Σμηνίτης νοσοκόμος Μουζάκης Δημήτριος, πρώτη υπηρεσία στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας- διατάξτε. Σχεδόν αμέσως χτυπά το κουδούνι πως έρχεται περιστατικό. Η πόρτα του ασθενοφόρου ανοίγει, βλέπω ένα γλυκύτατο παππού στο φορείο. Η νοσηλεύτρια τον ρωτά: «πώς είστε;» και κείνος απαντά «λυπάμαι την Ελλάδα». Παράξενο. Είκοσι μέρες στην Τρίπολη όπου εκπαιδευόμουν να υπηρετώ τα σύμβολα κι ορκιζόμουν να μην τα εγκαταλείπω, δεν άκουσα κανέναν να προφέρει αυτή τη λέξη. Θα περίμενε κανείς (όχι κανείς˙ εγώ) η λέξη αυτή να βουΐζει διαρκώς στα αυτιά του νεοσύλλεκτου σμηνίτη, όμως κανείς δεν ασχολείται μαζί της. Δεν έχει σημασία, σκέφτομαι, σημασία έχει πως ο παππούς δεν είναι καλά και πως εγώ πρέπει τώρα να βοηθήσω στη μεταφορά του. Μαζί με άλλους σμηνίτες παίρνουμε τον παππού από το εξεταστήριο και τον πηγαίνουμε στο δωμάτιό του. Μπαίνουμε στον ανελκυστήρα. Είμαι στα πόδια του παππού, ο οποίος με κοιτάζει στα μάτια και χαιρετά. Όχι, δε μου γνέφει. Δεν κουνά πέρα δώθε το χέρι του ή τα δάχτυλά του. Στρατιωτικά χαιρετά ο παππούς με ακλόνητο χέρι κι ενωμένα δάχτυλα, υποδειγματικά, έτσι που να ʼχει νόημα ο χαιρετισμός, έτσι που να λάμπει το εθνόσημο πάνω στο κεφάλι μου και στην ψυχή μου μέσα. Φτάνουμε στο δωμάτιο, βάζουμε τον παππού στο κρεβάτι του, η νοσηλεύτρια του εκεί ορόφου πλησιάζει και ρωτά: «Είστε καλά;». Αγωνία εγώ για την απόκριση του παππού, ο οποίος, αντί να μιλήσει, της κλείνει το μάτι πονηρά, έτσι που να λάμπει η γυναίκα στην καρδιά μου και στην ψυχή μου μέσα. Χαιρετισμός είναι κι αυτός κι εξίσου ουσιώδης, γιατί πώς αλλιώς μπορεί σημαία να σταθεί δίχως τη γυναίκα, χωρίς την οικογένεια; Πατρίδα κι οικογένεια, λοιπόν, μέσα σε λίγα λεπτά της πρώτης μου αυτής υπηρεσίας, όσια και ιερά από το χέρι της τρίτης ηλικίας που δύει πάνω στα φορεία. Λείπει, όμως, ο Θεός μου από αυτή την ιστορία, πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία, γαρ, η δική μου επιστασία, όμως ο παππούς δεν έχει άλλα να πει˙ είναι πλέον αμίλητος και ρεμβάζει. Αναζητώ, λοιπόν, το βλέμμα του, στέκομαι προσοχή, στρατιωτικά χαιρετώ και κλαίω. Οι άλλοι σμηνίτες με κοιτούν με απορία, αλλά όχι οποιαδήποτε απορία, την απορία αποστροφής του ξένου σώματος- κι έτσι, με παρόντα το Θεό μου κι όλη τη ζωή μου βουτηγμένη σʼ αυτή καθαυτή την ουσία, κλείνω αυτή τη μικρή ιστορία της πρώτης μου υπηρεσίας.











Καλημέρα σας,
Όσο κι αν φανεί περίεργο το κείμενο του κυρίου Μουζάκη μ’ άγγιξε. Αντιλαμβάνομαι τη συγκίνηση που μπορεί να προκαλούν τέτοιες καταστάσεις. Αν και υπηρέτησα σχετικά μεγάλος, για την Εθνική Φρουρά της Κύπρου, εκεί γύρω στα 30 μου, πάντα μου ‘βγαινε να χαιρετώ στρατιωτικά τη σημαία (την ελληνική εννοείται) χωρίς να το επιδιώκω. Διοικητές, αξιωματικούς, αρχηγούς και τα λοιπά τους είχα στο κλάσιμο, πάλι χωρίς να το επιδιώκω και χωρίς να έχω κάτι προσωπικό μαζί τους ή παράπονο. Τέλος πάντων, όπως λέει και ο Σωτήρης Παστάκας, ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ…
Μέρος Γ΄ ΟΙΚΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Α : Γλιστρά ο μισθός μου, το νοίκι πετιέται
στα ύψη, το τζάκι μ’ ομόλογα ανάβω•
κυλά η στερλίνα, το μάρκο κρατιέται –
δραχμές αν κρατήσω, το λάκκο μου σκάβω.
Πλακώσαν οι ξένοι και πιάσανε κάβο.
Μας σφάζουν, το κράτος δεν παίρνει χαμπάρι.
Ξοδεύει η φαμίλια μου, δεν συλλογιέται,
και (ήμαρτον, Θε μου) θα κλέψω παγκάρι.
Β : Γλιστρούν στο ρετρό πια οι στίχοι, κοιτάει
το μέλλον η πρόζα, κι εκεί θα πουλήσει•
κι αν είμ’ ανελλήνιστος, ποιος το μετράει;
Θα βρω άλλη γλώσσα, καμπάνια θ’ αρχίσει,
θα τρέξω, θα γλείψω – κι αν φίλος με φτύσει,
ομπρέλα τη φήμη μου πια θα ‘χω πάρει.
Τα κόλπα έχω μάθει, το πράγμα κυλάει
σαν (ήμαρτον, Θε μου!) να κλέβω παγκάρι.
Γ : Γλιστρά η θρησκεία, το έθνος βουλιάζει:
παλιά η εξίσωση, λύση πια θέλει.
Στα campus η Δύση θηλιάν ετοιμάζει,
στο Όρος προσφεύγουμε σαν τον Νταβέλη:
με άπειρα watt ο Θεός ανατέλλει
σε όσους αφήσουν του Kant το φανάρι.
Μια τύψη τις νύχτες βουβή με πειράζει
σαν να ‘κλεψα (ήμαρτον, Θε μου!) παγκάρι.
Α,Β,Γ: Δεν φέγγεις απόψε και γλίστρησα, Θε μου.
Τι θες από μένα κι εντύθης γυναίκα;
Πατρίδα, θρησκεία, φαμίλια, τ’ ανέμου
να παν – κάτι μέσα μου έχει φαλτσάρει
σαν να ΄ταν χωρίς τεμπεσίρι η στέκα…
Πώς διάβολο βρέθηκες μ΄άδειο παγκάρι;
Γιώργος Κοροπούλης, Ουκ έστιν ώδε, 1993.
Έχει μιαν υποδόρια δύναμη, ευαισθησία και συγκίνηση το κείμενο αυτό του κυρίου Μουζάκη. Να είστε καλά.
Με το Θεό σας να λείπει 7 γραμμές πριν από την τελευταία και να εμφανίζεται στην προτελευταία, είμαι έτοιμος να ομολογήσω δημόσια την άπειρη εκτίμησή μου στο πρόσωπο και το έργο σας, κύριε Μουζάκη, αν μου κάνετε τη χάρη και ομολογήσετε ότι ο γέρος είναι, τελικά, ο Θεός σας (έστω και εντός των στενών πλαισίων του παρόντος κειμένου).
Ή εγώ έχω χαζέψει ή στης Αεροπορίας τη μεριά γινόντουσαν θαύματα!
Αργοπρημένος κι εγώ. Κοντά στα τριάκοντα. Με οικογένεια αφημένη στα ξένα και μικρό παιδί! Και να προσκυνώ χανούμια αξιωματικούς [ίδια φάρα με αυτούς που μάτωσαν την Κύπρο, κ. Ρ.! να ονειρεύονται διετία και BMW εκεί, κ. Δ.Μ.!- και να ακούω τούμπανα και παράτες να γλέπω. Όχι στης Αεροπορίας τα …πολιτισμέενα σώματα. Αλλά στο 11ο Σύνταγμα Πεζικού, στην Τρίπολη, όλα αυτά και άλλα ακατανόμαστα. Και να κοιμόμαστε πάνω από το πειθαρχείο όπου είχαν βασανίσει και βιάσει τη μάνα του φίλου τοτυ Νίκου, τότε μετά τον Εμφύλιο για “υποστήριξη και έρανο” προς τους “κομμουνιστοσυμμορίτας”. Μου τά ‘λεγε ένα βράδυ ο Νίκος κλαίγοντας, σστη σκοτεινή γωνιά του θαλάμου χωμένοι καπνίζαμε. Μαύρο δάκρυ, ενός δδάκτορα Πολυτεχνείου, πααγωμένο βράδυ του Μάρτη -το πήγαινε για χιόνι…
Εμπρός! Χαιρετίσατε, λοιπόν, τη γαλανόλευκη των τοιούτων! Ανάποδα! Μη φοοβάστε!
Το μνημόνιο ευλογείτε!!!!