Η εποχή των εξήντα
Τώρα θέλω να σου μιλήσω γι’αυτή τη χώρα που κατοικείς και που κρύβεις μέσα σου,
αυτή τη μνησικακία που καιροφυλακτεί και που ξεσπά σε δάκρυα σ’ένα οποιοδήποτε απόγευμα βροχής πάνω στο αχανές έδαφος ερημωμένο από την εξορία
που κι αυτό το κρύβεις στις γωνίες του εύθραυστου γέλιου.
Εκείνη την υγρασία της απόστασης που θυμούνται λίμνες
και που επαναλαμβάνουν πράσινα καθρεφτιζόμενα δάση.
Εκείνο το αλάτι της πονεμένης νοσταλγίας της ερήμου.
Μια Ανατολή κορυφωμένη και στεφανωμένη από χιόνια.
Κι εκείνος ο ωκεανός που αν και τον ονομάζουν ειρηνικό,
είναι άγριος κι εσύ τον ξέρεις μέσα σου ως εξοργισμένο και ως προδότη.
Πέρασες μισή ζωή από δω και από κει, χάνοντας όλα τα βήματα
και ξοδεύοντας τα παπούτσια, από δω και από κει
τριγυρνώντας κατακτώντας απαγορευμένα κομμάτια γης.
Είπες έγκριση και υψώνεις τις χίλιες και μία σκηνές για το όνειρο,
oι καλεσμένοι σου αποδέχονται τις παρατεταμένες σιγές σου.
Ξέρουν ότι σε κάποιο μέρος κρύβεις τη βαλίτσα που δεν ξεκάνεται ποτέ.
Κι εκεί διεισδύεις σιγά σιγά στην ομίχλη των παρίας, με το περιστασιακό κουστούμι σου.
Και τί μένει από τη πατρίδα σου αν όχι ένα κομμάτι αγάπης ανάμεσα σε γλάστρες
Ένα έργο προδότης τη νοσταλγία σου
Η ίδια σου η βροχή ποτίζει τις μακριές ρίζες,
Ενώ κόβεις τα ξερά κλαδιά της αποχώρησης.
La sesentanía
Ahora quiero hablarte de ese país que habitas y que escondes en ti,
ese rencor que aguarda y salta en lágrimas cualquier tarde de lluvia
sobre el vasto territorio desolado del exilio que también ocultas en los rincones de la risa frágil.
Esa humedad de la distancia que recuerdan lagos y repiten verdes bosques reflejados.
Esa sal de la nostalgia dolorosa del desierto,
un Este encumbrado y coronado de nieves.
Y ese mar que aunque le nombran pacifico, es bravo y tu lo sabes dentro de ti furioso y traicionero.
Has pasado media vida de aquí a allá, perdiendo todos los pasos y gastando los zapatos, de aquí a allá vagando conquistando terrenos vedados.
Has dicho permiso y alzas las mil y una tiendas para el sueño, tus huéspedes admiten tus silencios prolongados. Saben que en algún lugar escondes la maleta que no se deshace jamás. Y allí vas adentrándote en la bruma de los parias, con tu traje ocasional.
Y que queda de tu país si no un pedazo de amor entre macetas
Un acto delator de tu añoranza
Tu propia lluvia irriga las raíces largas,
Mientras cortas las ramas mustias del retiro.
Memoria Histórica
Hace tiempo en esa casa, ya no está más el viejo,
se siente en cambio un niño en el jardín que estrena risa y triciclo.
Del viejo, ni su sombra,
todo sigue igual, en apariencia. La llave que gotea y pierde agua.
Nada fue en vano, su presencia en la marcha, su puño levantado, la bandera roja, el sindicato, al menos golpeó corazones en el pecho de sus
iguales.
Nada a cambiado.
El viejo se ha ido, el niño juega en el jardín, la llave gotea y agranda el
charco.
Los Santos laicos tampoco están y nadie recuerda sus arengas
encendidas,
El niño mira inquieto como se pierde el agua.
Iστορική Μνήμη
Πάει καιρός που σ’εκείνο το σπίτι δεν μένει πια ο γέροντας,
αντί αυτού κάθεται ένα παιδί στον κήπο που εγκαινιάζει γέλιο και τρίκυκλο.
Όλα παραμένουν ίδια, κατά τα φαινόμενα. Το κλειδί που στάζει αμείλικτα.
Τίποτα δεν πήγε χαμένο;
η παρουσία του στην κίνηση, η γροθιά του σηκωμένη, η κόκκινη σημαία, το ραντεβού στο
συνδικάτο;
Tουλάχιστον έκρουσε καρδιές στο στήθος των ομοίων του.
Όλα άλλαξαν.
Ο γέροντας έφυγε,
το παιδί παίζει στον κήπο,
το κλειδί στάζει και μεγαλώνει τη λακκούβα.
Δεν είναι ούτε οι λαικοί Άγιοι και κανείς δεν θυμάται τις ξαναμμένες αγορεύσεις τους.
Το παιδί ανήσυχο κοιτάζει πώς χάνεται το νερό.
Morada
Se han ido todos;
el bosque con su música de abetos,
los hombres cargando sus sombras
y sus perros.
Y eran de sueño los prismas de colores
que dejaban tras de sí.
Se han ido todos.
Yo me quedo
con un mínimo candil
entre las manos.
De vez en cuando
soy el árbol
que apuesta sus
raíces a la tierra.
Κατοικία
Έφυγαν όλοι.
Το δάσος με τη μουσική του απὀ έλατα,
οι άνθρωποι κουβαλώντας τους ίσκιους τους
και τα σκυλια τους.
Και ήταν από όνειρο τα χρωματιστά πρίσματα
που άφηναν πίσω τους.
Έφυγαν όλοι.
Απομένω εγώ
με το πιο μικρό καντήλι
ανάμεσα στα χέρια.
Πότε πότε
είμαι το δέντρο
που στοιχηματίζει τις ρίζες του
στη γη.











Έχω την αίσθηση , χωρίς να θέλω να προσβάλω κανένα
πως μια μετάφραση ποιήματος , πρέπει να γίνεται από κάποιον
που διαθέτει ισχυρό ποιητικό , τάλαντο να το πω
ποιητική ευαισθησία να την πω , ή σε κάθε περίπτωση
να αγαπά δυνατά την ποίηση .
Μια άλλη εκδοχή
Διαμονή
Αποχώρησαν άπαντες ?
το δάσος με την ελατήσια μουσική του
οι άνδρες φορτώνοντας τις σκιές τους
και τους σκύλους τους .
Και ήταν ονειρεμένα τα χρωματιστά πρίσματα
που άφηναν ξωπίσω τους .
Αποχώρησαν άπαντες .
Παραμένω εγώ
μʼ ένα μικρό λυχνάρι
ανάμεσα στα χέρια .
Φορέ φορές
είμαι το δένδρο
με τις κομψές του
ρίζες στη γη .
Στο ποίημα “Ιστορική Μνήμη”, λείπει η μετάφραση του τρίτου στίχου “Del viejo, ni su sombra,”.
Σας ευχαριστώ για τα σχόλια σας.