Γήινες σκουληκότρυπες

Γήινες σκουληκότρυπες
Εινʼ των μετρό μας οι σταθμοί.
Από τη μία μπαίνω
κι από την άλλη ευθύς βγαίνω,
και τα πάντα αλλάζουν.
Μακάρι να ʼταν κι η ζωή μας έτσι.
Μʼένα εισιτήριο φτηνό
ή παρμένο απʼτα χαλασμένα μηχανήματα
στην είσοδο του τερμινάλ
που κάποιος καλός άνθρωπος είχε αφήσει,
στην κοσμομόνωση να έμπαινα
και νʼάλλαζαν τα πάντα
στην επόμενη στάση.
Άραγε εγώ μεταφέρομαι
όταν με το μετρό ταξιδεύω
ή εινʼ ο κόσμος που αλλάζει
και πάλι στον ίδιο σταθμό κατεβαίνω,
ίδιος κι απαράλλαχτος;

Εγώ, ο Θεός

Στα κάστρα τα ψηλά της πόλης
κάποτε μʼ ανεβάσανε
Θεό πως με νομίσανε.
Μακάρι να ʼξεραν
τι βλέπω από ʼδω πάνω.
Τσιμέντα και κλειστές κουρτίνες,
φωνές και καυσαέριο.
Κρυμμένη μοιάζει η χαρά.
Τρούλλοι που ξεπροβάλλουνε
– τους χτίσανε για μένα.
Δε ξέρω όμως το γιατί,
το ξέρω πως υπάρχω.
Θέση δεν έχω στη ζωή αυτών
κι έτσι εδώ πάνω έκτισα
ένα ομοίωμά μου
ολημερίς να τους κοιτά.
Αυτό συχνά κοιτάζουνε
και χάρες του ζητάνε
κι εγώ λιγάκι παραπέρα
λιάζομαι αραχτός.

Κρυφτό με τη ζωή

5,10,15…
μετράω και τρέχει η Ζωή
…50,55,60…
κάπου θα ψάχνει να κρυφτεί
…95,100,105
φτου και βγαίνω λέω.
Στα στενά γυρνάω να την βρω
πίσω απʼτην πόρτα θαʼναι κρυμμένη.
Σπρώχνω λίγο μέσα να μπω.
Κλειστή.

Μες τα σοκάκια έχω χαθεί.
ΕΞΟΔΟ στο βάθος διαβάζω.
Τρέχω επιτέλους να βγω
μα ΑΔΙ βλέπω στο πάτωμα θρυμματισμένο.
Πίσω να γυρίσω προσπαθώ
μα «πας μονόδρομο!» μου φωνάξανε.

Σκυφτή στη γωνία
εγώ την βλέπω•
κάτι ακούω να ψιθυρίζει.
Πάω κοντά,
την ακούω να μετρά
…275,280,285…
Κι εγώ ψάχνω ακόμη να την βρω…

Στην πλατεία

Ον πανταχού παρών γίνεται κανείς
στάσιμος αν μείνει.
Καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι,
ερωτευμένος νιώθει επιτέλους
και χέρια κρατεί
με τον μέχρι πρότινος ξένο.
Ή εινʼ πλανόδιος πωλητής
Τουʼρχεται να φωνάξει μα δε μπορεί•
έγινε πλέον πολισμάνος.
Ψηλά το κεφάλι, χέρια τεντωμένα.
Είναι ο Νόμος.
Πριν το πιστέψει βρέθηκε
πάνω σε ρόδες να κυλά.
Φιγούρες.
Πέφτει, ξανασηκώνεται.
Ξαναπέφτει, ξανασηκώνεται.
Πέφτει πάλι, μέχρι εκεί.
Γριά κυρά στο καροτσάκι προχωρεί.
Τι, ρόδες δεν είναι πάλι;
Φωτογραφία στους τουρίστες.
Τους ζωγραφίζει αντʼαυτού.
Σε σκαμπό κάθεται και παλέτα κρατεί,
μα μʼόμοιο απλανές βλέμμα.
Όρθιος πετάγεται ευθύς,
εις της πλατείας τις γραμμές πατεί,
χοροπηδάει το παιδί,
μη χάσει το παιγνίδι•
μήτε το μπαλόνι αφήνει,
στη λάβα να καεί.
Έχει πλέον ψηλώσει
κι ανέμελος περιπατεί.
Mπρος του πνεύμονες
πουʼχουνε γίνει στάχτη,
κι εγκέφαλοι σε κώμα.
Στρέφει το κεφάλι αλλού,
μην τύχει και τους μοιάσει.
Γύρο στου κόσμου τις ψυχές
κάνει ο Φιλέας,
σαν στο παγκάκι κάθεται
και νιώθει ερωτευμένος.

Το μοιρολόι των τζιτζικιών

Άκουγα τα τζιτζίκια να συλλαβίζουν τʼόνομά σου•
να ξέρανε τι λέγαν άραγε;
Μα θαρρείς πως τʼανθρωπόμορφα τζιτζίκια ξέρανε;
Η ανόητη βουή των αντίλαλο δεν είχε
σαν εισήλθαν στο ναό.
Σε σιωπηρούς μέρμηγκες μεταμορφώθηκαν
σαν τʼάσπρο πρόσωπό σου είδαν
(αχ να μη σε βλέπανε)
ξαπλωμένος σαν βρισκόσουνα
στο ξύλινο κουτί.

Μνήμες και θύμησες πολλές
λόγια και στιγμές
απʼτο νου του κάθε μέρμηγκα
ελεύθερες στο ναό φτερούγιζαν.
Ποιος ξέρει ποιους
ποιος ξέρει πώς
επηρέασε ο άνθρωπος αυτός;
Αφού εινʼ η σκέψη τους σιωπηλή.
Κι όταν δεν είναι,
το δάκρυ τους να μεταφράσει ποιος μπορεί;
Βιαστικά, εν τη απουσία του χρόνου,
διαβάστηκε ο επικήδειος απʼτον υιό,
που τυπικός αν έμοιαζε στη λογική
τις μνήμες άγγιξε και κλάμα εχύθη.

Έπειτα, σε χώμα που ποτέ δεν πάτησες
Σουʼμελλε να θαφτείς•
μα θα υπάρχεις ακόμη,
όσο τζιτζίκια θα υπάρχουνε
να συλλαβίζουν τʼόνομά σου.

Στη γη των τράγων

Ο τράγος των τράγων την ωδή τραγούδησε
εις της αγέλης το τραπέζι.
Έσυρε για τα λιοντάρια φάλτσες νότες
πενθώντας για το πώς κατασπάραξαν
το βράδυ χτες τις ζέβρες.
Με κορώνες πολλών δευτερολέπτων
την των μαύρων επί των άσπρων λύκων νίκη εξήρε
και με μια φωνή εις τη συχνότητα ψηλή,
δυο δέντρων τα κλαδιά έσπασε
οργισμένος για την κροκοδείλια επίσκεψη
σε ξένους των βατράχων βάλτους.
Την επίθεση τʼαετού
στα μαύρα κόκκαλα της χώρας
νʼαναπαραστήσει προσπαθούσε
με τραγικό χορευτικό.
Ήσαν όμως οι τράγοι καταδικασμένοι•
σαν τα δικά τους κλέη υμνούσαν
θανάτους πολλούς πενθούσανε
σε όλο το βασίλειο.
Γιατί σαν τράγοι,
το θάνατο να λευτερώσουν δεν μπορούσαν
παρά μόνο να τον κάνουν τραγικό.
Τραγικός θάνατος.
Κι άμα ήταν για τη λύπη χαρούμενες οι στιγμές
γίνονταν αυτές τραγωδίες.
Ναʼλεγαν τίποτα δεν έπρεπε,
τοʼθελαν τόσο η αλήθεια,
αν πρώτα οι τράγοι δεν αποδέχονταν
την τραγικότητά τους.

Ο ακροβάτης του ονείρου

Ο ακροβάτης του ονείρου
τολμηρά ταλαντεύεται στης ζωής το σκοινί
τα όνειρά του μαχόμενος να ισορροπήσει.
Πουνέντηδες, όστριες κι απηλιώτες,
σʼ ανθρώπους μεταμφιεσμένοι,
τη ρότα του νʼ αλλάξουν προσπαθούν
και στο βυθό τους να τον πνίξουν.
Μα από ʼκει ψηλά,
τα μονοπάτια του κόσμου όλου παρατηρεί
κι ακούει την κατεύθυνση που προστάζουν τα όνειρά του.
Το σκοινί που κάποτε
απʼ το βάρος του απέραντου σκίζεται
με όρεξη κι υπομονή επιδιορθώνει,
σφικτά κρατώντας τα όνειρά του.
Κι όσους τα όνειρά τους στο κενό ρίχνουν
το βάρος τους για νʼ αλαφρύνουν
και να ʼχουν μια πορεία πιο εύκολη,
δε ζηλεύει,
αφού χωρίς όνειρα ταλαντεύονται
πάνω σε σκισμένο σκοινί
με άγνωστο προορισμό.


Λιαντίνειος θάνατος

Ραντεβού με το Χάρο λέω να κλείσω
σʼ απόμερο καρτέρι
όταν η ώρα έρθει.
Μαζί του να με πάρει•
ψυχή τε και σώματι
σε μια συνάντηση πριβέ.
Μα θα σας το πω,
μην ανησυχείτε,
πως κείνη τη μέρα θα εξαφανιστώ.
Τι να βάλετε στρουμφάκια να με ψάχνουνε,
τράγους να με υμνούνε,
μυτάδες να μʼ ανοίγουνε
και μαυροντυμένους χώμα να μου ρίχνουνε;
Άστε τις σειρήνες σας,
τις βάρδιες σας,
το κλάμα και τα λεφτά σας
στα γήινα.
Θα χαθώ άλλωστε,
δε θα πεθάνω κιόλας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Άγγελος Σοφοκλέους γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1994 στη Λευκωσία. Είναι δευτεροετής φοιτητής Φιλοσοφίας και Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Durham, στην Αγγλία. Εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο Περί ζωής και θανάτου το 2013, μια σειρά με διηγήματα και ποιήματα, από τις εκδόσεις Αρμίδα.

(ανθολογεί κι επιμελείται η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου)