contentsegment_4874751_0.jpg

ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ, ΑΡΑΓΕ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΚΡΙΝΕΤΑΙ
ΣΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΞΙΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ
ΚΟΙΝΟ (ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ); Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΚΑΙ
ΣΤΑΘΕΡΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ,
ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΤΕΧΝΗ ΤΟΥΣ, ΔΙΝΟΥΝ ΜΙΑΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Το γεγονός ότι στα ένθετα των εφημερίδων για το βιβλίο δεν υπάρχει, εδώ και καιρό, συστηματική κριτική αποτίμηση της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής είναι αδιαμφισβήτητο. Στα ένθετα αυτά, βιβλιοκριτικά κείμενα για ποιητικά βιβλία δημοσιεύονται πλέον, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες, με δυσκολία και εξαιτίας κυρίως διαφόρων συγκυριών που αφορούν στον κρινόμενο ποιητή ή στον κρίνοντα κριτικό ή στη μεταξύ τους σχέση. Ανήκω σε όσους αποθαρρύνονται ή και ενοχλούνται από την τόσο αισθητή μείωση της παρουσίας της ποίησης στα εν λόγω ένθετα. Πάντως, οι συχνές, ιδιωτικές ή δημόσιες, κατηγορίες ενός μέρους της λογοτεχνικής κοινότητας προς τους υπεύθυνους δημοσιογράφους των ένθετων για το βιβλίο ότι δεν δίνουν σημασία στην ποίηση δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα, επειδή οι επιλογές των δημοσιογράφων ως επαγγελματιών ευθυγραμμίζονται με τις διαθέσεις του αναγνωστικού κοινού γύρω απ΄ ό,τι ασαφώς θεωρείται σήμερα λογοτεχνικό βιβλίο. Εν προκειμένω, η επιλογή να μην κρίνεται συστηματικά η ποίηση στα ένθετα των εφημερίδων, εντύπων μεγάλης κυκλοφορίας, οφείλεται στην πανθομολογούμενη υπερίσχυση, τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, της πεζογραφίας στις προτιμήσεις του κοινού και στη συνακόλουθη στροφή της μεγάλης πλειονότητας όσων γράφουν (ή προσπαθούν να γράψουν) από την ποίηση στην πεζογραφία. Προς αποκατάσταση, μάλιστα, μιας πιο ισορροπημένης αποτίμησης των ένθετων για το βιβλίο, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτά, παραχωρώντας τη μερίδα του λέοντος στην ελληνική και ξένη πεζογραφία, ορθώνουν κατά κανόνα ένα τείχος άμυνας, καθώς οι συνεργάτες τους αγνοούν την ιδιαίτερα ευπώλητη και πολύ φτηνού γούστου πεζογραφία και επιλέγουν εκείνη που τηρεί, λιγότερο ή περισσότερο κατά περίπτωση, τις ποιοτικές προδιαγραφές του είδους.

Η πεζογραφία
Η παγίωση, πάντως, της προτίμησης του κοινού και ο σταθερός προσανατολισμός των συγγραφέων προς την πεζογραφία προκάλεσαν ορισμένα δημόσια συμπτώματα που δείχνουν ότι κάποιοι εκφραστές της «κυρίαρχης τάσης» απαξιώνουν γενικότερα την ποίηση και συλλήβδην τη σοβαρή λογοτεχνία. Τα συμπτώματα αυτά εκδηλώνονται τόσο από δημοσιογράφους (π.χ. την Λώρη Κέζα που στη στήλη της «Βιβλιογραφίες» στην κυριακάτικη «Βιβλιοθήκη» του Βήματος σταχυολογεί τέτοιους στίχους ποιητικών συλλογών ώστε οι ποιητές να εξομοιώνονται με ψώνια ή ημιπαράφρονες) όσο και από νεαρούς πεζογράφους (π.χ. εκείνους του περιοδικού Να ένα μήλο, που απορρίπτουν εμφατικά την κανονικοποιημένη λογοτεχνική παράδοση). Αυτή η επιδεικτική άρνηση της ποίησης και της σοβαρής λογοτεχνίας ίσως συνιστά, για τους θιασώτες της, μια αντισυμβατική στάση: όχι στην αραχνιασμένη λογοτεχνία της παράδοσης, των βιβλιοθηκών και των σπουδαστηρίων, στους αντιδραστικούς που την συντηρούν και στους αρτηριοσκληρωτικούς που την υποστηρίζουν. Η κατ΄ ουσίαν γραφική αυτή αντίληψη είναι ευεξήγητη: νέοι συγγραφείς που εκκόλαψαν νέους αναγνώστες και νέα ήθη με τα οποία οι νέοι συγγραφείς προσπαθούν να μείνουν αρεστοί στους νέους αναγνώστες.

Σε πείσμα των καιρών
Όσο, όμως, κι αν η σύγχρονη ελληνική ποίηση σχεδόν αγνοείται από τις εφημερίδες και απαξιώνεται από ένα μέρος των νεοφώτιστων της πεζογραφικής μόδας, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ποίηση κινδυνεύει, υπό οποιαδήποτε έννοια. Πεποίθησή μου είναι ότι οι ποιητές/ποιήτριες των τελευταίων δεκαετιών, όντας η απώτερη συνέχεια μιας παράδοσης που συνενώνει τους μείζονες και ελάσσονες ομότεχνους του λαμπρού παρελθόντος, συντηρούν, σε πείσμα των καιρών, έναν λογοτεχνικό λόγο όπου ακόμη διακυβεύεται η έκφραση της ομορφιάς και της «αλήθειας» του κόσμου. Σε μια εποχή, λοιπόν, που η πεζογραφία έχει επιβληθεί στο γούστο του «μεγάλου» αναγνωστικού κοινού, η συνείδηση ότι η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής ποίησης έναντι του πεζογραφικού λόγου παραμένει διαχρονική και σταθερή συνιστά ένα μέτρο για να καταλαβαίνουμε τι διαβάζουμε και πώς το διαβάζουμε.

Η μεταμοντέρνα  θέση περί του οριστικού θανάτου της  λογοτεχνίας επαληθεύεται ίσως με τα  γραπτά των νεοβαρβάρων που ισχυρίζονται πως για να  γράψεις σήμερα  πεζογραφία είναι  περιττό να έχεις  διαβάσει Βιζυηνό και  Παπαδιαμάντη, αλλά  διαψεύδεται τόσο με  τον ποιητικό λόγο  όσο και τα δοκίμια  για την ποίηση. Ο  κάθε συστηματικός  αναγνώστης της  ποίησης γνωρίζει ότι  δύσκολη δεν είναι  μόνο

η γραφή της  λογοτεχνίας, αλλά  και η ανάγνωσή της.  Γι΄ αυτό η μοναχική  ποίηση δεν πλήττεται, επειδή απουσιάζει από τα ένθετα  των εφημερίδων. Τα  μέλη της ποιητικής  κοινότητας, οι ποιητές/ποιήτριες και οι  αναγνώστες τους,  ακόμη κι αν αναγνωρίζουν ότι η ποίηση  είναι «μια τέχνη  περιττή» ως προς  την κοινωνική λειτουργικότητά της  (στην παραδοχή  αυτή επικεντρώνονται τα δοκίμια του  Βλαβιανού στο  πρόσφατο βιβλίο του  Ποιόν αφορά η  ποίηση; Σκέψεις για  μια τέχνη περιττή ),  δεν την εγκαταλείπουν, με την επίγνωση που υποδηλώνουν οι στίχοι του  Μάρκου Μέσκου:«ούτως ή άλλως είμαστε μειονότης και βάσανο πικρό/ το ξαφνικό μεθύσι των ανθρώπων».

Το δοκίμιο καλλιεργείται ακόμη
Απόδειξη της σθεναρής αντοχής της περιθωριοποιημένης ποίησης απέναντι στην πεζογραφική μόδα είναι ο υψηλός στοχασμός των

ποιητών για την τέχνη τους, έτσι όπως εκδηλώνεται στα δοκίμιά τους με θέμα διάφορες όψεις του ποιητικού φαινομένου. Όσο κι αν αυτό το

είδος δοκιμίου παρουσιάζει στις μέρες μας κάμψη, σε σύγκριση με την εντυπωσιακή άνθησή του στο Μεσοπόλεμο και στα μεταπολεμικά

χρόνια, μια κάμψη μάλιστα που είναι δυσανάλογη με τη δυναμική και την ποιότητα του σύγχρονου ποιητικού μας λόγου, εξακολουθεί να

συντηρεί και να ανανεώνει τον βαθιά συνειδητό και εκλεπτυσμένο στοχασμό των ποιητών για την τέχνη τους. Το δοκίμιο για την ποίηση

καλλιέργησαν και καλλιεργούν, παράλληλα με το ποιητικό έργο τους, άξιοι σύγχρονοι ποιητές, όπως ο Νάσος Βαγενάς, ο Χάρης

Βλαβιανός, ο Διονύσης Καψάλης, ο Παντελής Μπουκάλας, ο Θανάσης Χατζόπουλος (η μνεία των ονομάτων είναι ενδεικτική). Αρκεί, σε

αντιδιαστολή, να σκεφτούμε ότι ο στοχασμός των σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων, όλου του ηλικιακού φάσματος, για τις προϋποθέσεις

και τα αιτούμενα της γραφής τους είναι ποσοτικά ισχνός και ποιοτικά επιφανειακός.

Ο Ευριπίδης Γαραντούδης είναι καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών