Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Ιάσωνας Σταυράκης, Delirium Tremens, Δέκα Αιρετικά Διηγήματα, εκδόσεις Αφή, Λεμεσός 2010

ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Προοίμιο γεμάτο ιδρώτα και παγωνιά…
Στην κόγχη του ορίζοντα βλαστούσαν σταυροί που έσταζαν μυωπικά δάκρυα ευτυχίας…
Ο τεράστιος οφθαλμός καταγράφει τη ζωή ενός ξεχωριστού νεκροταφείου…
Η θανατική μυρωδιά σφίγγει απʼ τη μέση τα ερπετά, επιβάλλοντάς τους να χορέψουν ερωτικά βαλς με κεχριμπαρένια αγριόχορτα…
Η ζάλη κι ο τρόμος ξεγελάνε την υπέρβαση, προσφέροντας άπλετο υπερρεαλισμό στη δεύτερη πράξη…
Ο χωροχρόνος τρίζει τα δόντια στην παρέα που ρουφάει τσάι, θάβοντας με οργή ό,τι γέννησε η τέχνη…
Τι να ʼναι η τέχνη; Ρώτησε με περισσό σκεπτικισμό ο επικεφαλής νεκροθάφτης…
Εν ριπή οφθαλμού, χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι η νεκροκεφαλή στα δεξιά, ξεκινώντας με τον εξής συνειρμό μία μακρά ρητορική διάλεξη…
ΑΟ ΑΟΟΟ ΑΑ ΕΕΕΕ, ΟΥΥΥΥΥ!!! ΜΜΜ… ΟΟΟΟΟ ΑΑΑΑΑΑΑΑ, Ε ΙΙΙΙ ΜΜΜΜΜΜΜΜ!!!
Συμφώνησαν οι σύνεδροι κουνώντας καταφατικά τα κρανία τους…
Κανείς όμως δεν χειροκρότησε…
Βλέπετε, η ανωτέρω ιδιότητα είναι συνυφασμένη με τον εγωισμό…
Το μειδίαμα του νεκροθάφτη έδωσε το έναυσμα για το επόμενο θέμα της συζήτησης που απασχολούσε έντονα τα κοκκαλόμορφα κτήνη…
Τι να ʼναι η λογοτεχνία;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Δημήτριος Μουζάκης, Χαιρετισμός

Σμηνίτης νοσοκόμος Μουζάκης Δημήτριος, πρώτη υπηρεσία στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας- διατάξτε. Σχεδόν αμέσως χτυπά το κουδούνι πως έρχεται περιστατικό. Η πόρτα του ασθενοφόρου ανοίγει, βλέπω ένα γλυκύτατο παππού στο φορείο. Η νοσηλεύτρια τον ρωτά: «πώς είστε;» και κείνος απαντά «λυπάμαι την Ελλάδα». Παράξενο. Είκοσι μέρες στην Τρίπολη όπου εκπαιδευόμουν να υπηρετώ τα σύμβολα κι ορκιζόμουν να μην τα εγκαταλείπω, δεν άκουσα κανέναν να προφέρει αυτή τη λέξη. Θα περίμενε κανείς (όχι κανείς˙ εγώ) η λέξη αυτή να βουΐζει διαρκώς στα αυτιά του νεοσύλλεκτου σμηνίτη, όμως κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Δεν έχει σημασία, σκέφτομαι, σημασία έχει πως ο παππούς δεν είναι καλά και πως εγώ πρέπει τώρα να βοηθήσω στη μεταφορά του. Μαζί με άλλους σμηνίτες παίρνουμε τον παππού από το εξεταστήριο και τον πηγαίνουμε στο δωμάτιό του. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα. Είμαι στα πόδια του παππού, ο οποίος με κοιτάζει στα μάτια και χαιρετά. Όχι, δε μου γνέφει. Δεν κουνά πέρα δώθε το χέρι του ή τα δάχτυλά του. Στρατιωτικά χαιρετά ο παππούς με ακλόνητο χέρι κι ενωμένα δάχτυλα, υποδειγματικά, έτσι που να ʼχει νόημα ο χαιρετισμός, έτσι που να λάμπει το εθνόσημο πάνω στο κεφάλι μου και στην ψυχή μου μέσα. Φτάνουμε στο δωμάτιο, βάζουμε τον παππού στο κρεβάτι του, η νοσηλεύτρια του εκεί ορόφου πλησιάζει και ρωτά: «Είστε καλά;». Αγωνία εγώ για την απόκριση του παππού, ο οποίος, αντί να μιλήσει, της κλείνει το μάτι πονηρά, έτσι που να λάμπει η γυναίκα στην καρδιά μου και στην ψυχή μου μέσα. Χαιρετισμός είναι κι αυτός κι εξίσου ουσιώδης, γιατί πώς αλλιώς μπορεί σημαία να σταθεί δίχως τη γυναίκα, χωρίς την οικογένεια; Πατρίδα κι οικογένεια, λοιπόν, μέσα σε λίγα λεπτά της πρώτης μου αυτής υπηρεσίας, όσια και ιερά από το χέρι της τρίτης ηλικίας που δύει πάνω στα φορεία. Λείπει, όμως, ο Θεός μου από αυτή την ιστορία, πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, γαρ, η δική μου επιστασία, όμως ο παππούς δεν έχει άλλα να πει˙ είναι πλέον αμίλητος και ρεμβάζει. Αναζητώ, λοιπόν, το βλέμμα του, στέκομαι προσοχή, στρατιωτικά χαιρετώ και κλαίω. Οι άλλοι σμηνίτες με κοιτούν με απορία, αλλά όχι οποιαδήποτε απορία, την απορία αποστροφής του ξένου σώματος- κι έτσι, με παρόντα το Θεό μου κι όλη τη ζωή μου βουτηγμένη σʼ αυτή καθαυτή την ουσία, κλείνω αυτή τη μικρή ιστορία της πρώτης μου υπηρεσίας.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Νίκος Πατεράκης, Εφτά ποιήματα

 

Ο Χορός
μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

Όταν σταμάτησε να παίζει η μουσική
πέταξε τους στίχους της μέσα στις εξισώσεις μου
και τ’ ανακάτεψε όλα με τα δάκτυλα της
“σταμάτα πια, δε βλέπεις πως δε βγαίνουν τα νούμερα;
δεν έχω χρόνο να τα βάλω πάλι στη σειρά”
με σήκωσε από την καρέκλα
έκανε μιαν απροσδιόριστη κίνηση με το χέρι
(πολύ κινηματογραφική ομολογώ)
και άρχισε πάλι η μουσική

χορέψαμε στο ρυθμό
ύστερα Εκείνη αποτραβήχτηκε από τον παρτενέρ της
υποκλίθηκε
όχι σαν χορεύτρια
αλλά σαν παλαιστής του καράτε
και στάθηκε για λίγο δίπλα σε μια γαβάθα γεμάτη πορτοκάλια

έτσι
ντυμένη με πορφυρά και στολισμένη με πετράδια
έπεσε με τα μούτρα στο πάτωμα
και
άρχισε να το τρίβει με τα χέρια και τα μάτια της

τη σήκωσα από τις μασχάλες
τίναξε τη σκόνη από τα γόνατα της
πήρε στα χέρια το βιβλίο με τις εξισώσεις
και διάβασε φωναχτά με τη φωνή του Ποιητή

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Μάνος Ορφανουδάκης, “Πέντε συν ένα ποιήματα για τη Γυναίκα”.

Ζώνη αγνότητος

Τα μαλλιά της είχαν από καιρό ασπρίσει
και η καρδιά της μετρούσε τους τελευταίους της κτύπους.
Το μυαλό όμως “εκεί” κι ίσως με περισσότερη θέρμη από “τότε”
στους εικοσάχρονους φαλλούς της νιότης της.
Κι εκείνη η μυρωδιά από ιδρώτα και σπέρμα
ήταν πιο ζωντανή από ποτέ στα ρουθούνια της.
Μονάχα σαν το βλέμμα της έπεφτε στο είδωλο της
στον απέναντι καθρέφτη τα μάτια της σκοτείνιαζαν.
Έπρεπε από καιρό να τον είχε πετάξει, όπως πέταξε και τα χρόνια της
στην ηθική και την σκλαβιά των βελούδινων σαλονιών

Απουσία

Όλα βρίσκονται ακόμα εκεί,
σε μια σιωπηλή συγκατάβαση.
Τα γυάλινα γοβάκια της,
οι μοβ μενεξέδες απάνω στο κρεβάτι
οι άδειες προθήκες των αστεριών στο ταβάνι.
Κι ίσως η απουσία της να μη γινόταν αισθητή
αν το γυμνό κορίτσι στο διπλανό δωμάτιο
δε φώναζε συνεχώς τʼ όνομα της.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Κατερίνα Δασκαλάκη, 8 ανέκδοτα ποιήματα

Έρως- Θάνατος της ζωγράφου Άννα Σίνου

ΌΣΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ (Ι)

Δεν ξέρω τι γίνεται μέσα σου
αν θρέφεις εφιάλτες, ψίθυρους ή ανεμώνες
αν ονειρεύεσαι ρήξεις ή παροξυσμούς,
αν παραφέρεσαι, αν σπαράζεις, αν κόβεσαι,
πραγματικά δεν ξέρω τι γίνεται μέσα σου, δεν παραλείπεις να κλειδώνεις την πόρτα και έτσι αθέατη περιφέρεσαι σε μια τροχιά χωρίς συντεταγμένες. Δεν ξέρω επιτέλους σε ποιο πνιγμό επιπλέεις για αυτό και στάζεις ολόκληρη αναμονή, αντανακλάσαι σε κυρτούς καθρέφτες μα πιο πολύ είναι που ψεύδεσαι μια άχρονη ανθοφορία, που προσποιείσαι τρυφερότητα ενώ μέσα σου σώζεται το νερό.
Δεν έχει που να γείρει η παρένθεση που να ακουμπήσει η τελεία.
Ακόμα και τα αποσιωπητικά σε αποδιώχνουν.

ΌΣΑ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ (ΙΙ)

Δεν ξέρω από ποιο δρόμο να σε αποχωριστώ από ποια μεριά να σε κοιτάξω. Όταν σε βλέπω πουλιά βυθίζονται στο στήθος μου κι ένα καράβι ανοίγεται στα δύο, δεν ξέρω από πού φυσά ο άνεμος, με παρασύρει η άπνοια στα μάτια σου, τις νύχτες έρχεσαι από αιώνες χαραγμένος στην πέτρα, δεν ξέρω που να στρέψω το βλέμμα τʼ αστέρια μέσα σου με ξεριζώνουν, με ρίχνουν σε απόκρημνες χαράδρες.
Κι εσύ τι μου ζητάς; Να αγκαλιάσω την νοσταλγία, να ξεκαρφώσω την πληγή, να σκίσω το σκαρί σου, ρόδια να ξεχυθούν στα χέρια σου, να σώσω όσα δεν σώζονται τα κυπαρίσσια της αυλής, τα ματωμένα παιδικά σου γόνατα. Έχει σημάδια το κορμί σου και πού είναι η πυξίδα πού είναι ο χάρτης πού έχει βράχια, γωνίες κοφτερές πού είναι τα φαράγγια, σε ποια σπηλιά κρύβεις το αγκίστρι εκείνο που ματώνει και χάνεσαι, σπας
κλαδί ολάνθιστο
τρυφερός μίσχος
σάρκα γλυκιά
μετέωρος στέκεις μέσα μου λες κι είσαι σε γκρεμό. Δεν βλέπεις πως δεν έχει ύψος δεν έχει βάθος δεν είναι βάραθρο δεν είναι ξέχειλο πηγάδι
μα τρυφερά έχω σπείρει χλόη για να ʽναι η πτώση πέταγμα.

Διαβάστε περισσότερα