Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Zefi Daraki, Selected Poems, ((Translated from the Greek by Yannis Goumas)



NEITHER THE ERROR OF SILENCE
NOR THE DEPTH OF VOICE

…Neither the error of voice nor the depth of silence.
Only snow kept on falling upon the sea
until the waves’ blood froze.
Huddled under the lamplight,
hair clothing her all the way down,
and glowing with a childishness of yore. Though the years had passed
and the nightingales muddled their words like oldsters, she kept at it.
In the afternoon she’d read in this empty space,
the floorboards creaking old talk,
the faces mirrored and eternal,
deeds outlined on the windows
not cleaned for years.

She was sitting there,
her mind more bent on embellishing the morrow,
a calm, faint grace spreading shiver-like across her shoulders.

Neither the error of silence nor the depth of voice.
Only snow kept on falling upon the waves,
and her mouth shadowed with big secrets  dreadful secrets
shading her heart and brow.
That light of bygone days surfaced in waves
from inside out.
And the moment life touched it, it turned to dust.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

e.e. cummings, Πέντε ποιήματα (προσωπογραφία: Ιωάννης Μουχασίρης)

Σημείωση Ποιείν: Εγκαινιάζουμε σήμερα τη συνεργασία μας με το ζωγράφο Ιωάννη Μουχασίρη, έργα του οποίου -προσωπογραφίες ποιητών από τη συλλογή του Πεπτωκότες 2009- θα παρουσιάζονται στο Ποιείν συνοδευόμενα από ποιήματα.

 

2 little whos

2 little whos
(he and she)
under are this
wonderful tree

smiling stand
(all realms of where
and when beyond)
now and here

(far from a grown
-up i&you-
ful world of known)
who and who

(2 little ams
and over them this
aflame with dreams
incredible

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Πήττας, Τρία Ποιήματα

Άλφα.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Ανώνυμες οι λίμνες μου μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Μακρύκαννο πρωινό, εκπυρσοκρότησε την Πρώτη του Χρόνου
και η σφαίρα ακόμα ταξιδεύει αποφράζοντας
τις δαιδαλώδεις αρτηρίες μου.

Τι θέλει ο άνθρωπος με τη στολή του δύτη
και στέκει αγνοούμενος στη μέση αυτού του κάμπου;
Γιατί είναι τόσο ξένος;

Γιατί κρατά ομπρέλα ανοιχτή;
Μήτε το φως έχει φανεί κι ούτε σημάδια για βροχή
έδωσε απόψε το φεγγάρι.

Γύρισα πέρα απ’ τον καθρέφτη
που είχε φυτρώσει εμπρός μου.
Μα να, κι άλλος, καθρέφτες πολλοί
προκύπτουν αίφνης από τη Γη
να φύγω;

Μ’ ένα λεβιέ ταχυτήτων στην κοιλιά
με μιαν εξάτμιση στην πλάτη
το Αραράτ καλώ εδώ, μπας και κρυφτώ
από τούτον εδώ τον ιχνηλάτη της ψυχής.

Άβυσσος.

Με μια ταξιανθία αρωμάτων και ποικιλίες μπαχαρικών
φορτωμένος
θα αμυνθώ όσο πρέπει, ώστε την κατάλληλη ώρα
συσσέπαλος να παραδοθώ, το κατά δύναμιν
άφθαρτος, έως παρθένος, στο τι με περιμένει.

Άγνωστες βλέπω τις κοιλάδες μου
έτσι κι αλλιώς, πρώτη φορά τις περπατώ.

Αποσκευές μου, ένα λευκό προσόψιο και το έσχατο
των δακρύων μου, σε μικρό κουτάλι,
να μεταλάβεις, να καταλάβεις
πως ούτω εστί το νόημα των ανέμων
που έλκουν τα νερά στα ψυχονήσια
των οιωνοσκόπων εραστών.

Έλα κατόπιν, να με καλοστρατίσεις
γιατί αποίμαντος πορεύθηκα ως εδώ
ακούγοντας το μινύρισμα της πέτρας,
συλλέγοντας σταγόνες υγρασίας,
που κρύβουν μέσα τους τις εξομολογήσεις των άστρων.

εκείνο το φως που τρεμοπαίζει πάντα μου έμοιαζε τραγούδι

Ανώνυμες οι λίμνες μου, μέσα στην άχλη μιας νύχτας
που δε λέει να φύγει ακόμα.
Θα φύγει!

Διάστικτο πρωινό, διαχέεται γύρω, σαν μουσική
ενός αυλού από την ανατολή
που χρόνια πολλά πριν
χάθηκε στις χαράδρες
μ’ ακόμη αντιλαλεί.

Αντιλαλεί και πάει, κι ανοίγει μονοπάτια
κι όπου σκληρά της Γης, τα κάνει τύμπανα
τα βάζει στο παιχνίδι, δεν αντιστέκονται,
κρατούν ρυθμό.

Τι θέλει ο άνθρωπος με το σκάφανδρο
και στέκει έφεδρος της νύχτας
απέναντι από το φως;
Γιατί είναι τόσο νέος;
Γιατί κρατά δοξάρι;

Μήτε ο αέρας σώθηκε, μήτε ο χρόνος σταματά
κι ούτε η γλώσσα της χορδής μοιάζει να ξέρει.
Γύρισα πέρα από τα χαλάσματα
που φτιάχτηκαν μπροστά μου.

Τζάμια σπασμένα, υαλοθραύσματα επιρρεπή
σε μια διαρκή ειρωνεία.
Αυτή των τεθλασμένων ειδώλων.
Άφωνος στέκω μες στο βαρύτονο τοπίο.
Δεν το αντέχω πια. Να φύγω;
Μ’ ένα ποδήλατο παλιό, ποδήλατο χωρίς πετάλια
το Αραράτ καλώ εδώ μπας και κρυφτώ
από τα πετρωμένα εκείνα που μόνος μου όρισα.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στέλιος Ροΐδης, Επτά νέα Ποιήματα

ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΛΕΜΕ ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΙΑ ΕΔΩ

Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.Το λεμε ονειρο παλιο.
Από πού ερχεσαι;Ποιος είναι ο αγαπημενος σου εχθρος;
Ελα να μισησουμε μαζι.Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.

Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.Το λεμε μακρινο ουρανο.
Εχεις πολύ καιρο νεκρος;Ειχες κανενα νέο από τον Θεο;
Ελα να κανουμε μια προσευχη.Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.

Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.Το λεμε απλα κανονικο.
Θελεις να συμφωνησεις μαζι μου;Θελεις να κανω πως διαφωνω;
Ελα να θαψουμε τον τρελλο.Αυτό δεν το λεμε μοναξια πια εδώ.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιάννης Λειβαδάς – Το εισαγωγικό ποίημα από την “Άτη” (Υπό έκδοση, φθινόπωρο 2010)

Ι.

Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,

μα την άλλη:

αναρωτιέμαι κι επισκέπτομαι

το κοιμισμένο σώμα μου σε κάποιο δωμάτιο μισθωμένο

που η μητρότητα του δρόμου αδυνατίζει

και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω

για της ζωής το παράξενο όνειρο

ενάντια στον άνθρωπο.

Ενός διάκενου η μάστιξ, το ον διαχωρίστηκε και λάμπει,

όπως στη βρώμα της παρόδου μεσαιωνικά κράνη

αντανακλούν σειρές δρυμών ακόμη.

Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα

αυτές οι δουλειές δεν γίνονται μονομιάς

δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια

δεν ξέρω αν υπάρχουν πια ολοκληρωμένα βιβλία –

αν υπάρχει αναγνώστης γιʼ αυτό το ποίημα.

Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα

κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα

απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:

μήπως και κουραστείς απʼ τη ρευστότητα.

Κεσάτια.

Ωραίο νʼ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης

που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι

όπου ξυπνήσαμε όλοι

κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι

γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.

Τα νέα φτάνουν με καθυστέρηση,

πρέπει –

η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,

ο τρόμος προηγείται της λέξης,

η ώρα είναι τρεις,

ώρα να καθίσουμε ήσυχοι.

Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι

Που θα χορτάσει μʼ ό,τι έχουμε νιώσει.

Δημόσιοι ποιητές για αποκούμπι.

Και ο soleil (όχι ο ήλιος) σαν πλανόδιος έμπορος

ξαποσταίνει σʼ έναν κόσμο παλαιών λουλουδιών

μακριά από προτομές και μίση.

Θέλω να σου μιλάω μόνο σαν τα ʽχεις παίξει.

Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε.

Μονάχα οι αρουραίοι δεν έπαψαν.

Εξαιτίας του βάρους ενός ποιήματος

έκανες την ερημιά κρεμάλα

και το στριφτό τσιγάρο μια χάλκινη οχιά·

τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν

σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης.

Άνθρωπος είναι μια επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο.

Θα σε κάνω να γελάσεις

αν κάνω τον πίθηκο,

κι αυτή η ωραία βόλτα στα μαγαζιά

μες στην πυκνή κυκλοφορία θα συνεχιστεί.

Πάει να βραδιάσει,

νέα βιβλία στις βιτρίνες,

νέες ριπές στη βροχή,

είμαστε γεμάτοι τρύπες μα

δεν κάνουμε για κουμπιά,

είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου

και έρχομαι από παντού.

Διαβάστε περισσότερα