Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Ποιητικό Καφενείο

Παύλος Σιδηρόπουλος, 20 χρόνια μετά. “Ποιοι είσαστε εσείς;”


Ποιοι είσαστε εσείς
Ποιοι είσαστε εσείς
που τα λόγια μας
τα κάνετε μπροσούρες
οτοβλεψίες, κρυπτομούρες
μ’ ένα καλάμι στα μπαλκόνια
για άνοιξης λέτε χελιδόνια
Ποιοι είσαστε εσείς

Ποιοι είσαστε εσείς
που τα λόγια μας
συνεντεύξεις σε φυλλάδες
και άρες μάρες κουκουνάρες
να σας το πω κωλοαγάδες
απόκληροι παραμυθάδες
Ποιοι είσαστε εσείς

Ποιοι είσαστε εσείς
που τα λόγια μας
κάνετε σύνθημα για βία
τρελή μυθολογία
κράτος εν κράτει αστυνομία
πρόσεχε φίλε τη γωνία
μη συγκρουστείς

Ποιοι είσαστε εσείς

Βία στη βία
βία μη βία
η αμοιβή χα
Βία στη βία
η αμοιβή χα
βία μη βία
Μη μπερδευτείς
η αμοιβή χα
βία στη βία
Ποιοι είσαστε εσείς

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Απόστολος Θηβαίος, Μνήμη Χάρη Πάτση (1915-2010)

 

Σε ένα μυθιστόρημα, κάποτε διάβασα εκείνη τη φράση, που ηχεί ως στερεότυπο και μοιάζει να συμπληρώνει τα κενά των περιόδων, την ανάγκη ενός περιττού νοήματος. Η ξαφνική εκείνη συνέχεια της πλοκής, πώς άλλαζε δραματικά έπειτα από εκείνη τη φράση. Η υπόθεση ελισσόταν, καθώς αρμόζει στις πολύπλοκες ιστορίες του Καρπεντιέρ, όπου η εξέλιξη διατρέχει μια κυκλική διάσταση με συνεχώς περιορισμένη ακτίνα, μέχρι να σταθεί ικανή η έννοια να υπάρχει δίχως τους λεκτικούς, πολεμικούς σχηματισμούς και να αγγίξει το απόλυτο κέντρο ενός δέκτη.
Τώρα η φράση έχει αποκτήσει ένα νόημα πιο συγκεκριμένο. Και η πλοκή που αδυνατεί και δεν πρόκειται να εξελιχθεί περαιτέρω, εξυψώνει την κοινότυπη αναφορά, την καθιστά σπουδαιότερη και από την ίδια την υπόθεση. Η τελευταία καταλύετα, παραλύει και καθώς συμβαίνει στα αληθινα βιώματα, ολόκληρο το έργο λαμβάνει ασχεδίαστα, ένα καθολικό και αδιάρρηκτο τέλος. Επαναλμβάνω διαρκώς τις χρήσιμες, εκείνες λέξεις. Αλλάζω τη σειρά τους, τοποθετώ τους φθόγγους με άλλη σειρά, να πάψουν οι βέβαιες διαδρομές των συλλαβών, αφαιρώ τα άρθρα και τις αντωνυμίες, τα πρόσωπα καταργώ. Μα σε όσες προσπάθειες και αν προβώ, η φράση παραμένει αναλοίωτη. Το νόημά της, μοιάζει με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Τα μάτια με το σίγουρο χρώμα της ίριδας, η θέση του στόματος, οι παριές που άλλοτε προεξέχουν, σαν τις όψεις των Ασιατών και οι μύτες με τις γαμψές προεκτάσεις τους, σχηματίζουν σκιές ψηλόλιγνων ανθρώπων. Φαίνομαι αδύναμος να διαχειριστώ τις λέξεις. Τα γεγονότα που συμβαίνουν πάντα έξω από τις υποθέσεις και τις πλοκές, τα λόγια που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν από το χαρακτήρα, τώρα η φωνή που στέρεψε, όπως μια επαρχιακή βρύση στο μέσον του πουθενά, ανάμεσα σε αμπελώνες και γυμνούς, μισοτελειωμένους σκελετούς οικοδομών. Οι λέξεις θυμίζουν το πρακτορείο μιας πόλης σιωπηλής τα μεσημέρια, όπως το Αμύνταιο, γεμάτο από τα αδιάφορα πρόσωπα των κουρασμένων λυγνυτοριχών.
Κοιτάζω το χέρι μου. Εκείνο θα πονά εξίσου το ίδιο με τις υποθέσεις και τις πλοκές. Εκείνο φέρει την ατυχία μιας σιωπής, γιατί αν τα χέρια μπορούσαν να μιλήσουν, τότε οι λυγμοί τους θα ήταν τόσο φοβεροί και τόσο τακτικοί. Παρατηρώ τους καρπούς που σφίχτηκαν για να ζεστάνουν την πρώτη επαφή με έναν άνδρα, κάτω από το βάρος ενός επίσημου σκοπού.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

“Βατραχομυομαχία”, Ο Φυσίγναθος και ο Ψιχάρπαξ…

 

 

Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἦτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ᾿ ἀοιδῆς, ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα, δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος, εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν, γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων, ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ᾿ ἔχεν ἀρχήν.

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας, πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον, ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ᾿ ἐφθέγξατο τοῖον· Ξεῖνε τίς εἶ; πόθεν ἦλθες ἐπ᾿ ἠϊόνας; τίς ὁ φύσας; πάντα δ᾿ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω. εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω· δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά. εἰμὶ δ᾿ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα· καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ᾿ ὄχθας Ἠριδανοῖο. καὶ σὲ δ᾿ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων, σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν ἔμμεναι· ἀλλ᾿ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.

Τὸν δ᾿ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε· τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ᾿ ἐν ἅπασιν ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς. Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος Τρωξάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος. γείνατο δ᾿ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βρωτοῖς, σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν. πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον; σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε ὅσσα παρ᾿ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ᾿ εὐκύκλου κανέοιο, οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον, οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα, οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος, οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν, οὐδ᾿ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι, κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαποῖσιν. [53] οὐ τρώγω ῥαφάνους, οὐ κράμβας, οὐ κολοκύντας, οὐ σεύτλοις χλωροῖς ἐπιβόσκομαι, οὐδὲ σελίνοις· ταῦτα γὰρ ὑμέτερ᾿ ἐστὶν ἐδέσματα τῶν κατὰ λίμνην.

Πρὸς τάδε μειδήσας Φυσίγναθος ἀντίον ηὔδα· ξεῖνε λίην αὐχεῖς ἐπὶ γαστέρι· ἔστι καὶ ἡμῖν πολλὰ μάλ᾿ ἐν λίμνῃ καὶ ἐπὶ χθονὶ θαύματ᾿ ἰδέσθαι. ἀμφίβιον γὰρ ἔδωκε νομὴν βατράχοισι Κρονίων, σκιρτῆσαι κατὰ γαῖαν, ἐν ὕδασι σῶμα καλύψαι, στοιχείοις διττοῖς μεμερισμένα δώματα ναίειν. εἰ δ᾿ ἐθέλεις καὶ ταῦτα δαήμεναι εὐχερές ἐστι· βαῖνέ μοι ἐν νώτοισι, κράτει δέ με μήποτ᾿ ὀλίσθῃς, ὅππως γηθόσυνος τὸν ἐμὸν δόμον εἰσαφίκηαι.

Ὣς ἄρ᾿ ἔφη καὶ νῶτ᾿ ἐδίδου· ὁ δ᾿ ἔβαινε τάχιστα χεῖρας ἔχων τρυφεροῖο κατ᾿ αὐχένος ἅμματι κούφῳ. καὶ τὸ πρῶτον ἔχαιρεν ὅτ᾿ ἔβλεπε γείτονας ὅρμους, νήξει τερπόμενος Φυσιγνάθου· ἀλλ᾿ ὅτε δή ῥα κύμασι πορφυρέοισιν ἐκλύζετο πολλὰ δακρύων ἄχρηστον μετάνοιαν ἐμέμφετο, τίλλε δὲ χαίτας, καὶ πόδας ἔσφιγγεν κατὰ γαστέρος, ἐν δέ οἱ ἦτορ πάλλετ᾿ ἀηθείῃ καὶ ἐπὶ χθόνα βούλεθ᾿ ἱκέσθαι· δεινὰ δ᾿ ὑπεστενάχιζε φόβου κρυόεντος ἀνάγκῃ. οὐρὴν μὲν πρῶτ᾿ ἔπλασ᾿ ἐφ᾿ ὕδασιν ἠΰτε κώπην σύρων, εὐχόμενος δὲ θεοῖς ἐπὶ γαῖαν ἱκέσθαι ὕδασι πορφυρέοισιν ἐκλύζετο, πολλὰ δ᾿ ἐβώστρει· καὶ τοῖον φάτο μῦθον ἀπὸ στόματός τ᾿ ἀγόρευσεν·

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Sotirios Pastakas, per Macondo “Poeti in Liberta”, Siena 5/11/2010

da “Buono a nulla”, 2010

*

Un torsolo di mela.
Qualcuno è stato qui seduto
a mangiare una mela.
Poi è svanito. Lo stesso giorno
che la storia ha registrato tre
corpi morti nel centro di Atene.
Qualcun altro, qualcun altro,
ha lasciato la cicca della sua sigaretta
prima di sparire anchʼegli.
La storia registra solo
torsoli, corpi, cenere.

*

Senza dubbio avrai visto
la mia sigaretta accesa
dietro le tende abbassate,
fra le piante ornamentali,
brillare alle quattro del mattino
dopo unʼaltra notte fuori sulle piastrelle,
notte piovigginosa, con Scotch whisky
e innumerevoli cicche. Di certo
qualcosa deve avere attirato la tua attenzione,
solo una nota al margine del testo
della tua notte,
un promemoria di e riferimento a
tutte le incalcolabili perdite,
uno che ha perso tutto quello che aveva da perdere
alla fine perde anche il sonno.

Διαβάστε περισσότερα
Ποιητικό Καφενείο

Daniel Pennak, “Τα 10 απαράγραπτα δικαιώματα του αναγνώστη”

 

1. Το δικαίωμα να μην διαβάζουμε.
2. Το δικαίωμα να πηδάμε σελίδες.
3. Το δικαίωμα να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο.
4. Το δικαίωμα να διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο ξανά και ξανά.
5. Το δικαίωμα να διαβάζουμε οτιδήποτε.
6. Το δικαίωμα στον μποβαρισμό
7. Το δικαίωμα να διαβάζουμε οπουδήποτε.
8. Το δικαίωμα να τσαλαβουτάμε
9. Το δικαίωμα να διαβάζουμε μεγαλόφωνα.
10. Το δικαίωμα να σωπαίνουμε όταν μας ρωτάνε για τα βιβλία που διαβάσαμε.

 

(Από το βιβλίο του “Σαν ένα μυθιστόρημα”, εκδ. Καστανιώτη, 2000)

Διαβάστε περισσότερα