`
Αφιερωμένο στη S. Carapetian και στον D. Graeber που περάσαμε μαζί εκείνο το καλοκαίρι
Ζήσαν πολλοί
ανθρακωρύχοι, αφέντες και αφεντάδες
δούλες και υπηρέτριες
αγρότες
στις 4 τα ξημερώματα
ο θερισμός και οι δεσμίδες καπνού
όμορφες φτωχές εικοσάχρονες
σφιχτά κόκκαλα
σπόροι κάνναβης
οι άντρες κάπνιζαν και οι γυναίκες πιπίλιζαν τα φύλλα.
Tα δυνατά κορίτσια
αποκεφάλιζαν τις πάπιες,
η σούπα έτοιμη για όλη την οικογένεια,
κρασί με ζάχαρη και μοσχοκάρυδο
ψωμί με λάβδανο και
η στοργή της σκιάς των δέντρων
χαρίζει τη σκέψη της εξέγερσης στους νεότερους.
Ο χρόνος του κόσμου πέρασε.
Το μέλλον των ανθρώπων υπήρξε.
Ο νόμος σαν γλώσσα που
δεν κοιτάζει ποτέ τʼ αστέρια
«μην εκπλήσσεστε, η ζωή και ο αιώνας
σαν οικογενειακοί φίλοι
(που) εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον».
Θυμάμαι την αυλή της γιαγιάς μου και
το φάντασμα του παππού μου
να μουρμουρίζει:
«το Κομμουνιστικό Κόμμα μας πρόδωσε».
Οι φτωχοί και οι κομμουνιστές τρώγανε
το καρπούζι για φαγητό,
για να χορτάσουν.
Ο ένας, ο εαυτός
ο ψυχισμός της θάλασσας και
η υποκρισία
παράσιτα: τα χέρια.
Η προίκα,
τα ασυνήθιστα σεντόνια από τα παζάρια των τσιγγάνων,
ένα φτωχό σπίτι
επαρχιώτες αντάρτες,
τότε.
Ο πόλεμος συμβουλεύει τα αγριογούρουνα,
ο κρίσιμος ήχος της ακίνητης θάλασσας,
στην άκρη της Ευρώπης η βοήθεια βαφτίστηκε ελεημοσύνη.
Δεν υπάρχει εκείνη η κατάλληλη στιγμή
όπου
τα βάσανα θα λυτρωθούν.
Η σάρκα έτοιμη
το αίμα καταδικασμένο να υπομένει τον θάνατο.
Κύριε, η ποίηση διαφθείρει την πίστη μου.
Οι δυνάμεις των ισχυρών νικήσαν.
Θα σταματήσουμε να βλέπουμε νυχτερίδες μέσα στην πόλη.
Θα σταματήσει η άναρχη φύση να μας χαϊδεύει τα πόδια.
Το μόνο που έμεινε είναι ένας ουρανός
δίχως σώματα,
ο γαλαξίας δεν αγκαλιάζει πια τη γη
ο φημισμένος Ωρίωνας δεν ανέτειλε
τα τελευταία 10 χρόνια.
Το μόνο που έχει πια η πόλη
είναι μια παλιά αμμουδιά
και ουρανοξύστες δίπλα στις τελευταίες
βάρκες της Μεσοποταμίας.
Καληνύχτα, όμορφε άντρα
εδώ τα περιστέρια τρώνε τις καμινάδες
της βιομηχανικής ζώνης
Καληνύχτα Αγάπη, εδώ οι ψυχές λησμονούν
το ναρκωμένο αιθέρα.
Τα εργοστάσια έμειναν άδεια,
σταδιακά κατακτήθηκαν από την πέτρα.
Το εφήμερο και οι αιώνες.
Ο ήλιος πλέκει τις πλεξούδες
μιας ξεχασμένης παρθένας
στην κοιλάδα.
Νίκησαν άλλοι
Αυτά τα παράθυρα στέκουν ακόμα
εκεί
κάτω από τα κεραμίδια.
Υπάρχουν ακόμα οι σαύρες,
σε κάποιες επαρχιακές πόλεις
κάνουν θόρυβο κάτω από τις σακούλες σκουπιδιών
και στα θεμέλια από σκοτεινές εκκλησίες.
Δεν μου άρεσαν ποτέ τα καινούργια σπίτια
μου αρέσουν οι σοφίτες, το βουβό φως
της διανόησης του κόσμου,
η περιουσία ενός αυτοσχέδιου κήπου
ένας βάλτος
μια παρέα από αγοροκόριτσα
και δυο μεγάλα φίδια
να προστατεύουν το δεντρόσπιτο
Είχαμε πάντα μια καραμπίνα στο σπίτι μας
Τα πιτσιρίκια θάβουν ένα σπουργίτι
Οι ήσυχες κηδείες και
τα λεπτά δάχτυλα της τριανταφυλλιάς
αυτά μου αρέσουν
Η πόλη χρειάζεται φροντίδα
εμείς και ο σκοπός μας
θα θεραπεύσουμε
το τέλος.
Μερικές φορές αυτή η υγρασία μου αρέσει
οι αλάνες με τη λεβάντα και το λεμονόχορτο
αυτά μου αρέσουν
Ο πειρασμός της μαγείας
απέναντι στο θρήνο του κόσμου
Αυτό το απόγευμα πρέπει να συγκινηθούν
τα ελάφια και οι λύκοι
οι τρυποκάρυδοι και οι τίγρεις
να κατακτήσουν τις πλατείες
να χτίσουν ένα οχυρό
να μιλήσουν για τους τάφους γυναικών –
αυτές οι γυναίκες που πλένουν
τις σκεπές των σπιτιών τους
με μια διάπλατη σιωπή
αυτές και το κενό διάστημα –
οι γυναίκες που αγγίζουν τις στάχτες
των αποτεφρωμένων μαξιλαριών τους
υπνωτισμένες,
χαμογελάνε μόνο στο ξημέρωμα του Αυγούστου
παίζουν τα Ελευσίνια Μυστήρια στο
λευκό τραπέζι της κουζίνας τους,
τυλίγονται με σιδερωμένα υφάσματα
μέσα στις φθαρμένες ντουλάπες και κλαίνε αθόρυβα
δίχως να ακουστεί ούτε ένα δάκρυ
Πρέπει να σώσουμε την πόλη,
τον έρωτα των ζευγαριών,
πρέπει να σώσουμε την πολυγαμία
Εδώ, κάποτε δούλευε ο πατέρας μου
Μου αρέσει να πηγαίνω βόλτα στις γειτονιές
που υπερασπιζόμουν κάποτε τη μικρή μου αδερφή,
στους δρόμους που έκανα ποδήλατο και
στις αυλές που διαβάζαμε τους Μυστικούς Εφτά.
Να ανοίγω τα μάτια μου
να κοιτάζω με λεπτομέρεια όλες εκείνες τις στιγμές,
το παιχνίδι, τριγύρω πολλές γάτες
και οι σημαίες της Ειρήνης
καρφωμένες σε τουρκουάζ φυλλώματα.
Τα βαμμένα φρούτα και οι ανήλικες μαινάδες
Το διαμέρισμα που έμενα
δίπλα σε μια εκκλησία
άθεη – τότε –
δέκα χρονών και άθεη
Γιʼ αυτό λένε:
τα παλιά τα σπίτια έχουν φαντάσματα
οι μνήμες κατοικούν μέσα στα κουφάρια,
μπετόν και λάσπη
παρελθόν, παρόν και μέλλον.
Βλέπω το παλιό δημαρχείο
φθαρμένο σαν από στάχτη
και θυμάμαι
την ταλαιπώρια της μάνας μου
και εκείνα τα πρωινά
που ερχόταν με τη θεία μου
για να της βγάλει το επίδομα αναπηρίας
και δεν της το δώσανε ποτέ.
Α, ρε μάνα έχεις δουλέψει πολύ
πολλές ώρες, πολλά παιδιά
οι εκλογές και το βιβλιοπωλείο
και στο χωράφι δίπλα
ηλιοκαμένα πρόσωπα,
σκληρά χέρια, ένα στόμα που προσεύχεται τη νύχτα
κρυφά.
Ο θυμός και η μιζέρια καταγής,
τα βουνά και τα παιδιά χορεύουν
– μακριά από το οίκτο –
κάτω από το ζευγάρωμα των αστερισμών.
Καταλαβαίνω το πρωινό ξύπνημα, τον παιδίατρο,
τις αργίες και το δώρο των Χριστουγέννων,
την ασφάλεια υγείας και τα εργατικά ατυχήματα,
αυτοί που δεν μπορούν να πιστέψουν πως
η ζωή είναι ένα μυστήριο και
το κλάμα της ερωτευμένης Αλεξάνδρας
Δεν χρειάζεται να κλέβουμε με αγωνία το δέρμα των ζώων
για να θρέψουμε τις μέρες μας
καλύτερα
να σπείρουμε το χωράφι
κριθάρι και ρύζι
αλλά
μόνο,
όταν αυτό θα είναι
μια κοινή απόφαση- μέχρι τότε
η πίσσα ακόμα θα βρωμάει μέσα στα σπλάχνα μας.
Είναι και η καριέρα και
το απελπισμένο βλέμμα στον καθρέφτη
και η δημοσιότητα και η επιτυχία
Η ποίηση είναι σαν δώρο
για όλους τους άλλους που δεν γράφουν
Η ηρεμία του κάμπου
ξύπνησε τους γονείς μου
και τους προγόνους μου
Ελπίζουν πως θα αποκτήσουν
το ευρετήριο της ελπίδας
Αλήθεια
Βρέθηκα
Γονατισμένη
Δίνοντας
Ελιές και Ζωή
στον Ήλιο
Θεός και Θάλασσα
Ιδρωμένα
Κορίτσια
Λένε το Μέλλον
η Νεότητα
Ξάφνου η Ομορφιά της
Πεταλούδας και ο Ποταμός
στη Ραχοκοκαλιά σου
Στοργικά με Τρυφερότητα
Ύψιλον στον Ύψιστο
Φέρνω Χελιδόνια στην αγκαλιά μου
Ψωμί και Ωμέγα.
Αυτό που ήθελα να γράψω ήταν για:
την εγκαταλελειμμένη πατρίδα των παιδικών μου χρόνων
`
*****************************************************
`
Η Σίσσυ Δουτσίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αστροφυσική στο University of Sussex στο Brighton της Αγγλίας και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή Δήλος το 2009. Συμμετέχει στη συλλογικότητα Κενό Δίκτυο (Θεωρία, Ουτοπία, Συναίσθηση, Εφήμερες Τέχνες). Eίναι ιδρυτικό μέλος του +Ινστιτούτου [Πειραματικών Τεχνών]. Πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις («Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ, «Πεθαίνω Σαν Χώρα» του Δ. Δημητριάδη, «Ψύχωση!» της Σάρα Κέιν, «Νύχτα» της Ρεμπέκα Πρίτσαρντ κ.α.). Συμμετείχε σε ποιητικές αναγνώσεις και video art εκθέσεις της ομάδας «Κενό Δίκτυο» με την οποία έχει περιοδεύσει για ομιλίες, ποιητικές αναγνώσεις, performances και video art εκθέσεις στην Ευρώπη, τις Η.Π.Α., το Μεξικό, την Ινδία και το Νεπάλ. Ποιήματα της πρωτοεμφανίστηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά «Συμπαντικές Διαδρομές» (2007) και «Ένεκεν» (2008). Παρουσίαση και αφιερώματα έχουνε γίνει στα Ποιητικά, στα Αρτοποιήματα της ΕΡΤ3 ανάμεσα σε πολλά άλλα.
Βιβλία :
Συμμετοχή στο συλλογικό έργο “We Αre an Ιmage from the Future – the Greek Revolt of Dec. 2008” (ΗΠΑ, ΑΚ Press, 2010) με το δοκίμιο «Τhe Limitations of Antisexism»
«Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», εισαγωγή Νάνος Βαλαωρίτης (εκδ. Κενότητα, 2012)
«Ω! Απόκρυφον» (εκδ. Κενότητα 2015)
«Η Ηδονοβλεψίας» (εκδ. Κενότητα 2018)
«Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης: 1550-2017» μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018











Απίστευτο. Φοβερό. Μπράβο!
Μου άρεσε… & με ταξίδεψε.
Πολλοί από εμάς, νομίζω, έχουμε να θυμόμαστε κάποιο
παλιό σπίτι…
Δεν καταλαβαινω γιατι δημοσιευετε δηθενιες. Ψευτικο και άψυχο. Δεν πονάει αυτος που το γραφει. Λέξεις μετα την άλλη απλά.
Θα μπορούσα να υπερασπιστώ ολόκληρη την ποίηση της κυρίας Δουτσίου επειδή την παρακολουθώ από τότε που έβγαλε την πρώτη ποιητική της συλλογή.
Αλλά απλά θα καταθέσω το απόσπασμα που η ίδια έχει γράψει για την ποίηση στην «Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης: 1550-2017» μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018, Canada. Το παραθέτω στα ελληνικά:
“Η ποίηση είναι η φροντίδα που προσφέρει ο πνευματικός κόσμος του ανθρώπου απέναντι στο δέος του κόσμου. Η καρδιά και τα μάτια του ποιητή συντονίζονται με μια συγκίνηση που πηγάζει από την ευτυχία του έρωτα, την δυστυχία του αποχωρισμού, από τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Ο ποιητής καταφέρνει να χαϊδέψει τον πόνο, τον τρόμο, τη φρίκη και τις βαθύτερες επιθυμίες για οποιαδήποτε απόλαυση, έκσταση, διαφωνία με τους ηθικούς κώδικες της εποχής του.
Η ποίηση έχει δύναμη, έχει οστά και σάρκα γιατί ταράσσει το σώμα του αναγνώστη. Είναι το καλλιτεχνικό έργο της ικανότητας του ανθρώπου να μεταφράζει κυρίως τις αισθήσεις του συνομιλώντας εις βάθος με την έκπληξη. Το έργο της μοναχικότητας. Η μοναξιά του ανθρώπινου σώματος και του νου μπορεί να χαράξει αυτό το καλλιτεχνικό έργο. Η ποίηση όπως και το θέατρο είναι ένας τρόπος ζωής. Η προτροπή του ποιητή να αιφνιδιάσει τον εαυτό του διαρκώς με το θεματικό εύρος της ποίησης του, τον προικίζει με την δυνατότητα ενός αθεράπευτου ρομαντισμού απέναντι στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Ο ποιητής προσπαθεί να επιβιώσει στη βαρβαρότητα της εκάστοτε εποχής μέσω της γραφής. Δεν είναι μια καταγραφή των προσωπικών υπαρξιακών αδιεξόδων ούτε ένας πειραματισμός στη μορφή αλλά μια γοητευτική πνευματική αύρα που ενισχύεται από τον στοχασμό και την κριτική στάση απέναντι στον κίνδυνο της απουσίας μεγάλων συναισθημάτων και έντονων βιωμάτων.
Η ποίηση βηματίζει, εγείρει ενστάσεις και αγκαλιάζει με ενθουσιασμό την ανθολογία του ανθρώπινου βίου.”
Oπότε το σχόλιο του κυρίου Περιστέρη είναι ένα σχόλιο ανούσιο και μέσω της ανωνυμίας του απλά καταθέτει την κακία του και την αντιπάθεια του προς το άτομο. Κρίμα.
Πάλι καλά που υπάρχουν άνθρωποι που διαχωρίζουν την κριτική από την λάσπη.
Γνωρισα ολιγον το εργο της κα Σ. Δουτσιου μεσω της ιστοσελιδας της το 2012. Η Σ.Δ. ειναι ενας ερωτικος ποιητικος χειμαρος, κορη του Μπουκοφσκι ενω κανει παρεα με τον δισεγγονο του νοθης κορης του Μπωντλερ, ειναι μακρυνη συγγενης του Ντε Σαντ στα πεζα της,…..
Στην ουσια ειναι νεο-ρομαντικη, οπως ο Μπωντλαίρ -στην εποχη του- προσπάθει να ενυφάνει την ομορφιά με την κακία, τη βία με την ηδονή στην ερωτικη πραξη και να καταδείξει τη μεταξύ τους σχέση. Η εμμονη στο σεξ ειναι ενα αλλοχαρακτηριστικο των πεζων της.
Σο λινκ στο τελος μπορει οποιος /α ενδιαφερεται να διαβασει περισσοτερα.
Οι κριτικοι ποιησης μπορειτε να τα γραψετε καλυτερα.
Ιδου και η τοτε αποκριση μου με αυτοματη γραφη.
ΕΡΩΤΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ (σατιρικο)
Ερωτικη ποιηση, αχ αυτη η Δουτσίου
συναγερμος αισθησεων :ιου ιου ιου
αμα της θεασεως σας γιναμε τσιου τσιου
αρρενες και λεσβιες του λεκανοπεδιου!
Περικλης ας ημουνα και συ η Ασπασια
σιγα μην ασχολιουμουν με την χρεωκοπια
στην επαυλη μας αραχτος στα ιλισια πεδια
ποιητικο ερωτα, θεατρικο, ιδου ποια ειν’ η ουσια!
Και ας λενε-οι ανεραστοι- πως αυτη την δεκαετια
σκληρη και επιμονη αν ειναι η εργασια
εξαγωγες θα κανουμε εκει στην Εσπερια
του ελλειματος η υποθεση να γινει ιστορια.
Μύριες Καρυατιδες σαν εσε, ω δευτερη Ασπασια
μελαχροινες να αποστελλαμε εκει στην Γερμανια
του Σοϊμπλε ιαθηκε πληρως η αναπηρια
των ομολογων πληρης η κουρά με τοση ευτυχια!
Καλος ο Μαρξ, η Λουξεμπεργκ, η ριμα δεν μου βγαινει
ο Ζιγκμουντ ομως τα’ λεγε εκει εις την Βιεννη
ο Βιλχελμ ακου ανθρωπακο, την οργονη
εσχατως την ωκυτινη και την τεστοτερονη!
Αφωτιστος Φιλελλην
9.4.12
http://ecstaticpoetrysemeli.blogspot.com/2012/04/httpvoidnetwork.html
Ευτυχισμένος στο φτωχικό σου
Σαν να διηγηται κάποιος που ρουφάει την ζωή κάποιου άλλου.
Ένας θάνατος.
Μία αποστασιοποίηση από το παρελθόν.
Σαν ένα μυστικό που το ξέρουν όλοι.
Σαν την ανάγκη να δεις με τα δικά σου μάτια.
Ξεχνώντας.
Ευτυχισμένος στο φτωχικό σου.
Κική Ματέρη