Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Μαρίτα Αλημίση, Δυο ποιήματα

`

Προσμονή

Τραγουδησμένε καημέ
και κρεμαστέ μου κήπε
Εδώ μπροστά σας κείται
μια φλούδα προσμονής

Μήπως την γύρεψε κανείς;
Όχι, ουδέ και μήτε
Στον στεναγμό να πείτε
που είναι διεθνής

Ταξιδεμένε στεναγμέ
καιʽ συ χορτάτε ύπνε
Εδώ μπροστά σας κείται
μια φλούδα προσμονής

Μήπως την γύρεψε κανείς;
Όχι, ουδέ και μήτε
Στον ουρανό θα δείτε
απάντηση ολκής

Μηδέ κανείς την γύρεψε
μηδέ κανείς την βρήκε
Ο ουρανός το είπε
και άστραψε ευθύς

Και φάνηκε η προσμονή
ανέγγιχτη και φρούδα
Με μια ψιχάλα φλούδα
και σάρκα οιωνεί

Να βρέχει και να βρέχεται
μʼ ελπίδες, προταγμένη
Κι αυτή εκεί! Να μένει
υπέροχα στεγνή

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Άγγελος Σοφοκλέους, Ποιήματα


Γήινες σκουληκότρυπες

Γήινες σκουληκότρυπες
Εινʼ των μετρό μας οι σταθμοί.
Από τη μία μπαίνω
κι από την άλλη ευθύς βγαίνω,
και τα πάντα αλλάζουν.
Μακάρι να ʼταν κι η ζωή μας έτσι.
Μʼένα εισιτήριο φτηνό
ή παρμένο απʼτα χαλασμένα μηχανήματα
στην είσοδο του τερμινάλ
που κάποιος καλός άνθρωπος είχε αφήσει,
στην κοσμομόνωση να έμπαινα
και νʼάλλαζαν τα πάντα
στην επόμενη στάση.
Άραγε εγώ μεταφέρομαι
όταν με το μετρό ταξιδεύω
ή εινʼ ο κόσμος που αλλάζει
και πάλι στον ίδιο σταθμό κατεβαίνω,
ίδιος κι απαράλλαχτος;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Ματθαίος Λεωνίδας, “Αθήνα”

Αθήνα³

Η πόλη, οι ευσεβείς πολυκατοικίες, η θυρίς μου, η μακριά ουρά μου, με ακολουθεί, κουνιέται όταν χαίρομαι, η μεγαλόδοξη σκύλα μου, το σπίτι της, το κόκαλό μου, το καλαζάρ μου, την τρέφω και με λατρεύει -τρίχες δεν αφήνει. Το νερό μου, το λινάρι, το σεντόνι μου, το νεροκαθαρολίναρο. Ο ήλιος σας και ο θεός της, η σελάνα δορυφόρος, συμπρωταγωνίστρια, το concrete jungle, το διοξείδιο του άνθρακα απ’ τα αυτιά και ο αέναος ρους των πάλαι πότε ποταμών. Ο κίνδυνος του λυκαυγούς της, οι δυναστευμένοι φάροι της, τα ευθύβολα φώτα της πάνω μου προβάλλουν. Οι λόφοι και τα όρη αγκαλιά, οι θέες, τα φάεά της, οι φίλοι που δεν ήταν, ο Υμηττός και η Αρεοπαγίτου, ο Διόνυσος κρατούσε το φανάρι, βράδυ ήταν, περπατούσα και πώς έπεσα ο καλότυχος κατά λάθος μες στον έρωτα και τώρα δεν ξεβάφω, πιστός της κραιπάλης, το αλογάριαστο «ναι» μου, αγάπα με, οδήγησέ με, διάολε, πότισε και τάισε, δώσε μου, πάρε μου. Σε έταξε η μάνα σου και τώρα έγινες αυτή, πάνω στον άμβωνα, ένα οικουμενικό βασίλειο κι ο δούλος του αυτοκράτορα. Γυρνάω και την κουβαλώ στην πλάτη μου, προσέχω μη μου πέσει(ς), ο καταραμένος Άτλας, ο όγκος, το άχθος σου σαρωτικό στην κύφωσή μου. Η πόλη πάνω μου.

Το ‘χω στο αίμα μου να κλαίγομαι στον ώμο της, οι πόλεμοι μέσα μου ανεμοποιούνται, τα παγάκια στο ποτό μου, τύφλα πεντάτυφλη, ντάγκα ντούγκα χτυπώ, θα χτυπήσω, τρίτη δύναμη, ουρές στην τράπεζα ξεπερνούν αυτό που λέγεται υπομονή, ο παλμός της καρδιάς της, τα συνδικάτα αυτοαναφλεγόμενα, φευ, τα υποτιτλισμένα συναισθήματα, οι φλέβες σουρωτήρι και η Tori να αναρωτιέται γιατί σταυρώνουμε τους εαυτούς μας, ο συναγερμός πολέμου να μου τρομάζει τον ύπνο. Οι χάροντες στα καζάνια τους -let them cook- κι ο κέρβερος -εγώ- λυτός ξανά, η τροφή της ψυχής, το ψυχοτρόφο, το ψυχοτρόπο όνειρο που απορρόφησε το αφυδατωμένο δέρμα, πηλίκο και υπόλοιπο με έτρεψαν σε φυγή, δεν τις μπορώ τις πράξεις, λόγια δώσε μου, πείτε μου κι άλλα -κι άλλα! κι άλλα!- οι λέξεις στο πιάτο μου αχνιστές την πείνα ξεγελούν, την ξεγελούσαν πάντα, το τέρας μέσα μου που επιτέλους ηρεμεί, μες στην ντουλάπα σκελετός, πότε θα βγει; Πότε θα βγω;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Λουίζα Αριστοτέλους, Τέσσερα ποιήματα

Το φαινόμενο Pollock.

Είναι η καταδίκη όσων ανακαλύπτουν τη θλίψη του ηλιοβασιλέματος να πονάνε διπλά.
Γι’ αυτούς ξημερώνει πάντα σκοτάδι.
Κι έχουνε σκέψεις περίεργες ,απόμακρες, πολύπλοκες σαν κι αυτούς τους ίδιους.
Κι οι ψυχές τους -γιατί έχουν ψυχές- είναι εύθραυστες σαν τη φωνή παιδιού που τσακίζει
μπροστά στην πρώτη του εξομολόγηση.
Αγαπούν την ανθρωπότητα και γι’ αυτήν υποφέρουν. Την ώρα που ξυπνάνε, καθώς περπατάνε,
καθώς χαιρετούν ένα φιλικό πρόσωπο.
Θα τους δεις να σε χαιρετάνε ευγενικά, απόμακρα κι ευχάριστα – και τι πάλη γίνεται μέσα τους
για να σε χαιρετήσουν με τούτη την ευγένεια και ευδιαθεσία.
Δεν θα τους δεις να κλαίνε, αλλά να ξέρεις κλαίνε συχνά από βαθιές συγκινήσεις. Για το φύλλο
που πέφτει παρασυρόμενο από τον άνεμο ένα φθινοπωρινό μεσημέρι, για την ηλικιωμένη
κυρία στον επάνω όροφο που περνάει ακόμα ώρες μπροστά από το πιάνο της, για την “ένδοξη”
και ένδοξη ιστορία του κόσμου, για τη ματαιότητα της ύπαρξης, για το αιώνιο της στιγμής και
το ανώφελο του αύριο.
Τώρα θα κρύφτηκαν κάτω από τις κουβέρτες και πίσω απ’ τα βιβλία τους .
Άλλα όλα θα ξεχαστούν καθώς θα αντικρίσουν και πάλι το ηλιοβασίλεμα.

Μια πλημμυρίδα χρώματα, καμβάς να γίνουν μιας νέας εποχής.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Λεωνίδας Μερτύρης, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ

Για την δημιουργία του
χρειάστηκαν αρκετές πολύτιμες σταγόνες
(οι νυχτερινές αϋπνίες μου ήταν εξαιρετικά χρήσιμες).
Για την ολοκλήρωσή του
χρειάστηκε μια έξοχη καρδιά
(δοκιμασμένη να αντέχει σε αντίξοες συνθήκες πόνου)
σφυρηλατημένη σε λεπτεπίλεπτα κομμάτια ασημιού.

Το περιδέραιο από δάκρυα διαμαντιών
(που θα κοσμεί αιώνια τον εκλεκτό λαιμό της)
θα της θυμίζει τα αποτυπώματα αγάπης
που άφησα εκτεθειμένα στο σιδερόφραχτο παρεκκλήσι
λίγο πριν αναχωρήσω για το εξουθενωτικό ταξίδι
αποκρυπτογράφησης του απελπισμένου είναι μου.

Διαβάστε περισσότερα