Βαγγέλης Ψαραδάκης, μνήμη Λιλής Ζωγράφου (1917-2/10/1998)
2Οκτ
ΑΓΕΡΩΧΗ ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ

Με τη Λιλή γνωριστήκαμε την επομένη των Φώτων του 1995, αν και ήμασταν γείτονες από το φθινόπωρο του 1989, όταν είχα μετακομίσει στο κέντρο της Αθήνας, σε μια μονοκατοικία της οδού Βουλγαροκτόνου. Στην πίσω της μεριά είχε κήπο κι άλλο ένα σπίτι, όπου ακόμα και σήμερα κάθεται μια γνωστή δικηγόρος και φίλη καλή. Η Λιλή έμενε στη Ζωοδόχου Πηγής 121, ψηλά, προς την Αλεξάνδρας, στον πάνω όροφο μιας παλιάς διπλοκατοικίας με θέρμανση. Η πλαϊνή της πλευρά αντίκριζε τον μικρό μας κήπο. Το βράδυ αργούσε να σβήσει το φως στο γραφείο της. Την ημέρα, συνήθως αργά τα απογεύματα μα και κάμποσες νύχτες, ακουγόταν συχνά δυνατή κλασική μουσική και άριες από μελοδράματα.
Το φθινόπωρο του 1991, την είχαμε επισκεφθεί με μια φίλη καλή, προκειμένου να της ζητήσουμε μια συνέντευξη για ένα περιοδικό. Γνωρίζαμε ότι, εδώ και κάμποσα χρόνια, έγραφε μια μελέτη που αφορούσε τη σχέση ανδρών-γυναικών, ένα από τα πιο αγαπημένα της θέματα. Ήταν λιγάκι διστακτική, πρώτη φορά μας έβλεπε. Μας κράτησε στην είσοδο και, χωρίς να το αποκλείσει, μας άφησε να καταλάβουμε ότι δεν ήταν ζήτημα τού παρόντος. Τη βασάνιζε, προφανώς, ο όγκος του υλικού που είχε συγκεντρώσει για το τελευταίο της βιβλίο, Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα: Η ιστορία του φαλλού (εκδ. Αλεξάνδρεια1998).
Κάμποσες φορές, την είχα τσακώσει να πετά πακέτα με φαγώσιμα στα γατιά που ευδοκιμούσαν στον κήπο μας. Σκάλωναν συχνά στα κλαδιά των οπωροφόρων δέντρων, ατηγάνηστα νοστιμότατα ψάρια, δεν μπορούσες όμως να σταθείς από τη βρώμα, αν έμεναν μπλεγμένα στα κλαδιά και στα φυλλώματα. Όταν της έγινε η παρατήρηση, ερχόταν και τάιζε τις γάτες στον κήπο μας, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να κατέβει δυο μεγάλες σκάλες -η μία ήταν ξύλινη, έτριζε- και να τις ανέβει μετά, παρά τα χρόνια που βάραιναν στην πλάτη της. Αν θυμάμαι καλά, ήταν αρχή καλοκαιριού του 1993.













