Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Roque Dalton, Ποιήματα (μετφρ.: Βασίλης Λαλιώτης)

Ώρα της Στάχτης

Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.

Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.

Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.

Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.

Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.

Διαβάστε περισσότερα

Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Luis Cernuda, «Αν ο άντρας μπορούσε να πει» (μετφρ. Βασίλης Λαλιώτης)

Ο Λουίς Θερνούδα εδώ

Αν ο άντρας μπορούσε να πει

Αν ο άντρας μπορούσε να πει αυτό που αγαπά,
Αν ο άντρας μπορούσε να υψώσει στον ουρανό τον έρωτά του
Σαν ένα σύννεφο στο φως
Αν σαν τοίχους που γκρεμίζονται,
Για να χαιρετήσουν την αλήθεια τη στυλωμένη στη μέση,
Μπορούσε να γκρεμίσει το κορμί του, αφήνοντας μονάχα την αλήθεια
του έρωτά του,
Την αλήθεια του εαυτού του του ίδιου,
Που δεν την λένε δόξα, τύχη ή φιλοδοξία,
Μα έρωτα ή πόθο,
Εγώ θα ήμουνα αυτός που φανταζόταν
Αυτός που με τη γλώσσα του, τα μάτια και τα χέρια
Διαλαλεί στους ανθρώπους την αγνοημένη αλήθεια
Την αλήθεια του έρωτά του του αληθινού.

Ελευθερία δε γνωρίζω πέρα από την ελευθερία να ‘μαι δέσμιος
κάποιου
Που τ’όνομά του δε μπορώ ν’ακούσω δίχως ανατρίχιασμα
Κάποιος που για χάρη του ξεχνάω την τσιγγούνική μου ύπαρξη,
που για χάρη του η μέρα και η νύχτα είναι για μένα αυτό που ήθελα.
Και το κορμί μου και το πνεύμα μου επιπλέουν στο κορμί του και το
πνεύμα του
Σαν μαδέρια χαμένα που η θάλασσα βυθίζει ή σηκώνει
Ελεύθερα με την ελευθερία του έρωτα,
Τη μόνη ελευθερία μου με εξυψώνει,
Τη μόνη ελευθερία γιατί πεθαίνω.
Εσύ δικαιολογείς την ύπαρξή μου:
Αν δεν σε γνωρίζω, δεν έχω ζήσει
Αν πεθάνω χωρίς να σε γνωρίσω, δεν πεθαίνω, γιατί δεν έχω ζήσει.

Μετ. Βασίλης Λαλιώτης. Περιοδικό Πλανόδιον 22

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Carmen Yañez, Τρία ποιήματα (μτφρ.: Αθηνά-Στυλιανή Μίχου)

 

 

Η εποχή των εξήντα

Τώρα θέλω να σου μιλήσω γι’αυτή τη χώρα που κατοικείς και που κρύβεις μέσα σου,
αυτή τη μνησικακία που καιροφυλακτεί και που ξεσπά σε δάκρυα σ’ένα οποιοδήποτε απόγευμα βροχής πάνω στο αχανές έδαφος ερημωμένο από την εξορία
που κι αυτό το κρύβεις στις γωνίες του εύθραυστου γέλιου.
Εκείνη την υγρασία της απόστασης που θυμούνται λίμνες
και που επαναλαμβάνουν πράσινα καθρεφτιζόμενα δάση.
Εκείνο το αλάτι της πονεμένης νοσταλγίας της ερήμου.
Μια Ανατολή κορυφωμένη και στεφανωμένη από χιόνια.
Κι εκείνος ο ωκεανός που αν και τον ονομάζουν ειρηνικό,
είναι άγριος κι εσύ τον ξέρεις μέσα σου ως εξοργισμένο και ως προδότη.
Πέρασες μισή ζωή από δω και από κει, χάνοντας όλα τα βήματα
και ξοδεύοντας τα παπούτσια, από δω και από κει
τριγυρνώντας κατακτώντας απαγορευμένα κομμάτια γης.
Είπες έγκριση και υψώνεις τις χίλιες και μία σκηνές για το όνειρο,
oι καλεσμένοι σου αποδέχονται τις παρατεταμένες σιγές σου.
Ξέρουν ότι σε κάποιο μέρος κρύβεις τη βαλίτσα που δεν ξεκάνεται ποτέ.
Κι εκεί διεισδύεις σιγά σιγά στην ομίχλη των παρίας, με το περιστασιακό κουστούμι σου.
Και τί μένει από τη πατρίδα σου αν όχι ένα κομμάτι αγάπης ανάμεσα σε γλάστρες
Ένα έργο προδότης τη νοσταλγία σου
Η ίδια σου η βροχή ποτίζει τις μακριές ρίζες,
Ενώ κόβεις τα ξερά κλαδιά της αποχώρησης.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Nicanor Parra, «Πίνω γάλα και άλλα αποφθέγματα» (μτφρ: Γιώργος Μίχος)

Ακούστε τον Νικάνορ Πάρα

Για ποιό λόγο έχουμε γεννηθεί άνθρωποι
αν μας δίνουν ένα θάνατο ζώων.
*
Αμνέ του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου,
πες μου πόσα μήλα υπάρχουν στο γήϊνο παράδεισο;

*
Νομίζουμε πως είμαστε ο τόπος και η αλήθεια είναι
πως είμαστε μόλις το τοπίο.
*
Πες μου ποιές είναι για σένα οι 10 λέξεις οι πιο όμορφες
της ισπανικής γλώσσας και θα σου πω ποιός είσαι.
*
Η Σκέψη πεθαίνει στο στόμα.
*
Αριστερά και Δεξιά ενωμένες
ποτέ νικημένες.
*
Η πραγματικότητα τείνει να εξαφανιστεί.
*
Μαρξιστής; Άθεος, με τη χάρη του Θεού.
*
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει.
Αυτό που θέλω να πω είναι άλλο.
*
Πρώτη αρχή όλων των κορυφαίων έργων
να περάσουν απαρατήρητα.
*
Η.Π.Α. Όπου η ελευθερία είναι ένα άγαλμα.
*
Κάθε ποιητής που εκτιμάει τον εαυτό του
πρέπει να έχει το δικό του Λεξικό.
*
Ο ποιητής δεν τηρεί το λόγο του αν δεν
αλλάζει τα ονόματα των πραγμάτων.
*
Ὀταν περάσουν τα χρόνια κι εγώ θα είμαι μόνο
ένας άντρας που αγάπησε, ένα όν που σταμάτησε
μια στιγμή απέναντι στα χείλη σου, ένας φτωχός άνθρωπος
κουρασμένος από το να βαδίζει στους κήπους,
που θα βρίσκεσαι εσύ;

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Octavio Paz, τρία ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

ΥΜΝΟΣ ΕΝ ΜΕΣΩ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

    όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…
               Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός

στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
      τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·
μια χούφτα γίδια είνʼ ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται
      καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σʼ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!

Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απʼ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη
      με το φως ντυμένη.
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τʼ άσπρα πανιά απʼ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.

Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις
      χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)

Να βλέπεις, νʼ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθʼ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα
      απλώνω τις αισθήσεις μου,
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και
      ξαναρχίζουν,
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν
      εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλʼ αυτά σε τούτο ʼδώ το τσαλαβούτημα
      σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948

Διαβάστε περισσότερα