Ο Χορός
μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

Όταν σταμάτησε να παίζει η μουσική
πέταξε τους στίχους της μέσα στις εξισώσεις μου
και τ’ ανακάτεψε όλα με τα δάκτυλα της
“σταμάτα πια, δε βλέπεις πως δε βγαίνουν τα νούμερα;
δεν έχω χρόνο να τα βάλω πάλι στη σειρά”
με σήκωσε από την καρέκλα
έκανε μιαν απροσδιόριστη κίνηση με το χέρι
(πολύ κινηματογραφική ομολογώ)
και άρχισε πάλι η μουσική

χορέψαμε στο ρυθμό
ύστερα Εκείνη αποτραβήχτηκε από τον παρτενέρ της
υποκλίθηκε
όχι σαν χορεύτρια
αλλά σαν παλαιστής του καράτε
και στάθηκε για λίγο δίπλα σε μια γαβάθα γεμάτη πορτοκάλια

έτσι
ντυμένη με πορφυρά και στολισμένη με πετράδια
έπεσε με τα μούτρα στο πάτωμα
και
άρχισε να το τρίβει με τα χέρια και τα μάτια της

τη σήκωσα από τις μασχάλες
τίναξε τη σκόνη από τα γόνατα της
πήρε στα χέρια το βιβλίο με τις εξισώσεις
και διάβασε φωναχτά με τη φωνή του Ποιητή

Το λάθος να βλέπουμε ταινίες μαζί

Όταν τέλειωσε το φιλμ
σε μισούσα
έμοιαζε ο τρόπος
που κρατάς την εφημερίδα
το τσιγάρο
στα δάκτυλα σου
το ματωμένο μαχαίρι
έμοιαζε ο έρωτας μας
με το φιλμικό έρωτα
των ηρώων

ώστε
εμείς υποκρινόμαστε

Όλα όσα είσαι

Έντεκα και τέταρτο καθόμαστε ακόμα στο πάτωμα
ενώ ακούγεται μια νέγρικη φωνή
you are the promised kiss of springtime
υπάρχεις ανάμεσα στα χέρια μου
σαν ποτήρι
σαν τσιγάρο
σαν σκληρόδετο βιβλίο
όπως υπάρχουν λέξεις που σιχαίνομαι στο στόμα σου
αυτές οι κουβέντες σου
για την αποκατάσταση της απλότητας
σε φιλώ χωρίς περιθώρια να δυσανασχετήσεις
υπάρχω και υπάρχεις όπως υπάρχουν κουμπιά στα πουκάμισα μας
γλύφω το αίμα πάνω από τα λεπτά όρια των χειλιών σου
φοβάμαι πως είναι
φτηνό κόκκινο κρασί το αίμα σου
πως είμαστε
φτηνές κατασκευές όλο κόκαλο και φτηνό κρασί
η ενσαρκωμένη αποστροφή των σκύλων
μα κάποτε τρωκτικά ροκανίζουν τα πόδια μας
επιτέλους μια σταθερή ελπίδα
πως
την αφόρητη πεζότητα της αρτιμέλειας
θα αντικαταστήσει πριν τα μεσάνυχτα
η απαράμιλλη αισθητική του ακρωτηριασμού

Κατσαρόλες Πολέμου

Είναι όλο αυτό το πράγμα
ένα τεράστιο κατάστρωμα
που πρέπει να τρίψω με τα μάτια μου
δυο και τρεις φορές

βλέπω τα μάτια μου να λιώνουν

μέσα από καθρέφτες

ο μόνος τρόπος να δεις τα μάτια σου

αλήθεια

κανένας τρόπος να δεις τα μάτια σου

γυάλινα άψυχα είδωλα

τα μάτια είναι

για να φέρνουν
τα έξω μέσα
και όχι τα μέσα έξω
σταμάτα λοιπόν να κλαις
και συγκεντρώσου στη δουλειά

Βροχή στο παλάτι του ήλιου

οι αυλικοί μυρίζουν το
βρεγμένο χώμα
στους κήπους
ανατριχιάζουν
όταν βρέχει τζιν
ο Σαμάνος υψώνει τα χέρια
στον ουρανό
“τι ευλογία
τα αλκοολούχα σύννεφα”

Δοκιμή Ι

Είπες
Ποτέ
Κανένας
Πουθενά

Αρνήσεις
Αλλεπάλληλες
Εκβιαστικές

Σαρκίο
Εδώδιμο
Τρώγεσαι
Μόνο

Στους φίλους εκείνου του μήνα (Δεκέμβρης 2008)

κάθε πρωί μου φέρνει ο αέρας κουφάρια στο χαλάκι της εξώπορτας
πλυντήρια και παλιοσίδερα που σαπίζουν στις αλάνες
σάπια
με θολά μάτια
με στόματα αφρισμένα
να μου θυμίζουν πως δε γυρνάμε έτσι εύκολα το κεφάλι από την άλλη
γιατί
έρχεται μιαν αυγή
έρχεται με τον τρόπο που οι σπόροι γίνονται δέντρα
κι οι σκελετοί άνθρωποι σκυφτοί πάνω απ’τους τάφους
θα ζήσουμε τη θολή ανάμνηση της μπάσταρδης σφαίρας
που θα ‘ρθει να γκρεμίσει συθέμελα
ότι κινείται σιγανά
ότι θα μας αντιστέκεται τότε ακόμα

έρχεται
όσο απλοϊκά και αν νομίζεις φίλε ότι το λέω…

Σύντομο βιογραφικό: Ο Νίκος Πατεράκης γεννήθηκε το 1990. Ζει στη Θεσσαλονίκη και σπουδάζει στην πολυτεχνική σχολή του Α.Π.Θ. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν.