Ο Αίας έχει παραπλανηθεί. Υποκύπτει στην παραπλάνηση που οργανώνει η Αθηνά και στρέφεται ενάντια στα ζώα νομίζοντας ότι εξοντώνει ανθρώπους, τους εχθρούς του, γιατί ο Αίας είναι ήρωας ενός άλλου κόσμου, μιας εποχής που έχει παρέλθει. Είναι η εποχή που τέλος της διαμάχης σήμαινε απαραίτητα τέλος των μονομάχων. Την άλλη μέρα συνειδητοποιεί την πλάνη του. Τον πνίγει η ντροπή. Τον εκμηδενίζει η καταισχύνη. Το έργο του Σοφοκλή μας λέει ότι πέρασε πια ο καιρός που ο κόσμος χρειαζόταν την αξία του σπαθιού, δηλαδή ο κόσμος του Αίαντα, τώρα οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν την αξία του νου. Είναι ο κόσμος του Οδυσσέα. Το έργο του Γιάννη Ρίτσου από τη δική του μεριά συνομιλεί με το κείμενο του μεγάλου τραγικού διασταυρώνοντας τις αρετές της γλωσσικής εικονοπλασίας με τη δύναμη της θεατρικής συνθήκης. Ανήκει στην περίοδο της μεγάλης ωριμότητας του ποιητή όπως και τα υπόλοιπα κείμενα της “Τέταρτης Διάστασης”. Μέσα στο ζόφο της δικτατορίας ο Ρίτσος πιάνεται από τους ήρωες του αρχαίου κόσμου, υπερασπιζόμενος την ισχύ και τη μαγεία της γλώσσας μας σε έναν καιρό που το εθνικό γλωσσικό μας όργανο δεχόταν μια συστηματική επίθεση από τους θεράποντες της ανοησίας και της πατριδοκαπηλείας.

[Σημείωμα σκηνοθέτη]

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Γυναίκα, τί κοιτάς; Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα,
βούλωσε τις χαραματιές, μπαίνουν κακά μαμούδια, σαύρες,
μπαίνουν μεγάλες μύγες και γέλια κρυφά. Κοίτα, στον τοίχο,
μια μαύρη μύγα, μαύρη, μαύρη, μεγαλώνει, μαυρίζει τη μέρα,
μαύρον αγέρα ρουθουνίζει, — σκέπασέ την με το χέρι σου, σκότωσέ την,
δεν μπορώ ναν τη βλέπω. Τί πέτρωσες έτσι; Ε, λοιπόν, κοίταξέ με —

Εγώ ειμαι ο δυνατός, ο αδάμαστος, — πολύ με φορτώσατε μ’ εγκώμια,
πολύ με βαρύνατε, με πνίξατε, —ένας ένας σας κι όλοι μαζί κρεμασμένοι
απ’ το λαιμό μου— με πνίξατε. Νά το έργο σας. Χαρείτε το. Κανένας
δε μου το συχωρνάει να ’μαι μιαν ώρα κι εγώ κουρασμένος· κανένας
δε μου το συχωρνάει να ’μαι άρρωστος. Εσείς, τα δικά σας
τα πιο μικρά σας βάσανα, μεγαλωμένα, μου τα ρίχνατε στη ράχη —
όλο παράπονα και κλάψες: — ξελογιάστηκε η δούλα μ’ ένα ναύτη,
η άλλη φοράει μεταξωτό πουκάμισο, η άλλη βάφει τα μάτια της μεγάλα,
η άλλη βάφει κυκλαμινιά τα νύχια της, η τρίτη, η μικρότερη,
σήκωσε κότσο τα μαλλιά της, ξέχασε μες στη σκάφη το σαπούνι·
τα μαρούλια μαράγκιασαν· λιγόστεψε το κάρβουνο· τα βάσανά σας
ναν τ’ αραδιάζετε την ώρα του δείπνου, κείνη τη γαλήνιαν ώρα
που σταματάνε οι μάχες κι οι καυγάδες, κι ο καθένας γυρεύει
μια στάλα λησμοσύνη, απογέρνοντας στις πρώτες ανάγκες του κορμιού του,
ανάμεσα στα πιάτα, στα ποτήρια που αχνοφέγγουν ήμερα κάτω απ’ τους λύχνους —
κι εσείς συνέχεια να μορφάζετε, να λαχανιάζετε, να κουνάτε τα χέρια,
ανοίγοντας ένα πελώριο στόμα, καταπίνοντας τον αέρα, τ’ αστέρια
κι ένα μικρό αστρουλάκι πονηρό, σαν ασημένιο ρεβίθι, και να λέω
τώρα θα της σταθεί στο φάρυγγα, θα φτερνιστεί, θα πνιγεί, θα σωπάσει.

Ακόμα και την ώρα του έρωτα, τη νύχτα, στο κρεβάτι, ξάφνου
ν’ αναθυμόσαστε που ξεχαστήκαν στην αυλή τα μανταλάκια της πλύσης
και θα σαπίσουν απ’ την υγρασία. Αχ, ανόητες, έτσι
μας διώχνετε έξω απ’ το κρεβάτι, έξω απ’ το σπίτι, έξω απ’ τον κόσμο,
έξω απ’ το πραχτικό, σοφό μυαλό σας, το δοκιμασμένο
με συνταγές μαγειρικής, γλυκών, ποτών, φαρμάκων· έξω
από την ίδια τη ζωή με τα μικρά, ιερά, καθημερινά συμβάντα,
με τα μικρά, χεροπιαστά αντικείμενα που ξεκουράζουν απ’ τ’ άπιαστα μεγάλα.

Εμένα δε με ρώτησε ποτέ κανένας σας πού στρέφει το μυαλό μου και το μάτι, ποιούς τρόμους,
ποιές αδικίες, ποιούς φθόνους αντικρίζω (ο ατρόμητος, βλέπετε) ή έστω
αν με πονάει το δόντι ή το κεφάλι, σάμπως να μην έχω
δόντια κι εγώ ή κεφάλι, παρά πέτρα ή σκέτο αγέρα. Τί κοιτάζεις, έτσι;
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.
Κι η μαύρη μύγα, νά τη, στου βοδιού το κέρατο τα νύχια της τροχίζει.

Ε, νά, λοιπόν, ο δυνατός εγώ, ο αδάμαστος· — κοιτάχτε με. Κανένας
μερίδιο απ’ τα δικά μου βάσανα δε ζήτησε ποτέ του. Εσείς οι αθώοι,
οι πονηροί, οι απελπισμένοι κι υστερόβουλοι, για μένα
άλλο δεν είχατε από θαυμασμό συφερτικό, καθόλου αγάπη,
μονάχα θαυμασμό απαιτητικό. Θυμώνετε κιόλας από πάνω
για κάθε μου ανημπόρια, σάμπως να σας πρόδωσα. Και σας πρόδωσα, αλήθεια,
μια και τον εαυτό μου έχω προδώσει. Νά με, σωριασμένος εδώ χάμου· κι οι εχθροί μου
να με περιγελάνε, να κρυφογελάνε. Χτες, όλη νύχτα,
παραμονεύαν, κυκλοφέρναν το σπίτι· με βλέπαν. Κοιτούσαν
απ’ τα παντζούρια, απ’ τις κουρτίνες, απ’ τις κλειδαρότρυπες, απ’ τα ντουλάπια —
άκουγα τα τριξίματα στο πάτωμα, τις γραντζουνιές στον τοίχο. Σαν βγήκα
κρυφτήκανε πίσω απ’ τα δέντρα. Με παραμονεύαν. Ένα άσπρο φεγγάρι,

άσπρο σαν το χασέ, τεράστιο, ανέβαινε απ’ την Ίδη· μια άσπρη πάχνη
μου σκέπασε τα μάτια· ξεχάστηκα, —τί ήταν;— ένα άσπρο μαντίλι
όπως παιδιά που παίζαμε τυφλόμυγα στη Σαλαμίνα, δίχως να καταλαβαίνεις
ποιός κι από πού να σε φωνάζει μ’ αλλαγμένη φωνή, σάμπως να ’σαι
μέσα σε μια μεγάλη, σκοτεινή εκκλησία μες στο λιοπύρι, κι οι εικόνες
χλωμές, ψηλές, κάτι μιλάνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα για σένα —
ένα πελώριο φίδι, ένα λιοντάρι μ’ ένα αγκάθι στο πέλμα,
ένα κομμένο κεφάλι στο δίσκο, δυο μάτια σκιασμένα,
ένα ολομόναχο μεγάλο μάτι, γενειάδες, το αίμα που στάζει
απ’ την άκρη της λόγχης, καπνός, καμένη δάφνη, τα μικρά κουδούνια. Είπα να κάνω πίσω —

Ποιό ’ναι το μπρος; ποιό το πίσω; Το φεγγάρι είχε ασβεστώσει το δρόμο·
έλαμπε ολάκερος ο δρόμος, κι εγώ φαινόμουν πελώριος· με βλέπαν
από παντού. Πώς να γυρίσω; Ακόμα κι η σκιά μου
μ’ είχε παρατημένον —είχε λιώσει στη λάμψη του ασβέστη—
εκτός αν ήταν αλάτι. Μεγάλα χταπόδια, ξερά, σταυρωμένα
επάνω σε καλάμια, κρεμόνταν στους τοίχους. Το σπαθί μου
πότε μεγάλωνε λαμποκοπώντας ασήκωτο, φωτίζοντάς με ακέριον
κι άλλοτε μίκραινε πολύ σα βγαλμένο, παιδιάστικο νύχι.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.

Όλα τα σπίτια κλειδωμένα, — εμένα μ’ είχαν κλείσει απ’ όξω. Χάλκινοι χαλκάδες
γυαλίζανε στις πόρτες. Μεγάλα στεφάνια από βαρέλια
κυλούσαν απ’ τους λόφους· — με παγίδευαν. Το τεράστιο φεγγάρι κύκλους κύκλους
άνοιγε ξεροπήγαδα να πέσω μέσα. Δεν μπορούσα
μήτε να περπατήσω μήτε να σταθώ. Κι ακούγονταν τα βήματά μου
στο καλντερίμι ξένα, αγύριστα, προδοτικά, ώσπου κάτω στο λιμάνι
ακούστηκε να σέρνουν μια αλυσίδα, και σωπάσαν τα πάντα.

Τότε μου κλείσαν όλα τα περάσματα· — σκοινιά λιωμένα, κρότοι μεταμφιεσμένοι·
επάνω στους καταυλισμούς είχαν σβήσει οι φωτιές· τριγύρω οι μάντρες
σπίθιζαν με μικρά τσιμπούκια πήλινα. Μεγάλες προσωπίδες
κρεμόντανε στον αέρα, — κι ήταν αυτοί, στις αυλές των γειτόνων,
αυτοί, με χαρτονένιες αποκριάτικες μουτσούνες, παρασταίνοντας
τα βόδια, τα γαϊδούρια, τ’ άλογα, τα πρόβατα, — δεν μπορούσανε πια να μου ξεφύγουν·
περπατούσαν στα τέσσερα κάνοντας τα τετράποδα — δε μουγκανίζαν·
μπουσουλούσαν στο χώμα σαν τεράστια βρέφη. Η σιωπή καμπυλωνόταν
επάνω μου σα γυάλινη καμπάνα, — φοβόμουν μην τη σπάσω. Και ξάφνου,
άκουσα από χιλιάδες μυστικές γωνιές να μου φωνάζουν φρικτό τ’ όνομά μου,
πάλι και πάλι τ’ όνομά μου, βουίζοντας μέσα στα λούκια, μέσα στ’ άδεια πιθάρια,
μες στις λεκάνες των αποχωρητηρίων, μες στους καπνοδόχους· τ’ όνομά μου
άλλοι μακριά με γυναικείες φωνές κι άλλοι κοντά μου με φωνή βροντώδη
μιμούμενοι την ίδια τη φωνή μου «ο Αίας, ο Αίας, ο Αίας»,
με μιαν ανόητη κομπορρημοσύνη «ο Αίας, ο Αίας», τόσο
που μίσησα για πάντα τ’ όνομά μου, — ω, πια, να μην τ’ ακούω,
κανένας να μην το προφέρει πια· να μείνω ανώνυμος, λησμονημένος,
δεμένος κάτω απ’ την κοιλιά του αλόγου μου. Δεν άντεξα τότε,
σήκωσα το σπαθί μου, χτύπησα, τους μάντρωσα όλους,
τους έσυρα εδώ μέσα —κοίταξέ τους— κι ήτανε τα ζώα ετούτα.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα. [….]

 

 

 

********************************************************************************

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το θεατρικό αφηγηματικό μονόλογο «Αίας», στα χρόνια της εξορίας του στη Λέρο και τη Σάμο (1967-1969).

Ο «Αίας» είναι ένας από τους 17 μονολόγους που συγκροτούν το μείζον έργο του Γ.Ρίτσου «Τέταρτη Διάσταση»(1956-1975). Οι ήρωες αυτών των μονολόγων, σχεδόν όλοι πρόσωπα των αρχαίων μύθων ή της τραγωδίας, βρίσκουν συχνά τη θέση τους στη θεατρική σκηνή.

*******************************************************************

 «Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη «γυναικεία» ψυχή αφορά είτε την «ανδρική», φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας. Στους «μονολόγους» του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες Αίας, Ορέστης, Ελένη κλπ δεν σηματοδοτούν ατομικές οντότητες αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ’ άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας. Τι άλλο έκανε η αρχαία τραγωδία;» τονίζει ο σκηνοθέτης.Εξέχουσα θεατρική εμπειρία, υπήρξε η παράσταση «Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου, που παίχτηκε επί 10 χρόνια σε διαφορετικούς χώρους και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Ο ίδιος ο Β. Παπαβασιλείου ερμήνευσε τον ομώνυμο ρόλο και για την ερμηνεία του τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας «Κάρολος Κουν» από την Ένωση Ελλήνων θεατρικών και μουσικών κριτικών (2001). Το έργο παρουσιάστηκε και από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Κρήτης τον Απρίλιο του 2010, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων.

 

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου

Σκηνικά-Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Σύνθεση ηχοτοπίων: Jan Van Angelopoulos

Συνεργάτις Σκηνοθέτις: Νικολέτα Φιλόσογλου

Φωτογραφίες αφίσας – προβών – trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

Φωτογραφίες  παράστασης: Γιώργος Αναστασάκης

Ερμηνεία: Μανώλης Μαυροματάκης

Συμμετοχή: Μάγδα Καυκούλα

Παραστάσεις:

Χανιά, 30 Ιουνίου, 1 και 2 Ιουλίου, Αρχαίο Θέατρο Απτέρας, 21:30, Γενική είσοδος 15€

Ηράκλειο, 6 και 7 Ιουλίου, Κηποθέατρο «Μ. Χατζιδάκις», 21:30

Ρέθυμνο, 8 Ιουλίου, Θέατρο «Ερωφίλη» Φορτέτζα, 21:30

Σητεία, 10 Ιουλίου, Φρούριο Καζάρμα, 21:30