Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Μιχάλης Γκανάς, «Κοιτάζει τα χέρια της»

Από το βιβλίο: «γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες», εκδ. Μελάνι, 2010

 

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;” Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.
Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Upton Sinclair, «Η ζούγκλα» (μετάφραση: Κώστας Αλάτσης), εκδ. Σύγχρονη εποχή, 1993

Αποσπάσματα
Μια ολόκληρη ώρα πριν φτάσει η συντροφιά στην πόλη, είχαν προσέξει ανησυχητικές αλλαγές στην ατμόσφαιρα. Γινόταν όλο και πιο σκοτεινή, ενώ πάνω στη γη το χορτάρι φαινόταν όλο και λιγότερο πράσινο. Κάθε λεπτό, καθώς το τρένο συνέχιζε να τρέχει, τα χρώματα των πραγμάτων γίνονταν πιο μουντά. Τα χωράφια ήταν τώρα ξερά και κίτρινα, το τοπίο αποκρουστικά γυμνό. Και, μαζί με τον καπνό που πύκνωνε, άρχισαν να προσέχουν ένα άλλο χαρακτηριστικό: μια παράξενη, ερεθιστική μυρωδιά. Δεν ήταν σίγουροι πως την έβρισκαν δυσάρεστη αυτή τη μυρωδιά. Μερικοί θα μπορούσαν να την πουν αηδιαστική, αλλά το γούστο τους στις μυρωδιές δεν είχε αναπτυχθεί κι ήταν απλά σίγουροι πως την έβρισκαν περίεργη. Τώρα, καθισμένοι στο βαγόνι, καταλάβαιναν πως τραβούσαν κατά την εστία της, πως είχαν κάνει όλο το ταξίδι από τη Λιθουανία για να φτάσουν σ’ αυτήν. Δεν ήταν πια κάτι το μακρινό και αμυδρό, που το ‘νιωθες σε ριπές. Μπορούσες, όχι μόνο να το μυρίσεις, αλλά και να το γευτείς στην κυριολεξία, μπορούσες σχεδόν να το πάρεις στα χέρια σου και να το εξετάσεις με την ησυχία σου. Οι γνώμες τους μοιράστηκαν. Ήταν μια μυρωδιά στοιχειακή, ωμή κι ακατέργαστη, ήταν πλούσια, κάπως ταγκή, αισθησιακή και δυνατή. Μερικοί τη ρουφούσαν σαν να ήταν πιοτό, άλλοι έβαζαν τα μαντήλια τους στο πρόσωπό τους. Οι νέοι μετανάστες τη δοκίμαζαν ακόμη, χαμένοι μέσα στη σαστιμάρα τους, όταν ξαφνικά το τρένο σταμάτησε, η πόρτα του βαγονιού άνοιξε μ’ ένα τράνταγμα και μια φωνή φώναξε: «Σφαγεία!»»
Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γιώργος Ιωάννου, «Επιτάφιος θρήνος», εκδ. Κέδρος, 1980

[…] Βγαίνοντας από την εκκλησιά ο Επιτάφιος, τράβηξε πρώτα πλάγια, χώθηκε μες στις γειτονιές με τα κλειστά, όπως είπαμε, ισόγεια, με τα χαμαιτυπεία του λιβανιού, και δεν τον είδαμε σχεδόν καθόλου, άλλωστε στην αρχή είναι μπουλούκι πάντοτε, ώσπου να συνταχθεί, να βρει τον ήχο του και το ρυθμό του, να πάρει ν’ αναδίνει μυρωμένο θάνατο, φτάνοντας στο κορύφωμα στο τελευταίο ιδίως στάσιμο, όπου όλοι έχουνε πιάσει πια το ρόλο τους, τον εκτελούνε στην εντέλεια, τόσο που θέλει χρόνο ολόκληρο για να εξατμισθεί αργότερα. Πάντως, ακούσαμε τις πρώτες νότες του ν’ απομακρύνονται και ήταν η μοναδική ίσως στιγμή που νιώσαμε ένα σφίξιμο, που μέναμε έτσι μακριά από το πλήθος και το συρφετό, ενώ εκεί ανήκαμε, μπορούσαμε να είμαστε κι εμείς κατόπι του, σηκώνοντας σκόνη τεφρή με τα ποδάρια μας, μα ώσπου να διαλογιστούμε αυτά, πιάσαμε θέσεις στο παράθυρο να δούμε τον λαμπρό του γυρισμό στο λαξευτό μνημείο του. Και όταν πήρε η κυκλοφορία να παραλύει, να προηγούνται τα μικρά παιδιά, ν’ ανάβουνε κεριά στα υψηλά πατώματα, ετοιμαστήκαμε κι εμείς να απολαύσουμε το μέγα θέαμα, στο σκότος μέσα της κρεβατοκάμαρας.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «ΛΑΛ: Γνωστοποίηση  πένθιμου γεγονότος», εκδ. Κουκκίδα, 2022 (Γράφει ο Μιχάλης Παπαδόπουλος)

 

Η ευκρασία του πένθους

 

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ένας εξόχως ευ-ερέθιστος ποιητής, όχι υπό την τρέχουσα έννοια ενός εμμονικώς κοχλάζοντος θυμικού, αλλά υπό την έννοια ενός εγρήγορου και με αναπεπταμένες κεραίες δημιουργού, που συλλαμβάνει τις κρούσεις και τις παρακρούσεις των καιρών, χωρίς αυτό να σημαίνει πως το έργο του περικλείεται σε μια στενή και μονοσήμαντη διάσταση της επικαιρότητας, κάθε άλλο. Ως προς τούτο είναι ένας διαρκώς αμφίπλευρα εμπλεκόμενος μάρτυρας του παρόντος, θα τολμούσα να πω, ένας από εκείνους τους ποιητές ίστορες του παρόντος, που η μνημονική τους τεχνική λειτουργεί όχι σαν απόπειρα συγκράτησης ή ανασυγκρότησης του παρελθόντος, αλλά ως εγχείρημα στύλωσης των αλληλουχιών του χρόνου, υπόμνηση, δηλαδή, και συνακολουθία της ροής.

Αν και θεωρώ πως τα βιβλία και, ιδίως, τα βιβλία του ιδίου  συγγραφέα, δεν πρέπει να αντιπαραβάλλονται, καθότι κάθε βιβλίο είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με κάποιο συγκεκριμένο πράγμα ή με κάποιο πράγμα με το οποίο ένα προηγούμενο βιβλίο επιχείρησε να συνδιαλεχθεί και, δηλώνει, eo ipso, το πού βρίσκεται ο συγγραφέας του τη στιγμή ακριβώς που το γράφει,  εντούτοις θα τολμούσα να πω πως ο ΛΑΛ Γνωστοποίηση Πένθιμου Γεγονότος (τίτλος που, πέραν από τη μετα-αποκαλυπτική του συνδήλωση, αποτελεί και μια έμμεση  αναφορά στην κατακλυσμιαία αναγγελία πένθιιμων ειδήσεων που κατακλύζει τα ΜΜΕ και τα λεγόμενα social media) τίθεται σε μια προεκτατική γραμμή σε σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του ποιητή, Μυστικοί Άνθρωποι, στο οποίο κορυφώνεται η μέχρι τότε περιοχοθέτηση της ποιητικής του ανθρωπογεωγραφίας και εκφραστικής. Ο ΛΑΛ θα μπορούσε, σ’ αυτό το πρίσμα, να αναγνωστεί ως ένας από τους μυστικούς ανθρώπους της προηγούμενης συλλογής, που τώρα εμφανίζεται με πιο ισχνά χαρακτηριστικά, όντας ενδεδυμένος ένα είδος αδιαφάνειας, που καθιστά τη μυστικότητά του διαρκώς ενεργή αλλά και πεισματικά γοητευτική ταυτόχρονα. Μια φιγούρα που εμφανίζεται και εξαφανίζεται ραγδαία, με τον τρόπο ακριβώς που υπάρχει στην πραγματική ζωή, μια ύπαρξη, δηλαδή, στη μεθόριο των περιθωρίων, χωρίς προνομίες αλλά και χωρίς προνομιούχο ενδιαφέρον και αντίληψη γι’ αυτήν. Στα δύο βιβλία, ωστόσο, λειτουργεί μια αντιθετική, κατά κάποιον τρόπο, επεξεργασία της μυστικότητας. Οι μυστικοί άνθρωποι της ομώνυμης συλλογής στερούνται ονόματος, ωστόσο, διαζωγραφίζονται ως προς τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της ύπαρξης και της ζωής τους με αρκετές πληροφορίες, γνωστοποιούνται, με άλλα λόγια, πάρα την αδιατάραχτη ανωνυμία τους. Ταυτόχρονα, έχουν το προνόμιο της ομιλίας, αποτελούν φορείς μιας ενσαρκωμένης αδιαφάνειας ομιλητικά ικανής. Ο ΛΑΛ, από την άλλη, παρότι ονοματολογικά εμφανής, παραμένει άγνωστος ως προς το ποιος πραγματικά είναι και στερείται, ταυτόχρονα, φωνής, αποτελεί, δηλαδή, μια άγνωρη παρουσία, έστω και αν ο ίδιος ο ποιητής φρόντισε, εξωκειμενικά, προτού εκδοθεί ακόμη το βιβλίο, να γνωστοποιήσει την ταυτότητά του. Αλλά, το ίδιο το βιβλίο παραμένει εξαιρετικά φειδωλό ως προς την παρουσίαση ή αυτοπαρουσίαση του συγκεκριμένου προσώπου.  Αναμένω ότι ο Γιώργος, στη συνέχεια, θα εστιάσει συστηματικότερα σ’ αυτή την ενδιαφέρουσα persona, που δεν αποτελεί μονοσήμαντα ένα λογοτεχνικό επινόημα, αλλά αρύεται από μια ολοζώντανη ύπαρξη που κινείται ανάμεσά μας με το ειδολογικό στοιχείο της ξενότητας και η οποία, ως τέτοια, προβληματοποιεί καίρια τόσο τη σχέση μας προς τον άλλο, όσο και τη σχέση μας προς εαυτόν.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Αθηνά Κακούρη, «Ο χαρταετός», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002

(απόσπασμα)

Το καφενείο ήταν αδειανό. Όλες οι πόρτες του ανοιχτές, να μπάζουν τον λιγοστό αέρα. Έρημα και τα πεζοδρόμια.

Ο Θανάσης ανέσυρε το ρολόι του, έριξε μια ματιά– αργούσε ο Μανώλης. Σίγουρα είχε βρει στον Φρουρό πολύ περισσότερη δουλειά απ’ ό,τι είχε υπολογίσει. Να πάρει ο διάβολος και τον Φρουρό και τα δοκίμια!

Η ιδέα του Μανώλη να κάνει διορθώσεις στην εφημερίδα του Λάμπη τον ερέθιζε. το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Υπήρχε κάτι σ’ αυτή την ανατροπή που δεν μπορούσε να το χωνέψει. Ο Μανώλης είχε χάσει σε λίγους μήνες μέσα όσα οι πρόγονοί του τού είχαν κληροδοτήσει. Ήταν κρίμα – αλλά δεν ήταν αυτό που κακοφαινόταν του Θανάση. Πολλά λεφτά είχαν χάσει και άνθρωποι έμπειροι σαν τον Καλλίτση, πονηροί σαν τον Καραδήμα, ένα πλήθος κόσμου είχε χάσει την περιουσία του ολόκληρη ή ένα μέρος της.

Την περιουσία του την είχε χάσει ο Μανώλης αγοράζοντας μετοχές με την ελαφρομυαλιά που μπορεί να έχει ένας νους οξύς όταν στρέφεται σε θέματα που τα θεωρεί κατώτερα της προσοχής του. Αλλά, για τον Θανάση, τα άλογα, οι επισκέψεις στον Ιλισό και τα εξεζητημένα ρούχα δεν ήταν αυτά που δικαιολογούσαν την ύπαρξη του φίλου του επί γης – όχι, καθόλου. Αν δεν έμεναν του Μανώλη αρκετά για να συνεχίσει το είδος της ζωής που του άρεσε, του έμενε όμως ο μεγάλος πλούτος γνώσεων μέσα στο καλό μυαλό που του είχε δώσει ο Ύψιστος και, αντλώντας απ’ αυτόν τον θησαυρό, χρωστούσε ο Μανώλης να δώσει καρπούς.

Διαβάστε περισσότερα