Ι.
Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,
μα την άλλη:
αναρωτιέμαι κι επισκέπτομαι
το κοιμισμένο σώμα μου σε κάποιο δωμάτιο μισθωμένο
που η μητρότητα του δρόμου αδυνατίζει
και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω
για της ζωής το παράξενο όνειρο
ενάντια στον άνθρωπο.
Ενός διάκενου η μάστιξ, το ον διαχωρίστηκε και λάμπει,
όπως στη βρώμα της παρόδου μεσαιωνικά κράνη
αντανακλούν σειρές δρυμών ακόμη.
Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα
αυτές οι δουλειές δεν γίνονται μονομιάς
δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια
δεν ξέρω αν υπάρχουν πια ολοκληρωμένα βιβλία –
αν υπάρχει αναγνώστης γιʼ αυτό το ποίημα.
Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα
κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα
απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:
μήπως και κουραστείς απʼ τη ρευστότητα.
Κεσάτια.
Ωραίο νʼ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης
που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι
όπου ξυπνήσαμε όλοι
κι ανάθεμα τη σκοταδιά το μάρμαρο το ξόδι
γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.
Τα νέα φτάνουν με καθυστέρηση,
πρέπει –
η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,
ο τρόμος προηγείται της λέξης,
η ώρα είναι τρεις,
ώρα να καθίσουμε ήσυχοι.
Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι
Που θα χορτάσει μʼ ό,τι έχουμε νιώσει.
Δημόσιοι ποιητές για αποκούμπι.
Και ο soleil (όχι ο ήλιος) σαν πλανόδιος έμπορος
ξαποσταίνει σʼ έναν κόσμο παλαιών λουλουδιών
μακριά από προτομές και μίση.
Θέλω να σου μιλάω μόνο σαν τα ʽχεις παίξει.
Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε.
Μονάχα οι αρουραίοι δεν έπαψαν.
Εξαιτίας του βάρους ενός ποιήματος
έκανες την ερημιά κρεμάλα
και το στριφτό τσιγάρο μια χάλκινη οχιά·
τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν
σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης.
Άνθρωπος είναι μια επιστήμη που μελετά τον άνθρωπο.
Θα σε κάνω να γελάσεις
αν κάνω τον πίθηκο,
κι αυτή η ωραία βόλτα στα μαγαζιά
μες στην πυκνή κυκλοφορία θα συνεχιστεί.
Πάει να βραδιάσει,
νέα βιβλία στις βιτρίνες,
νέες ριπές στη βροχή,
είμαστε γεμάτοι τρύπες μα
δεν κάνουμε για κουμπιά,
είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου
και έρχομαι από παντού.
ΙΙ.
Δυνάμεις δίχως σκηνοθέτη.
Αθόρυβα σημάδια χρόνου
η αδιάσπαστη συνοχή
του Εγώ
για εκατό χρόνια
ίδια και απαράλλαχτη
πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει
γραπωμένη από δεσμοφύλακα
Private eye
τον φλοιό της γης·
Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός
είναι το κάτω μέρος μιας
αναίσθητης γάζας στον πόνο –
Ακόμη
πιο κάτω
παραμένει αθέατο
συνεχίζει αυθεντικό
αυτό
που περιμάζεψε
με τον μυ της καρδιάς
σήμα κατατεθέν
που συγκεντρώνει πάνω του
όλες τις φωτιές του ρυθμού.
ΙΙΙ.
Το έθιμο μιας φιλοσοφίας –
έχοντας υποστεί τρομερό
σοκ είπε όμως ας παίξουμε το
Χειμώνας
Άνοιξη
Καλοκαίρι
Φθινόπωρο
Χειμώνας
όσο είμαστε χαμένοι σʼ αυτή
την τόσο ευκίνητη σαν γλώσσα
γλώσσα
τόσο ευκίνητη
άνοιξη καλοκαίρι
που ακόμα για το όμως τραγουδάει
λέει
τι
είμαστε ενωμένα έθνη
ο κόσμος γυρίζει
πάει
πηγαινοφέρνει
γοητεύεται απʼ τον αγγειοπλάστη
τα κόκκινα άνθη που κρέμονται
από χαμηλές γέφυρες –
στα κρεβάτια που ξυπνάει
επαληθεύει
αυτό μπορεί και ανάποδα να πει
ανάποδα όμως όχι να το
πράξει
μʼ αυτά τα πόδια πάνω σε μια
σχεδόν στρογγυλή γη
όταν κάθε αντίλαλος έχει πάψει
και πέρα
βρέχει.











Λέξεις που σκέφτονται πάνω στις λέξεις, γραφή που συλλογίζεται το γραφόμενο, ώσπου να το ξεπεράσει, ακόμη και με την σπάνια υπεκφυγή σε δημοτικούς δεκαπεντασύλλαβους. Και πίσω από μια διαρκή εναλλαγή προσώπων αφήγησης, που προσδοκούν να γίνουν επικλήσεις σε πρόσωπα, αυτή η απλωμένη σκιά της ερημιάς όπου η κάθε πράξη ζητά δικαίωση από τις λέξεις και μόνο, γιατί το περιεχόμενο του κόσμου ορίζεται αυστηρά από αυτές. Δεν υπάρχουν παρεκκλίσεις από την αρχετυπική ιδέα της σύλληψης του κόσμου μέσω φθογγοσήμων, καθώς η εικονοπλαστική διάσταση της γλώσσας ερμηνεύει και συγχρόνως ψάχνει τρόπους διαφυγής και υπέρβασης των γεγονότων, αξιοποιώντας τις δυνατότητες κατανόησης, ίσως λιγότερο με την παρατήρηση, περισσότερο όμως με μια εμβάθυνση στη μνήμη.
“Οι καιροί είναι φριχτοί, τους αρπάζεις σαν κολλητική αρρώστια.”
Σπουδαίο ποίημα από ένα δημιουργό δοσμένο στο γράψιμο, με μια οπτική αντίληψη που γίνεται πραγματική θέαση.
Στα μεγάλα ποίηματά του, όπως και τα 3 πρόσφατα (Α.Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ), νιώθουμε περισσότερο αυτήν την αίσθηση του Γίγνεσθαι. Τη διαρκή αντίσταση του ποιητή που παλεύει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, γράφοντας τον εαυτό του, αναλαμβάνοντας όμως μέσα απ’ αυτόν το βάρος της συλλογικής της πτώσης (αναγκαστικά, αφού αυτή έτσι είναι και αυτός δεν μπορεί να κάνει αλλιώς). Και ο τρόπος που γράφεται γίνεται εν κινήσει. Με το δικό του όμως ρυθμό που δεν τον έχει αρπάξει από πουθενά, απλά τον βρίσκει στις κινήσεις των πραγμάτων, των καταστάσεων. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραλληλίσω την ποίηση του Λειβαδά, με την κάμερα-μάτι του Τζίγκα Βερτωφ, με την έννοια πως αυτή προχωρά ψηλαφιστά μέσα στο χάος των οπτικών γεγονότων και αφήνεται στην έλξη ή την απώθηση των κινήσεων, στο δρόμο της ίδιας της της κίνησης (“Δυνάμεις χωρίς σκηνοθέτη”).
Μ’ αυτόν τον τρόπο αφού μιλάμε για γλώσσα (της ποίησης), το νόημα μιας και μόνο λέξης σε μια πρόταση αποκαλύπτεται μόνο μέσα στην ολότητα της πρότασης, του ποίηματος εν τέλει που όμως ποτέ δεν τελειώνει. Κι αυτό νομίζω σημαίνει να γράφεις κατά τον τρόπο που είσαι (πράγμα πολύ πιο δύσκολο απ’ ότι φαντάζεστε).
Υπ’ αυτήν την έννοια μου έρχεται στο μυαλό και η σχέση του με τη τζαζ.
Κάτω από άλλες προυποθέσεις για αυτήν την ανάρτηση θα έλεγα-τα θερμά μου συγχαρητήρια και τέτοια. Τώρα θα αρκεστώ να πω πως απλά συμπάσχω με αυτό το ποίημα. Ειλικρινά.
Κοίτα να δεις που καταργούνται τα σχόλια, ενώ υπάρχουν τόσα πολλά να ειπωθούν, ας πούμε υπό μορφή σχολίων, γι αυτό επανέρχομαι, ως σχόλιο του εαυτού μου, ανίκανος για κάτι περισσότερο, και αφιερώνω στο Τζόνυ το ακόλουθο ελλιπές, αφού η παρόρμηση συμβαίνει πάντα ελλιπής, γιατί εξ ορισμού αναζητά την ολοκλήρωση. Κρίμα και λοιπόν:
ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ
κρεμασμένος σε γωνία
να κοιτάζω ένα θολό ποτήρι
έξω να περνά μια παρέλαση τρόμου
μπορεί γέλιου τυφλού
με τις λέξεις
φώτα μιας αναίτιας παράστασης
Υπάρχει σίγουρα μια ανάσα με δόντια
κι ένα βαλς της σφαγμένης μνήμης
ενώ όλα τα κίνητρα να θυσιάζονται
στο πεντάγραμμο της υποψίας
Η τέχνη του λόγου δε με αφορά
στη τέχνη της ζωής βλέπω κατάληξη
αλλά δε παραβλέπω
την αυταπάτη της Γαλλικής Επανάστασης
καθώς και τις υπόλοιπες στιγμές
της ανθρώπινης φρίκης
ώστε να μένω πιστός
στο νηπιακό χαμόγελο
Διακρίνω σαφέστατη την επίδραση του Ελύτη: Ήλιος! Κολύμπι! Ουρανός! Γη! Πέρα, βρέχει!
Σ;ο)
«Ωραίο ν’ ακούς τα βάσανα μιας σκέψης/που έχει τις ρίζες της χωμένες στο σκοτάδι/όπου ξυπνήσαμε όλοι/κι ανάθεμα τη σκοτάδια το μάρμαρο το ξόδι/γιατί είμαστε όλοι ανήλιαγα σε πέτρα λαξεμένοι.» H «Άτη» του Γιάννη Λειβαδά κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως επιτάφιο σήμα, για να υπενθυμίζει ως μικρή θεά, με την ιδιότυπη παραφροσύνη της και την τύφλωση της, την επιβεβλημένη «άνωθεν» στον άνθρωπο θνητότητα και περατότητα του. Τον τιμωρεί τον άνθρωπο για την αλαζονεία του, οδηγώντας τον στη συμφορά, στον όλεθρο, στον τάφο, τον δικό του και των οικείων του.
Τώρα που «Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε» ως άλλος σύγχρονος αττικός αμφορέας, μελανόμορφος, τοποθετείται η «Ατη» ως κτέρισμα στην ταφή του ανθρώπου στην οποία καλούμαστε από τον ποιητή Λειβαδά να παραβρεθούμε. O ενταφιασμένος ο κάθε ένας από εμάς. Γινόμαστε εμείς σταδιακά ο νεκρός καθώς ξετυλίγεται ο ποιητικός του κόσμος.
Κουβάρι που λύνεται προς όλες τις διαστάσεις «είμαι στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου/και έρχομαι από παντού», η ποίηση του Λειβαδά εξοικειώνει τον άνθρωπο με τον θάνατο, τον μετεωρισμό του θανάτου, που τον γειώνει περίτεχνα, φέρνοντας τον στο ύψος των ματιών του κάθε ανοιχτού στο επερχόμενο ανθρώπου.
«Γεννάμε ένα ακόμα σκουλήκι/Που θα χορτάσει μ’ ό,τι έχουμε νιώσει». «Η τέχνη είναι εξίσου ηλίθια με τη μνήμη,/ ο τρόμος προηγείται της λέξης». Σαν πρησμένη συνείδηση προσπαθεί να ηρεμήσει η σκέψη, ο τρόπος του ο ποιητικός, ο ταυτισμένος με την ζωή, καταγράφοντας τον άνθρωπο και τα ανθρώπινα. Έτσι, ως ερημίτες-ήρωες μαζί με τον ποιητή Λειβαδά πλέουμε άλλοτε ονειρικά και άλλοτε βασανιστικά πάνω σε έναν τόπο-νησί που γαληνεύει μα μετά αναστατώνεται, πάνω σε μια λίμνη που εναλλάσσει γύρω μας το μαύρο με το γαλάζιο, το κόκκινο με τον άνθρωπο «και γυρίζω για ένα λεπτό να μιλήσω/για της ζωής το παράξενο όνειρο/ενάντια στον άνθρωπο.»
Η ζωή τάχα ακολουθεί τους ατάραχους ρυθμούς των εποχών, μα οι άνθρωποι δεν αποκόπτονται ποτέ από τα εγκόσμια, δεν μπορούν να αποφύγουν την έλξη της ζωής, τα πάθη και τα βάσανά της, καθώς «τα νύχια που σκάβουν τον λάκκο τους ανήκουν/σε δάχτυλα που σχηματίζουν το σήμα της νίκης».
Κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του ποιητή, παίρνουμε μαζί με τον ίδιο ένα σκληρό μάθημα συνειδητοποιώντας αδιάκοπα το δύσβατο του κόσμου. «Δυσοίωνη φιλική σκιά με αναζητάς κάπως άτσαλα» και «δεν ξέρω αν έχω αναποδογυρίσει ίσια». Το πάθος δεν σώζει, καθώς κι ο ποιητικός του λόγος «Σου λέω δεν έχω τη γνώση που σώζει,/μα την άλλη».
Εισβάλλει στον κλειστό μας κόσμο και τον ανοίγει. Ο πόθος για ζωή και πραγμάτωση δεν οδηγεί στην εμμονή και στο έγκλημα, αλλά στην περισυλλογή και στην ματαίωση, μεταθέτοντας τη συντριβή του ανθρώπου, συντρίβοντας τον. Δεν αφυπνίζει η ποίηση του Λειβαδά, φωνάζει τον θάνατο να συντροφεύσει τον άνθρωπο.
Τονίζει συχνά σημαντικές λεπτομέρειες, κρατώντας «όλες τις φωτιές του ρυθμού» στο σύνολο των ποιημάτων του, επαναθέτοντας την ποιητική προβληματική του.
«Ο ουρανός δεν είναι πάντα παρισινός/είναι το κάτω μέρος μιας/αναίσθητης γάζας στον πόνο». Δεν εγκαταλείπει το περίγραμμα στις μορφές που δημιούργει, «έκανες την ερημιά κρεμάλα». Χρησιμοποιεί λίγο χρώμα, κυρίως κόκκινο σε μεγάλες επιφάνειες ή σε εναλλαγή με το μαύρο, «Καμιά φορά παρατηρείς απρόσμενα τα πάντα/κάπως να μοιάζουν σαν αλλιώτικα/απελπισμένος από απαίσιο πράγμα:/μήπως και κουραστείς απ’ τη ρευστότητα.»
Οι συνθέσεις του διακρίνονται για τη σφριγηλή σωματικότητα των μορφών, την έκδηλη δραματικότητα και τη ζωντάνια τους η αδιάσπαστη συνοχή/του Εγώ/για εκατό χρόνια/ίδια και απαράλλαχτη/πρήζεται σαν ζώο πεθαίνει». Στο ώμο της ζωής –σαν σε αγγείο- η ποίηση του Λειβαδά ως πλοχμός από ανθέμια και άνθη λωτού φωτίζει στολίζοντας την ύπαρξη.
Τέλος συνομιλεί κυρίως στο ΙΙΙ με το “Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας…και πάλι άνοιξη” του Κιμ Κι Ντουκ, βαθαίνοντας περαιτέρω και φωτίζοντας πιο δύσκολες και ενδιάμεσες αποχρώσεις. Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.
Την Άτη την φοβούνταν σύμφωνα με την αρχαία μυθολογία ακόμα και οι δώδεκα θεοί. Η κόρη αυτή του Δία θόλωσε ακόμα και το μυαλό του πατέρα της που εκτός ελέγχου την άρπαξε και την τίναξε στη Γη, απαγορεύοντας της για πάντα την είσοδο στον Όλυμπο. Την διέταξε να ταλαιπωρεί μόνο τους ανθρώπους. Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.
Για τη σκοταδιά για το μάρμαρο για το ξόδι να πουμε ρε Γιάννη για το γαμημένο το πώς από παντού στην είσοδο ενός μυαλού ξενοδοχείου για τα νύχια που σκάβουν το λάκο τους για το άτσαλο της σκιάς για την κρεμάλα την απελπισία τον τρόμο πριν πριν τη λέξη…μόλο το θάρρος Γιάννη γιατί συνευχηθήκαμε για το καλό της χρονιάς και γιατί απ τα προχτέ σέχω διαβάσει και μου χεις μιλήσει πολύ
φχαριστώ σε για το δρόμο:)
2.014 επισκέψεις η συγκεκριμένη ανάρτηση…και λίγα αλλά ζουμερά σχόλια. Έχει δίκιο ο σχολιαστής:
“Κοίτα να δεις που καταργούνται τα σχόλια, ενώ υπάρχουν τόσα πολλά να ειπωθούν…”.
Καταγράφω για τον ιστορικό του μέλλοντος τον αριθμό των επισκέψεων σε αντιδιαστολή με τον αριθμό των σχολίων, για το πως προσλαμβάνεται το καινούργιο εν τη γεννέσει του…
Γιάννη σ’ ευχαριστούμε.
Σα σπαράγματα οι στίχοι εκφράζουν μια παρακμασμένη και ακρωτηριασμένη εποχή. Ο ποιητής μιλάει ψάχνοντας τον αφανή πόλεμο που εκφράζει, μέσα απο εικονοπλαστικές πυκνώσεις και φιλοσοφίζοντες αφορισμούς.
Η αφηγηματικότητα έχει διαλυθεί μέσα σε αφαιρετικές εικόνες και μονόστιχες εκλάμψεις που τείνουν στην ατάκα, και που προσπαθούν να χαράξουν μια σύντομη αλλά αιχμηρή πορεία μέσα στη (αυτο)ανάγνωσή τους.
Ο ποιητής περιπλανιέται στο ασυνείδητό του προσεκτικά και αποσπασματικά, ανοίγοντας ενίοτε χαοτικές πορείες όπου η απροσωπία εναλλάσεται με μια περιπλοκή των προσώπων που τείνουν στο α’ ενικό ή πληθυντικό και οι διασκελισμοί μετεωρίζονται ή ακυρώνονται, προσπαθώντας να συλλάβουν την ουσία ενός Γίγνεσθαι μέσα απο δόκιμες και λιγότερο δόκιμες πινελιές στο Είναι.
Αυτά, απο αυτά που διάβασα.
Με αφορμή τις 2.014 επισκέψεις στη σημαντική ανάρτηση του Γιάννη Λειβαδά, το σχόλιο του σχολιαστή “καταργούνται τα σχόλια, ενώ υπάρχουν τόσα πολλά να ειπωθούν…” και το σχόλιο του Σ.Παστάκα στο σχόλιο του σχολιαστή, σταχυολογώ από τα σχόλια:
“Λέξεις που σκέφτονται πάνω στις λέξεις, γραφή που συλλογίζεται το γραφόμενο”
“η εικονοπλαστική διάσταση της γλώσσας ερμηνεύει και συγχρόνως ψάχνει τρόπους διαφυγής και υπέρβασης των γεγονότων”
“μια οπτική αντίληψη που γίνεται πραγματική θέαση”
“η διαρκής αντίσταση του ποιητή που παλεύει να μην υποταχτεί στην ανθρωπότητα, γράφοντας τον εαυτό του”
“να γράφεις κατά τον τρόπο που είσαι (πράγμα πολύ πιο δύσκολο απ’ ότι φαντάζεστε).”
“Κάτω από άλλες προυποθέσεις για αυτήν την ανάρτηση θα έλεγα-τα θερμά μου συγχαρητήρια και τέτοια. Τώρα θα αρκεστώ να πω πως απλά συμπάσχω με αυτό το ποίημα. Ειλικρινά.”
“H «Άτη» του Γιάννη Λειβαδά κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως επιτάφιο σήμα”
“«Η εποχή που μιλούσαμε δυσνόητα πέρασε» ως άλλος σύγχρονος αττικός αμφορέας, μελανόμορφος, τοποθετείται η «Ατη» ως κτέρισμα στην ταφή του ανθρώπου στην οποία καλούμαστε από τον ποιητή Λειβαδά να παραβρεθούμε.”
“Δεν αφυπνίζει η ποίηση του Λειβαδά, φωνάζει τον θάνατο να συντροφεύσει τον άνθρωπο.”
“η ποίηση του Λειβαδά ως πλοχμός από ανθέμια και άνθη λωτού φωτίζει στολίζοντας την ύπαρξη.”
“Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.”
“Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.”
“Ο ποιητής περιπλανιέται στο ασυνείδητό του προσεκτικά και αποσπασματικά, ανοίγοντας ενίοτε χαοτικές πορείες όπου η απροσωπία εναλλάσεται με μια περιπλοκή των προσώπων που τείνουν στο α’ ενικό ή πληθυντικό και οι διασκελισμοί μετεωρίζονται ή ακυρώνονται, προσπαθώντας να συλλάβουν την ουσία ενός Γίγνεσθαι”
Ειλικρινά δεν βρήκα κανένα ενδιαφέρον .
Ρηχός, ρηχότατος ο κ.Λιβαδάς,συγκρινόμενος με τον κ.Ρακόπουλο ας πούμε…
Γι’ αυτό και τα λίγα -χλιαρά- σχόλια, υποθέτω…
Είμαι σίγουρος, κ.Παστάκα, ότι υπάρχουν εκατοντάδες αξιολογότεροι δημιουργοί
που θ’ άξιζε να τους γνωρίσουμε εδώ….
Οφείλουμε να είμαστε ανοιχτοί όχι μόνο στο επερχόμενο αλλά και στο “περασμένο”. Να αναπλάθουμε αναπλάθοντας. Να γίνεται τριβή. Να μετέχουμε και σε αυτό που δεν μας ταιριάζει. Κίνηση. Να προσπαθούμε να γίνουμε αυτό που ποτέ δεν θα είμαστε. Καθώς πολεμάμε τις ταυτότητες και τις ιδεολογίες. Αν ήδη είσαι, είσαι κλειστός και ακίνητος. Δεν γίνεσαι. Νερά που λιμνάζουν σαπίζουν.
“Μεστός θανάτου δεν ανήκει στο κοινωνικό περιθώριο, αλλά στο πνευματικό, τείνοντας χείρα φιλίας χωρίς τη θέληση να καθοδηγήσει.”
“Μόνο ο άνθρωπος που αγαπάει την έκθεση, τη γύμνια και το μετέωρο του ανθρώπου, μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο, δεν βγαίνεις ταλαιπωρημένος από την ποίηση του, αλλά γονατίζεις τον θάνατο, τον κατεβάζεις μια σπιθαμή, καθώς πεθαίνεις.”
“Nα γράφεις κατά τον τρόπο που είσαι (πράγμα πολύ πιο δύσκολο απ’ ότι φαντάζεστε).”
Στο σχόλιο 10, προτείνω να μην περιαυτολογεί και να μιλήσει επί της ουσίας, δηλαδή να προτείνει, αντί να τείνει δάχτυλο κριτή.
Διαβάζοντας τα ποιήματα του κ. Λειβαδά ένοιωσα αυτό που πάντα θεωρώ ότι χαρακτηρίζει την ουσία και την δυναμική της καλής ποίησης. Να εξαφανίζεται ο ποιητής και τη θέση του να παίρνει το ποίημά του. Να αποτελεί τούτο μια πράξη εσωτερικής αλληλομετάγγισης λόγου και αίσθησης. Και τούτο κατορθώνει ο ποιητής με τούτα τα ποιήματα. Τον ευχαριστώ.
Λυπάμαι που παρεμβαίνω. Και τούτο διότι -για λόγους αρχής- δεν έχω ποτέ σχολιάσει στο Ποιείν, κι ούτε πρόκειται. Το σχόλιο του κ. σχολιαστή όμως (κακεντρεχώς ή άλλως, μου είναι αδιάφορο), δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις.
Καλό θα ήταν να αποσαφηνιστεί λοιπόν ότι ούτε τον κ. Πελαγινό του σχολίου 10 γνωρίζω ούτε -αλίμονο!- έχω ποτέ καταχωρήσει ανώνυμο ή ψευδώνυμο σχόλιο σε οποιονδήποτε φορέα, πόσω μάλλον στο Ποιείν. Ό,τι (κι όπου) έχω δημοσιεύσει κοσμείται από ονοματεπώνυμο και, συχνά, βιογραφικό. Τα περί ‘περιαυτολογίας’ λοιπόν, προσβάλλουν τόσο τον υποφαινόμενο όσο (υποθέτω) και τον συγγραφέα του σχολίου 10.
Ευχαριστώ
Θοδωρής Ρακόπουλος
Ίσως η περιαυτολογία, κύριε Ρακόπουλε, για την οποία κατηγορεί ο σχολιαστής τον κύριο Πελαγινό, να εντοπίζεται στο “υπάρχουν εκατοντάδες αξιολογότεροι δημιουργοί” (μέσα στους οποίους ο κύριος Πελαγινός, ενδεχομένως, κατά το σχολιαστή, συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του).
Αλλά αυτά δεν σας αφορούν, και κακώς, κατ’ εμέ, ασχολείστε.
Κόσμε χρυσέ, κόσμ’ αργυρέ, κόσμε μαλαματένιε,
και ποιος θα σε κερδίσει,
ψεύτη κόσμε…
Παναγιώτη, διαβάζοντας το σχόλιο 10, η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν πως ο κύριος Ρακόπουλος σχολιάζει με ψευδώνυμο. Η δεύτερη, πως ο κύριος Πελαγινός προβοκάρει. Συνεπώς, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, ο κύριος Ρακόπουλος ορθώς ασχολήθηκε με το ζήτημα αποσαφηνίζοντας τις (ενδεχομένως όχι τυχαία διατυπωμένες) ασάφειες των σχολίων καθώς και των επισχολιασμών.
Αγαπητή Ειρήνη, μου επιτρέπετε;
“Συνεπώς, κατά την άποψή μου τουλάχιστον, ο κύριος Ρακόπουλος ορθώς ασχολήθηκε με το ζήτημα”, ώστε να διορθώσει την πρώτη και τη δεύτερη σκέψη σας.
Ο κύριος Ρακόπουλος, καίτοι πολύ νέος, ασχολείται με πράγματα που αφορούν τους γέρους, τους νεκρούς και τους συγγενείς τους. Πρόκειται απλώς για μια επισήμανση – ως τέτοια, δεν χωρά ένσταση.
Σκεφθείτε το κι αλλιώς: Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την Ειρήνη – ή εξαιτίας της.
Σταματώ εδώ: Δεν είναι σωστό να καταχρώμαι το χώρο του κύριου Λειβαδά για θέματα άσχετα με την ανάρτησή του.
Με τη δέουσα εκτίμηση στα πρόσωπα, τα ονόματα και τα βιογραφικά…
Αφού λοιπόν τρώγεστε με το αυτονόητο, εε, φάτε το: κατά πρώτον, ο σχολιασμός μου στο σχόλιο 10 δεν έχει απολύτως καμιά προσωπική αιχμή προς οιονδήποτε, ακόμη και προς όσους προσπαθούν να μάθουν ελληνικά. Όταν θέλει κάποιος να κρίνει, ας ορίσει πρώτα τα κριτήρια, και μετά ας εκθέσει τις σκέψεις του, και μετά θα κριθεί. Αμ πως αλλιώς…Κατόπιν όλων αυτών, να δηλώνει κάποιος ότι μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία είναι ρηχότατη, ότι τα σχόλια είναι χλιαρά και ότι υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι δημιουργοί, δίχως καν να μπαίνει στον κόπο να κατονομάζει ούτε και να δικαιολογεί το παραμικρό, εε, αν αυτό δεν είναι περιαυτολογία, ας απευθυνθούν σε έγκυρο λεξικό όσοι δεν γνωρίζουν την ετυμολογία της λέξης, τότε είναι στην καλύτερη περίπτωση μια άστοχη φλυαρία, από τις τόσο συνηθισμένες στο Αιγαίο των ροφών και των ψώνιων. Και ελάχιστα είπα.
Αγαπητέ Παναγιώτη, αν αναφέρθηκα στις σκέψεις μου, το έκανα επειδή οι σκέψεις μας δεν είναι ποτέ απολύτως δικές μας…
Τελικά το προβοκατόρικο σχόλιο του κ Πελαγινού έκανε τη δουλειά του. Το επιβεβαιώνει περίτρανα η αντίδραση του σχολιαστή.
Βεβαίως και όλα γίνονται για την ειρήνη, μόνο που η ειρήνη είναι μια ιδέα απατηλή.
Τα σέβη μου.
μηπως μπορειτε να μας πειτε κ. Λειβαδα πότε θα και κυκλοφορήσει η ανθολογια ινδικης ποιησης του 20ου αιωνα και απο΄ποιον οικο?
σας ευχαριστω
Κύριε Λειβαδά, οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξατε η πιο ευχάριστη έκπληξη των τελευταίων πέντε ετών της ζωής μου. Η ποίηση σας οπωσδήποτε δε χαρακτηρίζεται από ποιητική διάθεση αλλά από μία ενέργεια που μετατρέπεται σε Ποίηση! Θα ήθελα να ξέρετε ότι είστε ένα άτομο που εκτιμώ ιδιαίτερα και με την πρώτη ευκαιρία μου στην πρωτεύουσα θα το ήθελα πολύ να σας συναντήσω άμα ευκαιρείτε. Σας εύχομαι ένα υπέροχο βράδυ.
Με εκτίμηση,
Μάριος Π. Βιτάλης (Ο συγγραφέας του “The Nightshift”, σύντομα από τις εκδόσεις Faber&Faber)