Σίσσυ Δουτσίου, «Τα παλιά τα σπίτια έχουν φαντάσματα»
18Σεπ
`
Αφιερωμένο στη S. Carapetian και στον D. Graeber που περάσαμε μαζί εκείνο το καλοκαίρι
Ζήσαν πολλοί
ανθρακωρύχοι, αφέντες και αφεντάδες
δούλες και υπηρέτριες
αγρότες
στις 4 τα ξημερώματα
ο θερισμός και οι δεσμίδες καπνού
όμορφες φτωχές εικοσάχρονες
σφιχτά κόκκαλα
σπόροι κάνναβης
οι άντρες κάπνιζαν και οι γυναίκες πιπίλιζαν τα φύλλα.
Tα δυνατά κορίτσια
αποκεφάλιζαν τις πάπιες,
η σούπα έτοιμη για όλη την οικογένεια,
κρασί με ζάχαρη και μοσχοκάρυδο
ψωμί με λάβδανο και
η στοργή της σκιάς των δέντρων
χαρίζει τη σκέψη της εξέγερσης στους νεότερους.
Ο χρόνος του κόσμου πέρασε.
Το μέλλον των ανθρώπων υπήρξε.
Ο νόμος σαν γλώσσα που
δεν κοιτάζει ποτέ τʼ αστέρια
«μην εκπλήσσεστε, η ζωή και ο αιώνας
σαν οικογενειακοί φίλοι
(που) εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον».
Θυμάμαι την αυλή της γιαγιάς μου και
το φάντασμα του παππού μου
να μουρμουρίζει:
«το Κομμουνιστικό Κόμμα μας πρόδωσε».
Οι φτωχοί και οι κομμουνιστές τρώγανε
το καρπούζι για φαγητό,
για να χορτάσουν.














