Αθήνα³
Η πόλη, οι ευσεβείς πολυκατοικίες, η θυρίς μου, η μακριά ουρά μου, με ακολουθεί, κουνιέται όταν χαίρομαι, η μεγαλόδοξη σκύλα μου, το σπίτι της, το κόκαλό μου, το καλαζάρ μου, την τρέφω και με λατρεύει -τρίχες δεν αφήνει. Το νερό μου, το λινάρι, το σεντόνι μου, το νεροκαθαρολίναρο. Ο ήλιος σας και ο θεός της, η σελάνα δορυφόρος, συμπρωταγωνίστρια, το concrete jungle, το διοξείδιο του άνθρακα απ’ τα αυτιά και ο αέναος ρους των πάλαι πότε ποταμών. Ο κίνδυνος του λυκαυγούς της, οι δυναστευμένοι φάροι της, τα ευθύβολα φώτα της πάνω μου προβάλλουν. Οι λόφοι και τα όρη αγκαλιά, οι θέες, τα φάεά της, οι φίλοι που δεν ήταν, ο Υμηττός και η Αρεοπαγίτου, ο Διόνυσος κρατούσε το φανάρι, βράδυ ήταν, περπατούσα και πώς έπεσα ο καλότυχος κατά λάθος μες στον έρωτα και τώρα δεν ξεβάφω, πιστός της κραιπάλης, το αλογάριαστο «ναι» μου, αγάπα με, οδήγησέ με, διάολε, πότισε και τάισε, δώσε μου, πάρε μου. Σε έταξε η μάνα σου και τώρα έγινες αυτή, πάνω στον άμβωνα, ένα οικουμενικό βασίλειο κι ο δούλος του αυτοκράτορα. Γυρνάω και την κουβαλώ στην πλάτη μου, προσέχω μη μου πέσει(ς), ο καταραμένος Άτλας, ο όγκος, το άχθος σου σαρωτικό στην κύφωσή μου. Η πόλη πάνω μου.
Το ‘χω στο αίμα μου να κλαίγομαι στον ώμο της, οι πόλεμοι μέσα μου ανεμοποιούνται, τα παγάκια στο ποτό μου, τύφλα πεντάτυφλη, ντάγκα ντούγκα χτυπώ, θα χτυπήσω, τρίτη δύναμη, ουρές στην τράπεζα ξεπερνούν αυτό που λέγεται υπομονή, ο παλμός της καρδιάς της, τα συνδικάτα αυτοαναφλεγόμενα, φευ, τα υποτιτλισμένα συναισθήματα, οι φλέβες σουρωτήρι και η Tori να αναρωτιέται γιατί σταυρώνουμε τους εαυτούς μας, ο συναγερμός πολέμου να μου τρομάζει τον ύπνο. Οι χάροντες στα καζάνια τους -let them cook- κι ο κέρβερος -εγώ- λυτός ξανά, η τροφή της ψυχής, το ψυχοτρόφο, το ψυχοτρόπο όνειρο που απορρόφησε το αφυδατωμένο δέρμα, πηλίκο και υπόλοιπο με έτρεψαν σε φυγή, δεν τις μπορώ τις πράξεις, λόγια δώσε μου, πείτε μου κι άλλα -κι άλλα! κι άλλα!- οι λέξεις στο πιάτο μου αχνιστές την πείνα ξεγελούν, την ξεγελούσαν πάντα, το τέρας μέσα μου που επιτέλους ηρεμεί, μες στην ντουλάπα σκελετός, πότε θα βγει; Πότε θα βγω;
Τα νευραλγικά μου πατήματα στο ανοριοθέτητο, κάθε νύχτα πατώ, νυχοπατώ στην πόλη να μην ακούσει η κοιμώμενη θεά που κούρνιαξε στον κήπο της. Τα λεωφορεία λουφάζουν κι αυτά στα έγκατα, στα ζεστά σωθικά της. Ύστερα το μετρό -επόμενη στάση «Μέγαρο Μουσικής»-, η αποβάθρα της εγγραφής μου, τα μυαλά μου χυμένα πάνω στην πλατφόρμα. Κόσμος! Κόσμος! Να ψάχνεις την έξοδο στο έξω χωρίς περιεχόμενο. Πού θα με φτάσει η Ομήρου; Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, το ευθαλές συναίσθημα πλησιάζω, ο στόχος μου, θα τον κεντρίσω, ἀφικνοῡμαι ἐς ἄνδρα. Ώριμος τώρα, ανδρωμένος, επανδρωμένος, την ήβη μου έπνιξε ο απολογισμός και δεν είμαι πια αδιάβροχος -αχ! Η πόλη, ο κόσμος στο απόγειο, η Αθήνα στον ατμό, ιδρωμένη με αγκαλιάζει, της ζητώ ένα φιλί, μου δίνει δύο, ο φόβος να περάσει, «είμαι εδώ». «Είμαι εδώ», μου λέει και ηρεμώ.
Βιογραφικό:
Γεννήθηκα στη Γερμανία το 1996. Ζω στην Αθήνα και σπουδάζω Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Προσδοκώ να ασχοληθώ με τη συγγραφή και σύντομα να δημοσιοποιήσω την πρώτη μου ποιητική συλλογή.










