Γιάννης Ρίτσος, «Αίας» (σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου) [θερινή περιοδεία]
8Ιου
Ο Αίας έχει παραπλανηθεί. Υποκύπτει στην παραπλάνηση που οργανώνει η Αθηνά και στρέφεται ενάντια στα ζώα νομίζοντας ότι εξοντώνει ανθρώπους, τους εχθρούς του, γιατί ο Αίας είναι ήρωας ενός άλλου κόσμου, μιας εποχής που έχει παρέλθει. Είναι η εποχή που τέλος της διαμάχης σήμαινε απαραίτητα τέλος των μονομάχων. Την άλλη μέρα συνειδητοποιεί την πλάνη του. Τον πνίγει η ντροπή. Τον εκμηδενίζει η καταισχύνη. Το έργο του Σοφοκλή μας λέει ότι πέρασε πια ο καιρός που ο κόσμος χρειαζόταν την αξία του σπαθιού, δηλαδή ο κόσμος του Αίαντα, τώρα οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν την αξία του νου. Είναι ο κόσμος του Οδυσσέα. Το έργο του Γιάννη Ρίτσου από τη δική του μεριά συνομιλεί με το κείμενο του μεγάλου τραγικού διασταυρώνοντας τις αρετές της γλωσσικής εικονοπλασίας με τη δύναμη της θεατρικής συνθήκης. Ανήκει στην περίοδο της μεγάλης ωριμότητας του ποιητή όπως και τα υπόλοιπα κείμενα της “Τέταρτης Διάστασης”. Μέσα στο ζόφο της δικτατορίας ο Ρίτσος πιάνεται από τους ήρωες του αρχαίου κόσμου, υπερασπιζόμενος την ισχύ και τη μαγεία της γλώσσας μας σε έναν καιρό που το εθνικό γλωσσικό μας όργανο δεχόταν μια συστηματική επίθεση από τους θεράποντες της ανοησίας και της πατριδοκαπηλείας.
[Σημείωμα σκηνοθέτη]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Γυναίκα, τί κοιτάς; Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα,
βούλωσε τις χαραματιές, μπαίνουν κακά μαμούδια, σαύρες,
μπαίνουν μεγάλες μύγες και γέλια κρυφά. Κοίτα, στον τοίχο,
μια μαύρη μύγα, μαύρη, μαύρη, μεγαλώνει, μαυρίζει τη μέρα,
μαύρον αγέρα ρουθουνίζει, — σκέπασέ την με το χέρι σου, σκότωσέ την,
δεν μπορώ ναν τη βλέπω. Τί πέτρωσες έτσι; Ε, λοιπόν, κοίταξέ με —
Εγώ ειμαι ο δυνατός, ο αδάμαστος, — πολύ με φορτώσατε μ’ εγκώμια,
πολύ με βαρύνατε, με πνίξατε, —ένας ένας σας κι όλοι μαζί κρεμασμένοι
απ’ το λαιμό μου— με πνίξατε. Νά το έργο σας. Χαρείτε το. Κανένας
δε μου το συχωρνάει να ’μαι μιαν ώρα κι εγώ κουρασμένος· κανένας
δε μου το συχωρνάει να ’μαι άρρωστος. Εσείς, τα δικά σας
τα πιο μικρά σας βάσανα, μεγαλωμένα, μου τα ρίχνατε στη ράχη —
όλο παράπονα και κλάψες: — ξελογιάστηκε η δούλα μ’ ένα ναύτη,
η άλλη φοράει μεταξωτό πουκάμισο, η άλλη βάφει τα μάτια της μεγάλα,
η άλλη βάφει κυκλαμινιά τα νύχια της, η τρίτη, η μικρότερη,
σήκωσε κότσο τα μαλλιά της, ξέχασε μες στη σκάφη το σαπούνι·
τα μαρούλια μαράγκιασαν· λιγόστεψε το κάρβουνο· τα βάσανά σας
ναν τ’ αραδιάζετε την ώρα του δείπνου, κείνη τη γαλήνιαν ώρα
που σταματάνε οι μάχες κι οι καυγάδες, κι ο καθένας γυρεύει
μια στάλα λησμοσύνη, απογέρνοντας στις πρώτες ανάγκες του κορμιού του,
ανάμεσα στα πιάτα, στα ποτήρια που αχνοφέγγουν ήμερα κάτω απ’ τους λύχνους —
κι εσείς συνέχεια να μορφάζετε, να λαχανιάζετε, να κουνάτε τα χέρια,
ανοίγοντας ένα πελώριο στόμα, καταπίνοντας τον αέρα, τ’ αστέρια
κι ένα μικρό αστρουλάκι πονηρό, σαν ασημένιο ρεβίθι, και να λέω
τώρα θα της σταθεί στο φάρυγγα, θα φτερνιστεί, θα πνιγεί, θα σωπάσει.









