DU MOUVEMENT ET DE
Lʼ IMMOBILITÉ DE DOUVE

1.

Ξυπνάω, βρέχει. Ο άνεμος σε διαπερνάει, Douve
γη της ρητίνης, πλάι μου αποκοιμήθηκες.
Βρίσκομαι σε μία ταράτσα, στην τρύπα του θανάτου.
Τεράστια σκυλιά, τα φυλλώματα τρεμουλιάζουν.

Το χέρι που απλώνεις στην πόρτα
με φωταγωγεί διαμέσου των αιώνων.
Γη της στάχτης, κάθε στιγμή σε βλέπω
να γεννιέσαι,

Κάθε στιγμή ο θάνατος.

2.

Στις στέγες πάνω σʼ έβλεπα να τρέχεις
παλεύοντας τον άνεμο
το κρύο αιμορροεί στα χείλη σου.

Ακόμη σʼ είδα να θρυμματίζεσαι
απολαμβάνοντας το θάνατο
πιο όμορφη από τον κεραυνό
την ώρα που λεκιάζει τους λευκούς
κρυστάλλους του αίματός σου.

3.

Το πρόσωπο σου απόψε φωτισμένο από τη γη
όμως, βλέπω τα μάτια σου να σκοτεινιάζουν
και η λέξη πρόσωπο, δεν έχει νόημα πια.

Η μέσα μου θάλασσα φωτίζεται
από αρπαχτικά που γυροφέρνουν.
Μια οπτασία.
Σε διατηρώ παγωμένη σʼ ένα βάθος, όπου
οι εικόνες είναι ασύλητες.

4.

Τώρα η ρωγμή διαπερνά το στόμα
τα πέντε δάχτυλα σκορπίζονται στην τύχη
το κεφάλι κυλάει στο χορτάρι,
το λαιμό νέμονται τώρα
οι λύκοι και το χιόνι
ο άνεμος διαπερνά τα μάτια τώρα
σε κάποιους ταξιδιώτες του θανάτου
και είμαστε εμείς, μέσα σʼ αυτόν τον αέρα
σʼ αυτό το νερό, σʼ αυτό το ψύχος.

5.

Άψογη παρουσία, που δε σʼ αγγίζει
καμμία φλόγα
μυστηριώδης ναυαρχίδα του ψύχους
σφύζουσα, μʼ αυτό το αίμα που ξαναγεννιέται
και πάλεται, διαμελίζοντας το ποίημα,

διακινδύνεψες τον εγκλωβισμό σου
στα σιωπηλά όρια ενός πένθιμου τοπίου
όπου η λάμψη σου λιγοστεύει, μόλις
περάσει η δοκιμασία.

Ω, συ πανέμορφη, ο θάνατος
διαπερνά το γέλιο σου!
Τολμώ και σʼ ανταμώνω, συγκρατώντας
τα θραύσματα των κινήσεών σου.

6.

Θα πάρω στα χέρια μου
το πεθαμένο σου πρόσωπο.
θα το κοιμίσω μεσʼ την παγωνιά του.
θα στολίσω με τα χέρια μου
το ακίνητο κορμί σου,
το μάταιο στόλισμα
των πεθαμένων.

7.

Έτσι ως το θάνατο πρόσωπα ενωμένα
αδέξιοι ελιγμοί της καρδιάς πάνω στο
ξανακερδισμένο σώμα
που επάνω του πεθαίνεις απόλυτη αλήθεια
αυτό το σώμα το αφημένο στʼ αδύναμα χέρια σου.

Η μυρωδιά του αίματος
μέλει να είναι αυτό που γύρευες
τόσον απλά αχτινοβολώντας μέσα στον πορτοκαλεώνα.
Κι ο ήλιος περιστρέφει τη ζωηρή του αγωνία
φωταγωγώντας το τοπίο
όπου τα πάντα αποκαλύπτονται.

8.

Ο πορτοκαλεώνας θάναι η κατοικία σου
πάνω στο στρωμένο τραπέζι
σʼ ένα άλλο φως
θα κοιμίσεις την καρδιά σου.
Το πρόσωπο σου θα φλέγεται
καθώς θα κυνηγάς ανάμεσα στους κλώνους.
Douve, θάναι τʼ όνομά σου
εκεί, ανάμεσα στις πέτρες
Douve, ακατανόητη και μαύρη
νερό ανεξάντλητο, εκεί
που η μάχη θα χαθεί.

Από το βιβλίο “Στη μοναξιά του Παρισιού” (Aragon, Eluard, Breton, Prevert, Bonnefoy), Επιλογή-Μετάφραση-Φωτογραφίες: Ευριπίδης Κλεόπας, Έψιλον/ποίηση, 1994, 1998,2007