άλλο τίποτε
δεν ξέρω από εκείνη









