ΣΥΓΓΕΝΕΨΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΕΛΙΚΑ

Πιστεύουν, εξορίζουν τον απόκληρο, κόβουν την πίτα, μοιράζουν, εύχονται, δαιμονοποιούν.
Στάζει φλουρί,
έξω από την πόρτα η δυστυχία,
μέσα η ειρήνη σε όλο τον κόσμο
με ολίγο ροκ εν ρολ,
ει δυνατόν,
καλά όλ’αυτά
αν έχεις αγκαλιά που δύσκολα γεμίζει,
αλλιώς μέσα στη φάτνη σου, νομίζεις, νανουρίζεις ένα μωρό,
όμως η πιθανή του ύπαρξη
που θέτει ανάποδα την καρέκλα σου
σε θορυβεί
τόσο ώστε οι ευχές σου να έχουν αστερίσκους
αντί να είναι το άστρο ορατό απ’ όλους.

****

ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΙ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ

Σύννεφα κι αυτοκίνητα,
το ρομαντικό πού είναι;
Σώματα,κτίρια
ποιος καταπίνει ποιον;
Η ελπίδα έπνιξε την έγνοια της,
δεν κάνουμε παρέα πια,
μπόρεσα όμως να την ξαναβαπτίσω
με πολλά ονόματα:νέο χρόνο,ακόμα,διάλειμμα,ένα λεπτό,παρακαλώ.
Το ένα πόδι φέρνει τ’άλλο και τα δυο τη διάβαση,
πληρώνω ο πεζός την υψηλή τιμή των τζιπ,
την ασφάλεια των suv,
τη χαμέρπεια των φόρμουλων.
Ας ήμουν τουλάχιστον ζώον αιμοβόρο
ταχύ,από εκείνα που δίνουν ιδέες σε σχεδιαστές
να σκαρώνουν μηχανές υπέρτερες της πατούσας.
Εκεί που πατούσες ήμουνα
κι εκεί που πατώ θα’ρθεις,
στα σύννεφα.
Δωρεάν αιρ-κοντίσιον,
μεταφορά εξασφαλισμένη.

 

***

 

ΜΑΧΑΙΡΙ ΚΑΙ ΣΠΑΘΙ

Με την καλοσύνη μου να έχει δύο αριστερά μάτια
καλοβλέπω στο φόνο τη γέννα μου,
κοιτάζω λυπημένα τον εαυτό μου καθώς δολοφονεί με τρόπους,
ή όταν σφαγιάζεται ως άγιος στα χαλίκια κάτω από σπαθί δικαιολογιών.
Στα ίδια νερά μπαίνω με τον εκτελεστή μου,
αρμενίζω ανάμεσα σε χάρτινες λέξεις και απρόσμενα λάθη,
σκοντάφτω σε απόψεις-γίνομαι κάστρο-
και βουτάω κάτω από τις πολεμίστρες να κάνω πως είμαι ο εχθρός μου.
Ανεβαίνω το βουνό κουτσαίνοντας νομοτέλειες,
χωλαίνω ν’αγαπήσω,
δεν αγαπώ,τελικά,
ξεχνιέμαι σε πράξεις αγαθές,
μυστικιστικές, αστικές, άκρως δηλητηριώδεις.
Γελάω και κλαίω όσο το δυνατόν πιστότερα στο τοτέμ της συνήθειας κι
αλλάζω πέντε λεωφορεία για να φτάσω στο συμπέρασμα των επιδιώξεών μου.
Παίρνω στα χέρια το μαχαίρι που κόβουμε την άνοιξη,
που τεμαχίζουμε μικρά όνειρα, που χαράζουμε αόρατες συλλαβές στο χώμα
και ξιφομαχώ με τον παράταιρο αντίπαλό μου.
Τι κι αν εκείνος πάντα μου φαίνεται πιο δυνατός;
Σχεδόν τον αποτελειώνω σπάζοντάς του τη λεπίδα,
λέω τη λέξη που δε λέγεται, φτύνω μέσα του την ανάσα μου που βγαίνει,
κι ύστερα πεθαίνω
πιο ευχαριστημένος από ποτέ,
που ενώ εγώ είδα τον άλλο στο ιερό του πιάτο να ξεματώνει η κεφαλή του,
εκείνος επιμένει να μη βλέπει τα ηλιοβασιλέματα και τα δάση που επινόησα
και ύστερα να με καταρρακώνει θέλει
γυρεύοντας
να μην υπάρξω, ποτέ πια.