Σε ένα μυθιστόρημα, κάποτε διάβασα εκείνη τη φράση, που ηχεί ως στερεότυπο και μοιάζει να συμπληρώνει τα κενά των περιόδων, την ανάγκη ενός περιττού νοήματος. Η ξαφνική εκείνη συνέχεια της πλοκής, πώς άλλαζε δραματικά έπειτα από εκείνη τη φράση. Η υπόθεση ελισσόταν, καθώς αρμόζει στις πολύπλοκες ιστορίες του Καρπεντιέρ, όπου η εξέλιξη διατρέχει μια κυκλική διάσταση με συνεχώς περιορισμένη ακτίνα, μέχρι να σταθεί ικανή η έννοια να υπάρχει δίχως τους λεκτικούς, πολεμικούς σχηματισμούς και να αγγίξει το απόλυτο κέντρο ενός δέκτη.
Τώρα η φράση έχει αποκτήσει ένα νόημα πιο συγκεκριμένο. Και η πλοκή που αδυνατεί και δεν πρόκειται να εξελιχθεί περαιτέρω, εξυψώνει την κοινότυπη αναφορά, την καθιστά σπουδαιότερη και από την ίδια την υπόθεση. Η τελευταία καταλύετα, παραλύει και καθώς συμβαίνει στα αληθινα βιώματα, ολόκληρο το έργο λαμβάνει ασχεδίαστα, ένα καθολικό και αδιάρρηκτο τέλος. Επαναλμβάνω διαρκώς τις χρήσιμες, εκείνες λέξεις. Αλλάζω τη σειρά τους, τοποθετώ τους φθόγγους με άλλη σειρά, να πάψουν οι βέβαιες διαδρομές των συλλαβών, αφαιρώ τα άρθρα και τις αντωνυμίες, τα πρόσωπα καταργώ. Μα σε όσες προσπάθειες και αν προβώ, η φράση παραμένει αναλοίωτη. Το νόημά της, μοιάζει με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Τα μάτια με το σίγουρο χρώμα της ίριδας, η θέση του στόματος, οι παριές που άλλοτε προεξέχουν, σαν τις όψεις των Ασιατών και οι μύτες με τις γαμψές προεκτάσεις τους, σχηματίζουν σκιές ψηλόλιγνων ανθρώπων. Φαίνομαι αδύναμος να διαχειριστώ τις λέξεις. Τα γεγονότα που συμβαίνουν πάντα έξω από τις υποθέσεις και τις πλοκές, τα λόγια που δεν πρόλαβαν να ειπωθούν από το χαρακτήρα, τώρα η φωνή που στέρεψε, όπως μια επαρχιακή βρύση στο μέσον του πουθενά, ανάμεσα σε αμπελώνες και γυμνούς, μισοτελειωμένους σκελετούς οικοδομών. Οι λέξεις θυμίζουν το πρακτορείο μιας πόλης σιωπηλής τα μεσημέρια, όπως το Αμύνταιο, γεμάτο από τα αδιάφορα πρόσωπα των κουρασμένων λυγνυτοριχών.
Κοιτάζω το χέρι μου. Εκείνο θα πονά εξίσου το ίδιο με τις υποθέσεις και τις πλοκές. Εκείνο φέρει την ατυχία μιας σιωπής, γιατί αν τα χέρια μπορούσαν να μιλήσουν, τότε οι λυγμοί τους θα ήταν τόσο φοβεροί και τόσο τακτικοί. Παρατηρώ τους καρπούς που σφίχτηκαν για να ζεστάνουν την πρώτη επαφή με έναν άνδρα, κάτω από το βάρος ενός επίσημου σκοπού.
Δεν θα ξαναφανεί. Με το μακρύ λαιμό του, ο συγγραφέας των λεξικών δεν θα φανεί ποτέ ξανά στην αίθουσα του θρόνου. Πλαί σε επανειλημμένες διατυπώσεις, κίτρινα μολύβια και το μεγάλο παράθυρο που κοιτά προς τα ερρείπια μιας παλιάς πορείας ενός κινήματος που δεν ξέρει, δεν φαντάζεται μες στην αγωνία του πως εκείνος ο ατάραχος παρατηρητής δεν βρίσκεται πια στο ήσυχο δώμα. Κοιτώ τα άκρα μου, κοπιάζω να παρηγορήσω τις γραμμές τους, έπειτα περιφρονώ τις πλοκές, γιατί εκείνες έχουν πάντα τη δυνατότητα να καταλύονται, πέρα από κάθε δημιουργικό παραλήρημα. Το μόνον παρήγορο, είναι πως ακόμα και μες σε τούτες τις οδυνηρές αναλαμπές της λύπης, διατηρείται η ψύχραιμη ύπαρξη του ανεξήγητου. Η βολικότερη από τις λέξεις των ανθρώπων.
«Αγαπητέ κύριε. Στοπ. Ο εκδότης πέθανε.Στοπ. Το γραφείο πνίγηκε στο σκοτάδι. Στοπ. Μιη σπεύσεις πια για την καθιερωμένη χειραψία. Στοπ. Πάψε να αναβάλλεις τις συναντήσεις. Στοπ. Η εξέλιξη των υποθέσεων. Στοπ. Συνιστά πάντα ένα ιδιαίτερα ζήτημα. Στοπ. Ρευστό. Στοπ.»
Υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος σημαντικός. Και για μένα, εκείνος, όταν χάθηκε απέκτησε τη σύντομη έκταση ενός προλόγου με βάρος ειδικό. Πίσω από τις απόψεις, το ίδιο χαμόγελο του παρατηρητή. Δουλεμένο στο φως. Ένα πρόσωπο σαν παιδιού. Αυτό θυμάμαι πια από την πλοκή. Μα πρέπει να σταματήσω, γιατί από τα χέρια μου αναβλύζει μια περίεργη υγρασία, σαν ανθρώπινη. Από εκείνον η σποδός και το πνεύμα. Αυτό δεν θεωρείται ποτέ ως τίποτα.