ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18673/index.html

ΤΟ Β΄ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18686/index.html

2.

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Ο πατέρας μου δεν μπόρεσε ποτέ να βρει ένα μέρος να στεριώσει· ήταν ένας δικηγόρος της επαρχίας, ασταθής και περιπλανώμενος. Μαζί του γνώρισα πάνω από διακόσια χωριά. Φοβόταν τις ζεστές κοιλάδες και περνούσε από αυτές μόνο σαν ταξιδιώτης, έμενε για κάποιο διάστημα στα χωριά με εύκρατο κλίμα: Πάμπας, Ουαϊταρά, Κορακόρα, Πούκιο, Ανταουάιλας, Γιάουγιος, Κανγάγιο… Πάντα δίπλα σε κάποιο μικρό ποτάμι, δίχως δάση, με μεγάλες πέτρες όλο φως, και μικρά ψάρια. Η μυρτιά, οι σημύδες, η ιτιά, ο ευκάλυπτος, η κερασιά των Άνδεων, η τάρα*, είναι δέντρα από καθαρό ξύλο, όπου τα κλαδιά και τα φύλλα διαγράφονται ξεχωριστά. Τα ατενίζει από μακριά ο άνθρωπος και όποιος ψάχνει για ίσκιο, τα πλησιάζει και ξεκουράζεται κάτω από ένα δέντρο που τραγουδάει μόνο του, με μία βαθιά φωνή, στην οποία μπλέκονται ο ουρανός, το νερό και η γη.
Οι μεγάλες πέτρες κρατούν το νερό από αυτά τα μικρά ποτάμια και σχηματίζουν τις ήρεμες ποταμολίμνες, τους καταρράκτες, τις δίνες, τα ανάβαθα περάσματα. Οι ξύλινες γέφυρες, τα κρεμαστά γεφύρια και τα ορόγια**, στηρίζονται πάνω τους. Λάμπουν στον ήλιο. Πολύ δύσκολο να σκαρφαλώσεις πάνω τους γιατί, σχεδόν πάντα, είναι μονοκόμματες και λείες. Αλλά από αυτές τις πέτρες είναι που μπορείς να δεις από πού έρχεται ο ποταμός, πώς ηρεμούν τα νερά του στις στροφές, πώς στα νερά του αντανακλάται το βουνό. Οι άνθρωποι κολυμπούν για να φτάσουν στις μεγάλες πέτρες, τις φτάνουν διασχίζοντας το ποτάμι και κοιμούνται εκεί. Διότι από πουθενά αλλού δεν ακούς καλύτερα τον ήχο του νερού. Στα φαρδιά και μεγάλα ποτάμια δεν μπορούν όλοι να φτάσουν τις πέτρες. Μόνον οι κολυμβητές, οι τολμηροί, οι ήρωες· οι άλλοι, οι ταπεινοί και τα παιδιά, μένουν πίσω, κοιτάνε από την όχθη πώς κολυμπούν οι δυνατοί

*Tara. Χαμηλό, πολύ φουντωτό δέντρο με σκληρή ξυλεία. Ο πορτοκαλί ή ροζ καρπός του κρέμεται σε τσαμπιά. Πολύτιμο για τις ιδιότητες του, χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία και στην βυρσοδεψεία. Οι ινδιάνοι πιστεύουν ότι όταν ξεκουράζονται κάτω από τα κλαδιά του, αποκοιμούνται με το άρωμα του λουλουδιού του και όταν ξυπνούν δεν θυμούνται τους καημούς τους. Σ.τ.Μ.
**Oroya, καλάθι που αναρτημένο στο σχοινί τοποθετημένο μεταξύ τις δυο ακτές του ποταμιού χρησιμεύει στο πέρασμά του, είδος κρεμαστή γέφυρα. Σ.τ.Μ.

στο ρεύμα, εκεί όπου βαθαίνει το ποτάμι, πώς φτάνουν μέχρι τις μοναχικές πέτρες, πώς σκαρφαλώνουν σε αυτές, με πόσο κόπο και μετά ορθώνουν το ανάστημα τους για να ατενίζουν την χαράδρα, για να ρουφήξουν το φως του ποταμού, την δύναμη με την οποία προχωρεί και εισχωρεί στα άγνωστα μέρη.

Ο πατέρας μου, όμως, αποφάσιζε να φύγει, πηγαίνοντας από το ένα χωριό στο άλλο, όταν τα βουνά, οι δρόμοι, οι αλάνες όπου έπαιζαν τα παιδιά, το μέρος όπου κοιμούνται τα πουλιά, όταν οι λεπτομέρειες του χωριού άρχιζαν να γίνονται μέρος των αναμνήσεων.
Στον πατέρα μου άρεσε να ακούει ουάινος˙ δεν ήξερε να τραγουδάει, χόρευε άσχημα, όμως θυμόταν καλά σε ποιο χωριό, σε ποια κοινότητα, σε ποια κοιλάδα ανήκε το κάθε τραγούδι. Με τον ερχομό του σε κάθε χωριό, μάθαινε ποιος ήταν ο καλύτερος αρπιστής, παίχτης τσαράγκο*, βιολιού ή κιθάρας. Τους καλούσε και περνούσαν στο σπίτι μας όλη τη νύχτα. Σε αυτά τα χωριά, μόνο οι ινδιάνοι παίζουν άρπα και βιολί. Τα σπίτια που νοίκιαζε ο πατέρας μου ήταν τα φτηνότερα των κεντρικών συνοικιών. Το δάπεδο ήταν από χώμα και οι τοίχοι από γυμνές πλίνθους ή σοβατισμένοι με λάσπη. Μια λάμπα κηροζίνης μας φώτιζε. Τα δωμάτια ήταν μεγάλα, οι μουσικοί έπαιζαν σε μια γωνία. Οι ινδιάνοι αρπιστές έπαιζαν με κλειστά τα μάτια. Η φωνή της άρπας έμοιαζε να αναβλύζει από τη σκοτεινιά του ηχείου και το τσαράγκο δημιουργούσε έναν στρόβιλο που κατέγραφε στην μνήμη τα λόγια και τη μουσική των τραγουδιών.

Στα χωριά, κάποια συγκεκριμένη ώρα, τα πουλιά κατευθύνονται σε μέρη που τους είναι ήδη γνώριμα. Στα πετροτόπια, στα περιβόλια, στα θαμνόδεντρα που μεγαλώνουν δίπλα στους νερόλακκους. Κι ανάλογα με τον καιρό, διαφέρει το πέταγμά τους. Οι ντόπιοι δεν παρατηρούν τούτες τις λεπτομέρειες, όμως οι ταξιδιώτες, οι άνθρωποι που πρέπει να μισέψουν, δεν τις ξεχνούν. Η τούγια**, προτιμά τα ψηλά δέντρα, οι καρδερίνες κοιμούνται ή ξεκουράζονται στους κίτρινους θάμνους, η τσίχλα δεν πάει στις ιτιές, *Charango, έγχορδο μουσικό όργανο, είδος μικρής κιθάρας, ευρέως διαδεδομένο σε όλη την περιοχή των Άνδεων. Σ.τ.Μ.
**Tuya, Είδος ραμφαστής, πουλί των δασών των Άνδεων.
τραγουδάει στα δέντρα με σκούρο φύλλωμα — στην κουφοξυλιά, στον ευκάλυπτο, στο χτενοέλατο. Τα τρυγόνια πετάνε στους παλιούς τοίχους με τρύπες, οι φάσες ψάχνουν τις χαράδρες, τα μακρινά μικρά δάση· προτιμούν να ακούγονται από μια κάποια απόσταση. Το σπουργίτι είναι το μόνο που υπάρχει σε όλα τα χωριά και σε όλα τα μέρη. Ο βιούντα πίσʼκο*, πηδάει πάνω στους μεγάλους αγκαθωτούς θάμνους, ανοίγει τα μαύρα του φτερά, τα τινάζει και έπειτα κράζει. Οι μεγάλοι παπαγάλοι είναι ταξιδιώτες. Οι μικροί παπαγάλοι προτιμούν τα κακτοειδή, τα αγκαθωτά δέντρα. Όταν αρχίσει το σούρουπο, όλα τα πουλιά χωρίζονται στον ουρανό, ανάλογα με τον τόπο παίρνουν διαφορετικές κατευθύνσεις, και τα ταξίδια τους τα θυμάται όποιος τα έχει δει, οι διαδρομές τους δεν συγχέονται στην μνήμη.

Κάποτε φτάσαμε σε ένα χωριό όπου οι προύχοντες μισούσαν τους ξένους. Το χωριό ήταν μεγάλο και με λίγους ινδιάνους. Οι πλαγιές των βουνών ήταν καλυμμένες από μεγάλες φυτείες λιναριού. Όλη η κοιλάδα έμοιαζε σπαρμένη με λίμνες. Το μπλε λουλούδι του λιναριού έχει το χρώμα που έχουν τα νερά στα ψηλά. Οι φυτείες από λινάρι μοιάζουν με ταραγμένες λίμνες· και, ανάλογα με την δύναμη του ανέμου, τα κύματα είναι μικρά ή μεγάλα.
Κοντά στο χωριό, όλοι οι δρόμοι περιστοιχίζονταν από δενδροστοιχίες, από κερασιές των Άνδεων. Ήταν ψηλά, φουντωτά δέντρα, με φωτεινό κορμό, τα μόνα οπορωφόρα δέντρα της κοιλάδας. Τα πουλιά με σκληρό ράμφος, η τούγια, ο βιούντα πίσκʼο, η τσίχλα τριγυρνούσαν στα περιβόλια. Όλα τα παιδιά του χωριού αμολιόνταν προς τα δέντρα, το μεσημέρι και το απόβραδο. Όποιος τα είδε, τα παιδιά του χωριού εκείνου, δεν θα μπορέσει να ξεχάσει την μάχη που έδιναν ενάντια στα πουλιά. Στα χωριά όπου υπάρχουν σταροχώραφα, τα παιδιά εφοδιάζονται με σφενδόνες και άδεια κονσερβοκούτια. Τα παιδιά προχωρούν στα μονοπάτια που διασχίζουν τα σταροχώραφα, κάνουν τις σφενδόνες να σφυρίζουν, τραγουδάνε και σείουν την αλυσίδα από τα κονσερβοκούτια. Εκλιπαρούν τα πουλιά με τα τραγούδια τους, τα προειδοποιούν: «Το σιτάρι είναι φαρμακωμένο! Φύγετε, φύγετε! Πετάξτε, πετάξτε! Ανήκει στον παπά. Πάρτε *Viuda piskʼo. Κατά λέξη σημαίνει «χήρα πουλί». Μικρό πουλί με σώμα σε μέγεθος σπουργιτιού, με μακρύ ράμφος, μεγάλη ουρά και μαύρα μεγάλα φτερά. Σ.τ.Μ.
δρόμο! Να ψάξετε για άλλα χωράφια!». Στο χωριό στο οποίο αναφέρομαι, όλα τα παιδιά ήταν εξοπλισμένα με λαστιχένιες σφενδόνες, κυνηγούσαν τα πουλιά σαν εχθρούς σε πόλεμο· μάζευαν τα πτώματα τους στην έξοδο των περιβολιών, στη δημοσιά, και τα μετρούσαν: είκοσι τούγια, σαράντα τσίχλες, δέκα βιούντα πίσκʼο.
Ένα ψηλό και αιχμηρό βουνό ήταν ο φύλακας του χωριού. Στην κορυφή του ήταν καρφωμένος ένας σταυρός· ο μεγαλύτερος και επιβλητικότερος που είχα δει ποτέ μου. Μάη μήνα τον κατέβασαν στο χωριό για να ευλογηθεί. Πλήθος ινδιάνων κατέφτασε από τις κοινότητες της κοιλάδας και μαζεύτηκαν με τους λίγους κατοίκους του χωριού, στους πρόποδες του βουνού. Παρότι ήδη μεθυσμένοι, κουβαλούσαν ασκιά γεμάτα ρακί. Έπειτα σκαρφάλωσαν στο βουνό, αλαλάζοντας, κλαψουρίζοντας. Ξερίζωσαν το σταυρό και τον κατέβασαν στα χέρια. Ήρθαν από τις τραχιές και γυμνές πλαγιές του βουνού και έφτασαν νύχτα.
Εγώ έφυγα από αυτό το χωριό ενόσω οι ινδιάνοι ξαγρυπνούσαν στην ολονυκτία του σταυρού στην μέση της πλατείας. Είχαν μαζευτεί με τις γυναίκες τους, στο φως από μικρές λάμπες και φωτιές. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Κάρφωσα στις γωνίες των δρόμων κάτι χαρτόνια όπου αποχαιρετούσα τους κατοίκους του χωριού, τους καταριόμουν. Έφυγα πεζός προς το Ουανκάγιο.
Στο χωριό αυτό είχαν θελήσει να μας κάνουν να πεθάνουμε από την πείνα· σε κάθε γωνία του σπιτιού μας έβαλαν κι από έναν φύλακα για να εκφοβίζουν τους πελάτες που έρχονταν στο γραφείο του πατέρα μου, μισούσαν τους ξένους λες κι ήταν σμήνη ακριδών. Ο πατέρας μου θα ταξίδευε με καμιόνι την αυγή, εγώ έφυγα πεζός νυχτιάτικα. Ο σταυρός ήταν ξαπλωμένος στην πλατεία. Υπήρχε ελάχιστη μουσική, ο ήχος από μερικές κούφιες άρπες χανόταν στην πάμπα. Οι ινδιάνοι κάνουν μεγάλο νταβαντούρι στους εσπερινούς, αλλά σε εκείνη την πλατεία ήταν ξαπλωμένοι χάμω άνδρες και γυναίκες· μίλαγαν δίπλα στο σταυρό, στη σκιά, σαν τα μεγάλα βατράχια που κοάζουν από τους βάλτους.
Μακριά από εκεί, στην οροσειρά πλέον, συνάντησα κι άλλα χωριά που έκαναν την ολονυχτία για το σταυρό τους. Τραγούδαγαν χωρίς πολλήν όρεξη, αλλά είχαν καλό φωτισμό, εκατοντάδες κεριά φώτιζαν τους τοίχους όπου είχαν ακουμπήσει τους σταυρούς.
Στη διάσελο, προτού περάσω την κορυφή, θυμήθηκα τις δεντροστοιχίες από κερασιές των Άνδεων που πλαισίωναν τους τοίχους σε αυτό το χωριό, πώς έπεφταν και έμεναν μπλεγμένα στα κλαδιά τους τα πληγωμένα από σφεντόνες πουλιά, το ήσυχο, μικρό ποτάμι, δίχως μεγάλες πέτρες, που διέσχιζε σιωπηλά τα λινάρια, τα μικρά ψάρια που στα πλευρά τους λάμπει ο ήλιος, την επιθετική και αλησμόνητη έκφραση των ανθρώπων.
Ήταν ένας εχθρικός λαός που ζει μες τη λύσσα και τη μεταδίδει. Στην άκρη ενός δρόμου, όπου φύτρωνε η οξαλίδα που έκρυβε τζιτζίκια και βατράχια, υπήρχε ένα μαγαζί. Εκεί έμενε μια ψηλή κοπέλα με μπλε μάτια. Πήγα πολλές νύχτες σε αυτήν την γωνία να τραγουδήσω ουάινος που ποτέ δεν είχαν ακουστεί σε αυτό το χωριό. Τώρα, από το πλατύ το διάσελο, μπορούσα να δω τη γωνία, στα όρια σχεδόν του χωριού. Ήταν ένας ύστατος αφιλοκερδής φόρος τιμής. Έκλεβα καλαμπόκια όταν άρχιζε να νυχτώνει και τα μαγείρευα με τον πατέρα μου σε μια πήλινη κατσαρόλα, την μοναδική του σπιτιού μας. Αποτρώγαμε, μισούσαμε το χωριό και ετοιμάζαμε το φευγιό μας. Τελικά πηγαίναμε για ύπνο, αλλά μόλις ο πατέρας μου άρχιζε τα ροχαλητά, εγώ σηκωνόμουν. Πιο πέρα από την έρημη αυλή του σπιτιού μας υπήρχε μια μακρά αλάνα σκεπασμένη με ψηλό χορτάρι, δηλητηριώδες για τα ζώα˙ πάνω από την αλάνα άπλωναν τα μεγάλα τους κλαδιά, οι μεγάλες κερασιές των Άνδεων του διπλανού περιβολιού. Από φόβο για το πυκνό δάσος με χιλιάδες δηλητηριώδη δενδρόβια βατράχια, δεν πλησίασα ποτέ τα κλαδιά αυτής της κερασιάς. Όταν έβγαινα τα βράδια, τα βατράχια κόαζαν διακεκομμένα· η ψυχρή τους χορωδία με συνόδευε σε μεγάλο μέρος του δρόμου. Έφτανα στην γωνία και κοντά στο μαγαζί εκείνης της κοπέλας που φαινόταν να είναι η μοναδική που δεν κοίταζε με αυστηρότητα τους ξένους, τραγουδούσα ουάινος της Κερομπάμπα, της Λαμπράνα, της Σανιάικα, της Τοράγια, της Ανταουάιλας…, των πιο απομακρυσμένων χωριών, τραγούδια από τις βαθιές χαράδρες. Ξέσπαγα, ξαλάφρωνα από την πικρή περιφρόνηση και το μίσος που μας επιφύλασσε αυτό το χωριό, από τη φωτιά των ταξιδιών μου στις μεγάλες οροσειρές, την εικόνα τόσων ποταμιών, των γεφυριών που κρέμονται πάνω από το νερό που τρέχει απελπισμένο, από το αστραφτερό φως και τον ίσκιο από τα πιο ψηλά και επίφοβα σύννεφα. Έπειτα γύρναγα σπίτι αργά-αργά, σκεπτόμενος όλο διαύγεια τον καιρό που θα αποκτούσα την ηλικία και την απαιτούμενη αποφασιστικότητα για να πλησιάσω μια όμορφη γυναίκα. Και πιο όμορφη ακόμα αν έμενε σε ένα εχθρικό χωριό.

Απέναντι από το Γιάουγιος υπάρχει ένα χωριό ονόματι Κούσι. Το Γιάουγιος βρίσκεται σε μια μικρή χαράδρα, πάνω από ένα παραπόταμο του Κανιέτε. Το ρυάκι πηγάζει από ένα από τα λίγα χιονισμένα βουνά που υπάρχουν από εκείνη την πλευρά της οροσειράς, το νερό κατεβαίνει με άλματα μέχρι να φτάσει το μεγάλο ποτάμι που ρέει στο μακρινό βάθος της κοιλάδας, σε μια κοίτη κρυμμένη ανάμεσα σε βουνά που υψώνονται απότομα, δίχως να αφήσουν χώρο ούτε για ένα ξέφωτο, ούτε για ένα λαγκάδι. Ο άνθρωπος φυτεύει στις απόκρημνες πλαγιές γέρνοντας το κορμί προς το βουνό για να κρατάει ισορροπία. Οι ταύροι, όπως και οι ζευγολάτες, γέρνουν κι αυτοί, και στο τέλος της αυλακιάς γυρνάνε επιτόπου, όπως τα ζώα στο τσίρκο, υπολογίζοντας τα βήματά τους. Σε αυτό το χωριό, το μικρό ποτάμι έχει τρεις γέφυρες: δύο από μπετόν, στέρεες και ασφαλείς, και μια παλιά από κορμούς ευκαλύπτου καλυμμένους με ξερή λάσπη. Κοντά στην παλιά τη γέφυρα υπάρχει ένα άλσος από μεγάλους ευκαλύπτους. Κάθε τόσο έρχονταν σμήνη από παπαγάλους να καθίσουν σε αυτά τα δέντρα. Οι παπαγάλοι γραπώνονταν από τα κλαδιά, κραύγαζαν και περπατούσαν κατά μήκος κάθε κλαδιού του δέντρου, έμοιαζαν να μιλάνε μεγαλόφωνα, γιορτάζοντας τον ερχομό τους. Λικνίζονταν στις ψηλές φυλλωσιές των δέντρων. Όμως μόλις κατάφερναν να απολαύσουν λίγη ηρεμία, όταν οι φωνές τους καταλάγιαζαν στα βράχια των γκρεμών, οι σκοπευτές έβγαιναν από τα σπίτια τους και έτρεχαν με τα τουφέκια στα χέρια τους προς το δάσος. Τη φωνή των μεγάλων παπαγάλων, την άκουσα μόνο στα μέρη όπου ο ουρανός είναι ξάστερος και έχει βάθος.
Έφτανα πριν από τους τυφεκιοφόρους σε αυτό το δάσος του Γιάουγιος. Κοίταγα τους παπαγάλους και άκουγα τις κραυγές τους. Έπειτα έμπαιναν οι σκοπευτές. Έλεγαν ότι οι σκοπευτές του Γιάουγιος ήταν φημισμένοι στο να ρίχνουν όρθιοι γιατί εξασκούνταν στους παπαγάλους. Σκόπευαν, και σε κάθε βολή, έπεφτε ένας παπαγάλος και καμιά φορά, κατά τύχη, έπεφταν δύο. Γιατί δεν πέταγαν να φύγουν, όταν άκουγαν την έκρηξη από τις ριπές και έβλεπαν τόσους και τόσους να πέφτουν πληγωμένοι; Παρέμεναν στα κλαδιά, κραυγάζοντας, σκαρφαλώνοντας, πηδώντας από το ένα δέντρο στο άλλο. Εγώ έκανα θόρυβο, πετούσα πέτρες στα δέντρα, έσεια κονσερβοκούτια γεμάτα πέτρες. Οι τουφεκιοφόροι με περιγελούσαν και συνέχιζαν να σκοτώνουν ανενόχλητα τους παπαγάλους. Τα παιδιά από τα σχολεία έρχονταν σε ομάδες να μαζέψουν τους νεκρούς παπαγάλους, τους έκαναν αρμαθιές. Μόλις τελείωνε η προπόνηση, τα παιδιά τριγυρνούσαν στους δρόμους με σχοινιά που έπιαναν όλο το φάρδος του δρόμου˙ από κάθε σκοινί κρεμόταν από τα πόδια είκοσι με τριάντα παπαγάλους γεμάτους αίματα.

Στο Ουανκάπι, μείναμε μόνο λίγες μέρες. Είναι η πιο ταπεινή επαρχιακή πρωτεύουσα από όλες που είχα γνωρίσει. Βρίσκεται σε μια φαρδιά και κρύα χαράδρα, κοντά στην οροσειρά των Άνδεων. Όλα τα σπίτια έχουν αχυρένια στέγη και μόνον οι ξένοι, δηλαδή, ο δικαστής, ο ασυρματιστής, ο αστυνομικός, οι δάσκαλοι του σχολείου, ο παπάς, δεν είναι ινδιάνοι. Στις πλαγιές των λόφων ο αέρας τινάζει τα άχυρα. Στην κοίτη της χαράδρας και σε μερικές δασωμένες κοιλάδες, μεγαλώνει η κʼένιουα, ένα χαμηλό δέντρο με κόκκινο φλοιό. Το βουνό από όπου βγαίνει ο ήλιος τελειώνει σε ένα γκρεμό από γυαλιστερά και σκούρα βράχια. Στη ριζά του γκρεμού, ανάμεσα σε μεγάλες πέτρες, φυτρώνουν επίσης αυτά τα δέντρα των ψηλών πεδιάδων, κόκκινα, με μικρά φύλλα, οι κορμοί τους βγαίνουν από τον πετρότοπο και τα κλαδιά τους συστρέφονται ανάμεσα στα βράχια. Το σούρουπο, το κίτρινο φως πλημμυρίζει την χαράδρα. Από το χωριό, σε μεγάλη απόσταση, διακρίνεται ο κόκκινος κορμός των δέντρων, το φως από τα σύννεφα αντανακλάται στην πέτρα, και φανερώνονται τα δέντρα, μπλεγμένα ανάμεσα στα βράχια. Σε αυτό το μεγάλο γκρεμό έχουν τις φωλιές τους τα κιρκινέζια της χαράδρας. Όταν οι κόνδορες και τα γεράκια περνάνε κοντά τους, τα κιρκινέζια επιτίθενται, ρίχνονται πάνω στα τεράστια πουλιά και μπήγουν τα νύχια τους στην ραχοκοκαλιά τους. Ο κόνδορας είναι αβοήθητος μπροστά στο κιρκινέζι, δεν μπορεί να αμυνθεί, πετάει χτυπώντας τα φτερά του, και το κιρκινέζι γραπώνεται πάνω στην ράχη του όταν καταφέρνει να τον φτάσει. Καμιά φορά τα γεράκια παραπονιούνται και τσιρίζουν, διασχίζουν την χαράδρα κυνηγημένα από ομάδες μικρών κιρκινεζιών. Αυτό το πουλί επιτίθεται στον κόνδορα και στο γεράκι με ύφος κοροϊδευτικό, καρφώνει τα νύχια του πάνω τους και μετά παίρνει ύψος, ορμάει πάλι και πληγώνει το σώμα του θύματος του.
Οι ινδιάνοι, το Μάη, τραγουδούν ένα πολεμικό ουάινο:

Wamancha yau, Άκου, γεράκι,
urpiykitam kʼechoskʼayki θα σου την πάρω την περιστέρα
yitam kʼechoskʼayki. την αγαπημένη σου θα στην πάρω
κʼechoskʼaykim, Θα σου την αρπάξω
kʼechoskʼaykim για πάρτη μου θα την κλέψω
apasakʼmi apasakʼmi για μένα θα την κλέψω.
¡killincha! Αχ, κιρκινέζι!
¡wamancha! Αχ, γεράκι!

Η πρόκληση είναι ίδια για το κιρκινέζι, το γεράκι, ή τον κόνδορα.
Δίπλα στα μεγάλα βουνά, κοντά στους γκρεμούς όπου φωλιάζουν τα αρπαχτικά πουλιά, οι ινδιάνοι τραγουδούν τούτο τον ξηρό και παγωμένο μήνα. Είναι ένα τραγούδι από τις κρύες ζώνες, από τις ψηλές χαράδρες και από τους λαούς της στέπας, στο νοτιά.
Αφήσαμε το Ουανκάπι πριν φέξει. Υπήρχε χιόνι πάνω στις αχυρένιες σκεπές, μέχρι και οι σταυροί στις σκεπές είχαν πιάσει πάγο. Οι πήλινοι ταύροι που καρφώνονται από την μια και την άλλη πλευρά των σταυρών, έδειχναν μεγαλύτεροι τέτοιαν ώρα, με το κεφάλι ψηλά, από μακριά, έμοιαζαν ζωντανοί. Η χλόη και το χορτάρι που είναι δίπλα στα χαντάκια του δρόμου είχαν πιάσει πάγο, τα κλαδιά που κρέμονται πάνω από τα νερά, φυλακισμένα στο χιόνι, ταλαντεύονταν βαριά με τον αέρα ή την ροή του νερού. Ο γκρεμός των όρνιων ήταν πια ευδιάκριτος, ο γαλαξίας περνούσε δίπλα στην κορυφή. Στον δρόμο του Καγκάγιο κατηφορίσαμε προς το βάθος της κοιλάδας, ακολουθώντας την κοίτη της χαράδρας. Η νύχτα ήταν παγερή και ήμασταν αμίλητοι, ο πατέρας μου προπορευόταν, εγώ πήγαινα ξωπίσω του και ο χωρικός με ακολουθούσε από κοντά, πεζός. Πηγαίναμε ψάχνοντας το μεγάλο ποτάμι, το Πάμπας, το μεγαλύτερο ποτάμι που διασχίζει τις εύκρατες ζώνες. Η κοίτη του είναι φαρδιά, σκεπασμένη με άμμο. Το Μάη, και τον Ιούνιο, οι παραλίες από άμμο και πέτρα απλώνονται σε μεγάλη απόσταση από τις όχθες του ποταμού και πίσω από τις αμμούδες εκτείνεται μια μακριά λωρίδα γης με λόγγους γεμάτους από σπαρτά, ένα παρθένο δάσος όπου κατοικούν περιστέρια, μικρά πουλιά και σύννεφα από κίτρινες πεταλούδες. Σʼ ένα περιστέρι του παίρνει πολύ χρόνο για να περάσει στην απέναντι όχθη του ποταμού. Το πέρασμα για τα φορτηγά ζώα είναι φαρδύ, εκατό μέτρα κρυστάλλινο νερό που αφήνει να δεις τους ίσκιους των ψαριών, όταν ξαμολιούνται για να κρυφτούν κάτω από τις πέτρες. Αλλά το καλοκαίρι, το ποτάμι είναι μια λαίλαπα λασπόνερα, τότε δεν υπάρχουν ανάβαθα περάσματα, απαιτούνται πολύ μακρινές πορείες για να φτάσει κανείς μέχρι τις γέφυρες. Εμείς κατεβήκαμε από το δρόμο που βγαίνει στο πέρασμα του Καγκάγιο.
Ξημέρωνε πια. Είχαμε φτάσει στην περιοχή με τα χτενοέλατα, τις αγριοτσικουδιές και τα δέντρα τάρα. Ξαφνικά, από το ξέφωτο όπου γεννιέται ο χείμαρρος, βγήκε ένα φως που μας φώτισε από πίσω. Ήταν ένα αστέρι, πιο λαμπερό και παγερό και από το φεγγάρι. Όταν έπεσε το φως του στην χαράδρα, η φυλλωσιά των χτενοελάτων έλαμψε σαν το χιόνι, τα δέντρα και η χλόη έμοιαζαν συμπαγές κρύσταλλα· και ο ίδιος ο αέρας αποκτούσε ένα είδος στερεάς διαφάνειας. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν να ήταν μέσα σε μια φωτεινή κοιλότητα. Το αστέρι συνέχιζε να μεγαλώνει με ένα άγνωστο φως, ο δρόμος από ασπρόχωμα δεν φαινόταν πια παρά από μακριά. Έτρεξα στον πατέρα μου· είχε σκυμμένο το κεφάλι, το μαύρο άλογο του έλαμπε κι αυτό και ο ίσκιος του προχωρούσε σαν ένας μισοσκότεινος όγκος. Ήταν σαν να μπαίναμε σε ένα χωράφι νερό που αντανακλούσε τη λάμψη ενός χιονισμένου κόσμου. «Μεγάλε αυγερινέ, ουερακʼότσα, μεγάλε αυγερινέ», ο ξωμάχος μας πρόφτασε, φωνάζοντας μας• αισθανόταν την ίδια έξαρση μαζί μας μπροστά σε εκείνο το ξαφνικό φως.
Το αστέρι ανέβαινε αργά. Φτάσαμε στον ίσκιο ενός ψηλού φαραγγιού, που έκοβε τον απότομο γκρεμό, μπήκαμε στο σκοτάδι σαν σε καταφύγιο. Ήταν η τελευταία στροφή του χειμάρρου. Μετά την στροφή ήταν το ποτάμι, η φαρδιά γαλάζια χαράδρα, ο μεγάλος, ήρεμος Πάμπας του χειμώνα. Από το αστέρι έμεινε μόνο ένα λευκό πηγάδι στον ουρανό, ένας κύκλος που άργησε πολύ να διαλυθεί. Διασχίσαμε το πέρασμα. Τα άλογα τσαλαβουτούσαν, τρεμίζοντας από χαρά, στο κρυστάλλινο νερό. Φτάσαμε στο δάσος από λούκουμο*, που μεγαλώνουν γύρω-γύρω από τα σπίτια στα μικρά αγροκτήματα του Κανγκάγιο. Ήταν ψηλά δέντρα, με ίσιο κορμό και με πλούσιο ψηλό φύλλωμα. Περιστέρια και τούγια πετούσαν από τα δέντρα μέχρι τα χωράφια.
Από το Καγκάγιο συνεχίσαμε το ταξίδι προς την Ουαμάγκα, από την πάμπα των ινδιάνων Μοροτσούκος.

*Lúcumo, Δέντρο με φρούτο την λούκουμα, σε μέγεθος νεραντζιού, πράσινη φλούδα και κίτρινο ψαχνό. Σ.τ.Μ.
Καβαλάρηδες με θωριά ευρωπαίου, μυθικοί αλογοκλέφτες, οι Μοροτσούκο είναι απόγονοι των αφορισμένων αλμαγκρίστας* που βρήκαν καταφύγιο σε αυτή την ψυχρή πάμπα, που δείχνει στέρφα κι άξενη. Παίζουν τσαράγκο και ουακ΄ραπούκου, αρπάζουν γυναίκες και πετάνε πάνω από την στέπα σε μικρά άλογα που τρέχουν σαν βικούνιας**. Ο οδηγός μας δε σταμάτησε να προσεύχεται όσο τρέχαμε στην πάμπα. Όμως δεν είδαμε καμιά συμμορία από Μοροτσούκο στο δρόμο. Κοντά στην Ουαμάγκα, όταν κατηφορίζαμε αργά την πλαγιά, πέρασαν καμιά δεκαριά από δαύτους. Κατέβαιναν κόβοντας δρόμο, καλπάζοντας. Μόλις που μπόρεσα να δω τα πρόσωπά τους. Φορούσαν πόντσο, ένα ψηλό κασκόλ τους ζέσταινε το λαιμό, τα μακριά πόντσο έπεφταν πάνω στα πλευρά των αλόγων. Κάμποσοι είχαν ουακʼραπουκου στην πλάτη, ένα είδος τρομπέτα από κέρατο, συναρμοσμένα με αργυρές στεφάνες. Πολύ χαμηλά, κοντά σε ένα δάσος από αστραφτερά χτενοέλατα ήχησαν κεράτινες σάλπιγγες αναγγέλλοντας την άφιξη τους στην πόλη. Το τραγούδι των ουακʼραπουκου ανέβαινε στις κορυφές σαν μια χορωδία μαινόμενων ταύρων.
Εμείς συνεχίζαμε το ταξίδι με μια ατελείωτη αργοπορία.

*Almagristas Οι σύντροφοι και υποστηριχτές του Ντιέγκο ντε Αλμάγκρο (Diego de Almagro) στην διαμάχη του με τον Φρανσίσκο Πισάρρο (Francisco Pizarro). Ντιέγκο ντε Αλμάγκρο, Ισπανός λοχαγός, σύντροφος του Πισάρρο στην κατάκτηση του Περού. Δολοφονήθηκε από τα αδέλφια του Πισάρρο (1475-1538). Ο γιος του, Ντιέγκο δε Αλμάγκρο, συμμετείχε στην δολοφονία του Πισάρρο και απαγχονίστηκε στο Κούσκο (1520-1542). Σ.τ.Μ.
**Vicuña, Χορτοφάγο θηλαστικό με πολύτιμο μακρύ τρίχωμα, κίτρινο-κόκκινης απόχρωσης που χρησιμοποιείτε στη υφαντουργία. Σ.τ.Μ.