`
Πέρσις
Οι καιροί βυθίζονται στους γερμένους ώμους.
Ανοίγω τους χάρτες και ψάχνω την Τροία.
Mες στην αχλή η μαντεία
του Κάλχαντος.
Θυμαρίσιο μέλι στάζει
πάνω στην ακύμαντη θάλασσα.
Πορφυροβαμμένες, χάλκινες ελπίδες
Αποβιβάζονται σιμά στο ακρογιάλι.
Τόπος φωταυγής με τους κίονες
να στενάζουν τη ζέστη του μεσημεριού.
Μαντατοφόροι του ουρανού τα όρνια
διαβάζουν τα σημάδια των καιρών
και κάνουν κύκλους
πάνω από την ακρόπολη.
Λήθαργος βαρύς τούτος ο πόλεμος,
Οδυσσέα.
Ξέμεινε από φρόνηση και σκοπό
όχι από τόξα.
Και Νεοπτόλεμος μεν αποκτείνει Πρίαμον
επί τον του Διός του ερκείου βωμού καταφυγόντα…
Έπειτα εμπρήσαντες την πόλιν
Πολυξένην σφαγιάζουσιν
επί τον του Αχιλλέως τάφον…*
Ύβρις και νέμεσις.
Βαρύ είναι το κουβάλημα του νόστου,
Οδυσσέα.
Oι καιροί βυθίζονται στους γερμένους ώμους.
Θολή εικόνα το ομηρικό τοπίο.
Το πύρωμα του ήλιου γαντζώνεται
στην πλάτη της απεραντοσύνης.
Κίτρινες σημαδούρες πλέουν
ανασαίνοντας τη λάβρα.
Γεύομαι τον κουρνιαχτό που φθίνει
ανάμεσα στις στοιβαγμένες πέτρες.
Σκορπίζομαι σε μνήμες αδάκρυτες
μέσα σε πύλες σκαιές.
Ρίγος πελαγίσιο εφορμά.
Νοτιάς ριπίζει τις ψυχές.
Εκάβη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα…
Αχιλλέας, Έκτορας, Πάτροκλος…
Όλα φθίνουν.
Οι δρόμοι αδειάζουν τη σιωπή στο ξεραμένο χώμα.
* Ἀρκτίνος, Ἰλίου Πέρσις (Πρόκλου, Χρηστομάθεια).
Διαβάστε περισσότερα