Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Αλέξανδρος Κοάν, Δύο ποιήματα

Ξεκινώ με το τέλος του κόσμου.

Τα παιδιά παίζουν μπάλα/ τα παιδιά όλο τρέχουν/ ο φονιάς στην κρεμάλα/ τα παιδιά τον εμπαίζουν

-κάτι καίγεται γύρω μου, μυρίζει χρώμιο γδαρμένο- τα παιδιά στην κουζίνα/ στο φαΐ βάζουν δάχτυλο/ τα παιδιά στην Αθήνα/ μπουγελώνουν τον άτιμο -τα μπαλκόνια όλα σείονται, ο καιρός γαρ εγγύς- μα δεν έφτασε ακόμα

δεν έφτασε

απλά ξεκινώ με αυτό να προλάβω

ξεκινώ με αυτό όσο μνήμα δε σκάβω –

Ξεκινώ με το τέλος του κόσμου.

Τα παιδιά έχουν χυθεί/ τα παιδιά όλα σκόρπισαν/ ο φονιάς τα θωρεί/ και γελάει που ψόφησαν -είν η άσφαλτος σίδερο, πυρωμένη είν η πόλη- τα παιδιά έχουν πλυθεί/ έχουν μπει μες στα φέρετρα/ τα παιδιά τα οδηγεί/ χαρωπά στον Αχέροντα -ποιος κραδαίνει τα κτίσματα, το δάχτυλό του κουνάει σε μένα- μα δε μ’ έφτασε ακόμα

δε μ’ έφτασε

απλά ξεκινώ με αυτό να το βγάλω απ’ τη μέση

πριν να πω τι ειν αυτό που σαν πυρ μ’ έχει φλέξει –

Ξεκινώ με το τέλος του κόσμου.

 

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Νικόλαος Κατσαμάκας, Τρία ποιήματα

Η Ευρώπη ένας παιδότοπος

(Για τη Lisa, όπως κι αν τη λένε)

 

Σε κάθε χώρα είχε και άλλο όνομα

οπότε στο Άμστερνταμ της είπαν

θα σε φωνάζουνε Αμάντα. Να το θυμάσαι

όταν ο άντρας θα καλεί μέσα στην έκσταση,

για εσένα θα εκφράζει την αγάπη του

μην αφαιρείσαι από τη θέα

έχε το νου σου στη δουλειά.

Δεν ήτανε ρομαντική

και ίσως αυτό βοήθησε να φτάσει εκεί

όταν οι φίλες της παρέμειναν πίσω στη Ρουμανία.

Έκαναν ζήτημα ολόκληρο το εύκολο,

να πρέπει ν’ αγαπάς για να δοθείς.

Μα ίσως ήταν κι αυτό ακριβώς.

Δεν ήτανε ρομαντική, δεν καταλάβαινε

που την ύψιστη στιγμή ο εραστής θέλει

να πει το όνομα.

Έτσι, όταν το έλεγαν δεν πρόσεχε

και σα να ήταν άλλη, δεν έδινε την πρέπουσα ανταπόκριση

ένα χυδαίο βογγητό και μια κατάφαση.

Γίναν παράπονα. Πέντε μήνες ύστερα

της άλλαξαν το όνομα, τη στείλαν στη Βουδαπέστη

που η δουλειά ήταν πολλή και οι τιμές

τρεις φορές πιο χαμηλές.

Σκέφτηκε πως αν δεν έφτιαχνε ένα νόημα

για όλη την κωμωδία που ζούσε

δέκα φορές τη μέρα,

το τέλος θα ήταν αναπόφευκτο,

θα επέστρεφε στο Πλόεστι ανώνυμη.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Νίκος Κωσταγιόλας, «Σύντομος οδηγός για τα δέντρα»

Κοιτάς έξω τα δέντρα απ’ το παράθυρο
με βούληση πνευστή πώς καμπυλώνουν
ερχόμενη από πολύ μακριά
όπως κι εσένα άνεμος μια μέρα
δριμύς κι αρπακτικός σα θάνατος
με μια του κόσμου θα σε συντονίσει
καταγωγή σπλαχναία κι ανεκρίζωτη
εκεί που ανακυκλώνονται τα χρόνια
κι ό,τι φθαρτό, ταπεινωμένο αναπτερώνεται
και βρίσκει την επίποθη γαλήνη
στις χώρες που από δύση δεν εννοούν

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Νέοι Ποιητές

Αλέξανδρος Κοάν, «Το χωράφι μου»/ «Πέρα στη Δύση» του Amiri Baraka

Το χωράφι μου

 

Στην πλάτη μου δεμάτι τα καυσόξυλα,

σ’ ένα χωράφι γέρικο, παλιό τόσο

που μες στα ξερά ούτε ζιζάνια δε φυτρώνουν

και τα παπούτσια μου τρυπούν

και γύρω μου γελούν τα έντομα

κι οι τόσες άκαρπες ελιές

δεν είναι παρά απλά ο εαυτός μου.

Και με κοιτά μέσα απ’ τους ρόζους,

γυμνός, γκροτέσκος, τραβηγμένος

απ’ του κόσμου την όμορφη τάξη

-αδύναμη κράση η κράση μου

τσακισμένη στη λειψυδρία-

κι άμα δεν ξέρω από δουλειά

κι απ’ αυτά που όλοι οι ανθρώποι ξέρουν

και όμως καταφέρνω στις παλάμες μου

να έχω πάντα κάλλους      -δεν είναι παράσημο

είναι απλά μια απολογία.

(Οι αμαρτίες που με πνίξαν προηγήθηκαν

δεν ήταν ποτέ -ποτέ!- όλες δικές μου

μα αυτό το κρύο το χειμωνιάτικο

εγώ θα πρέπει να το σπάσω

με το να κάψω ξύλα.)

Ταπεινώνομαι Κύριε.

Τι ζητάς πια από μένα;

μόνο χώμα μπορεί να δώσει το χωράφι μου

μόνο αίμα ζεστό κάτω απ’ το δέρμα

που θέλω μα δε το μπορώ

να το χαρίσω ως κι αυτό σ’ Εσένα

-τι ζητάς πάλι αυτό το βράδι

σ αυτή την τσακισμένη αντανάκλαση

που τόσο πάλι μοιάζει με εμένα;   Δεν αρκούν;

Δεν αρκούν τα γονατίσματα μου

για να σταθείς όρθιος στο σβέρκο μου

δεν αρκεί το ένα μου δάκρυ μου

να σώσει αυτό το άνυδρο χωράφι;

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αντωνία Απέργη, Ποιήματα

Μην ξαναστείλεις το περιστέρι

Έρχεται μέσ’ απ’ τη θάλασσα
μουδιασμένο –

αντί γι’ αλάτι
η φτερούγα του στάζει πετρέλαιο·
μάτι δεν έχει να με δει
το έφαγε η αιθάλη·
ραμφίζει βράχια
βότσαλα καταπίνει
στο πόδια μου έρχεται κι αφήνει

τις λέξεις σου –
τις τρυφερές
σαν πέτρες.

Δεν θα μάθω ποτέ τ’ όνομά τους

Τους ακούω να έρπουν μέσ’ απ’ το δάσος.
Μοιάζουν κουρασμένοι.
Καλώς τα παιδιά, τους λέω,
να κεράσω λίγα βατόμουρα;
Είμαστε περαστικοί, λένε,
δείχνοντας τα σακιά με το χώμα.
Χαμογελώ.
Παρά τη νύστα μου θέλω να δείξω φιλόξενη.
Δεν κρατούν τσεκούρια·
μονάχα κάτι καλογυαλισμένα αλυσοπρίονα.
Όλα θα γίνουν γρήγορα, λένε.
Βλέπω να πέφτουν στο παρκέ
φτερούγες σπουργιτιών και φύλλα.
Μυρίζει φρέσκο ροκανίδι και φτερνίζομαι.
Τώρα θα δυναμώσεις, λένε.
Παρά την κούρασή τους
θέλουν να δείξουν τρυφεροί και γενναιόδωροι.

Διαβάστε περισσότερα