Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Παύλος Παρασκευαΐδης, “Η κρίση της ποίησης του ιδιωτικού οράματος ΙΙ”

Η κρίση της ποίησης του ιδιωτικού οράματος ΙΙ

του Παύλου Παρασκευαΐδη

Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία
ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα.

Γιώργου Χειμωνά, Οι Χτίστες

Το δίλημμα μεταξύ ελεύθερου και ομοιοκατάληκτου στίχου φαίνεται να αποτελεί μια σημαίνουσα προβληματική της σύγχρονης ποίησης. Απόρροια της κρίσης του ελεύθερου στίχου και των αδυναμιών του, που κατά τον Βαγενά (2003) έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες του[1], υπήρξε το κίνημα του νέου φορμαλισμού (new formalism) που εκδηλώθηκε σε διεθνές επίπεδο, αλλά θεμελιώθηκε κυρίως στις Η.Π.Α. τη δεκαετία του 1980 (Κουτσουρέλης 2008). Το κίνημα αυτό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κουτσουρέλης (2008), στήριξε την κριτική του απέναντι στον ελεύθερο στίχο στα κάτωθι συμπτώματα:

Η αποξένωση από το ευρύ ακροατήριο, η αγχώδης και άγονη καινοθηρία, ο εγκεφαλισμός, ο ακαδημαϊσμός, η σοβαροφάνεια, ο εξοβελισμός της μουσικότητας από το ποίημα, η εγκατάλειψη του λυρισμού και των αφηγηματικών τρόπων…

Κατά τους υποστηρικτές των διαπιστωμένων αυτών παθογενειών του ελεύθερου στίχου, το αντίδοτο αποτελεί η επιστροφή στις παραδοσιακές μορφές της ποίησης, ήτοι στις έμμετρες μορφές. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι ο ελεύθερος στίχος προέκυψε από την τότε κρίση της έμμετρης προσωδίας, όπως μας πληροφορεί ο Βαγενάς (2003). Ο έμμετρος στίχος επομένως παίρνει την εκδίκησή του, ως φαίνεται. Αλλά και προς αυτήν την κατεύθυνση προκύπτουν αβίαστα έλλογες αντιρρήσεις και βάσιμοι προβληματισμοί. Ο Βαγενάς (2001β) θα θέσει δύο προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση:

1. Η κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί με την αναβίωση της παλαιάς έμμετρης προσωδίας, την οποία επιχειρούν αρκετοί ποιητές τον τελευταίο καιρό. Γιατί η αναβίωση αυτή έχει αναπόφευκτα τον χαρακτήρα μιας επιστροφής.
2. Καμία προσπάθεια εξόδου από την κρίση δεν θα μπορούσε να ελπίσει πως θα αποβεί αποτελεσματική, αν δεν έχει ως βάση της την εμπειρία του ελεύθερου στίχου.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κωνσταντίνος Μπούρας, “Ο «Αντίνοος» του Φερνάντο Πεσσόα σε μια προκλητική ερμηνεία του Στέφανου Κακαβούλη”

Ένας πολυσχιδής Πορτογάλος συγγραφέας και ποιητής, Ο (με κεφαλαίο) κατεξοχήν Πορτογάλος ποιητής συνομιλεί με τα φαντάσματα του ερωτοχτυπημένου αυτοκράτορα Αδριανού και του θυσιασμένου (από ποιόν;) Αντίνοου και ξορκίζει έτσι τα φαντάσματα της δικής του ανεκπλήρωτης (;) ομοερωτικής επιθυμίας, που εξακολουθεί στις μέρες μας να προκαλεί (αν όχι ποινικοποιήσεις) τουλάχιστον περιθωριοποιήσεις και κοινωνικούς αποκλεισμούς. Η έννοια της αμαρτίας – τόσο ξένη στα αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά ιδεώδη – υπεισέρχεται στο κείμενο του Πεσσόα και διαβρώνει εκ των έσω με τον αυτοκαταστροφικό ρομαντισμό του καταπιεσμένου ερωτικού ενστίκτου την αρχαία παράφορη ιστορία έρωτος μεταξύ δύο αρσενικών. Ο Πεσσόα θαυμάζει την πρόδηλη, εκκωφαντική θα έλεγα, θρηνωδία του Αδριανού για τον νεκρό εραστή του, επιχειρώντας να τη συνδυάσει με τον θρήνο του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο, χωρίς ίχνος θηλυπρέπειας και παθητικότητας. Ακούγοντας τον εκπληκτικό νέο ηθοποιό Στέφανο Κακαβούλη να ερμηνεύει αφοπλιστικά αυτόν τον έξοχο λόγο, μου ήρθε στο νου ο καθόλα αρρενωπός θρήνος του γίγαντα Γκιλγκαμές για τον δίδυμο γίγαντα Ενκίντου, που κάποιες κακόβουλες θεότητες του στέρησαν τη χαρά της συνύπαρξής τους για να τον τιμωρήσουν για μίαν «ύβριν» του. Έτσι κι ο Αδριανός αναγκάζεται από έναν χρησμό που κάποιοι κακόβουλοι (;) ιερείς ξεστόμισαν να αποδεχτεί ως θέλημα θεών τη θυσία ενός αγαπημένου του προσώπου προκειμένου να ξεφύγει από τους κινδύνους των μαχών.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Aπόστολος Θηβαίος, «Η Γκρίζα Κατάφαση»-«Δόκιμο σχόλιο στην ποιητική σύνθεση του Τάκη Σινόπουλου»

Εκείνο το μικρό κενό στο δυτικό παράθυρο στέκει ως αφορμή. Έπειτα όλα θα γίνουν μεμιάς γκρίζα. Είναι εκείνο το χρώμα που συγκρατείς, όπως κανείς συγκρατεί μία οσμή ή το θολό πρόσωπο ενός φίλου που έχει φύγει πια χρόνια και μήτε που θα φανεί. Το γκρίζο, κυριαρχεί. Δεν πρόκειται μόνο για εκέινη την απόχρωση που συγκρατεί από τη γνέθλια γη, μα για έναν τόνο παράξενο, παρόμοιο με εκείνο της μνήμης. Γιατί η μνήμη συνίσταται από τη στάχτη, το πρωταρχικό, το ανυπόφορο υλικό της λήθης. Εκείνος εστιάζει στον «απέναντι τοίχο», κοιτά ένα παλιό απόγευμα , που έχει απομείνει εκεί, τίποτα δεν μπορεί να πάψει την εκκωφαντική κραυγή των αναμνήσεων. Ο τοίχος είναι γκρίζος, το ποτάμι είναι γκρίζο, ότι συγκρατείς διακατέχεται από το χρώμα μιας σποδού. Απέναντι σου τώρα ανοίγεται ο δρόμος, με τα κλειστά μαγαζιά, με εκείνο το φως, το ελληνικό, το φως του «Γκρέκο.» Τώρα που παζάρεψες τον εαυτό σου και είδες πόσο αδέξια είναι η κλίση μας προς τον ουρανό, συγκρατείς μόνο την ανάμνηση του ποταμού. Εκείνος περνά δίπλα από τα στοιβαγμένα σώματα, θρέφει τις σιωπές, τα δέντρα θρέφει, εκείνα πώς δείχνουν πια τις πόλεις, με πλεγμένους ήλιους, με σιωπηλές, αρχαίες προσευχές. Οι αισθήσεις, οι εικόνες, ο ρημαγμένος χρόνος, τούτα απέμειναν, υποστυλώματα στον ετοιμόρροπο ναό, τον τόσο ανθρώπινο.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Δημήτρης Θ. Γκότσης, “τα άλλα Τείχη και το άλλο Επίρρημα του Κ. Π. Καβάφη”

Τα «Τείχη» του Κ.Π.Καβάφη στέκουν τώρα κι έναν αιώνα περίπου (1896). Και για περίπου μισόν, πολλοί προσπάθησαν να γκρεμίσουν τα ποιητικά πλέον τείχη του έργου του, να εισδύσουν στους εντός τους χώρους από ρήγματα της ατομικής τους μόνον πολιορκητικής τέχνης ή από μυστικές-δήθεν- Κερκόπορτες, ερωτικές ή άλλες,

Εγώ πάλι, ξεκινώντας να τον διαβάσω σήμερα, όχι βέβαια λόγω παρόδου εξήντα κιόλας ετών από την αποδημία ενός ενδημικότατου της ελληνικής διασποράς(1933), αλλά περισσότερο για να αποθησαυρίσω μερικά διδάγματα από τα επι-ρρήματά του (αφού τα «ρήματά» του δεν μού κινούν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον), προσπάθησα να ξεχάσω πολλά από τα όσα ήδη ειπώθηκαν γι αυτόν, εκτός ίσως από τα πρώτα εκείνα πιό γενικά κι όμως ενδιαφερόντως συνοπτικά. Εννοώ ειδικά εκείνα τα εντίμως σωστά του Γιώργου Ιωάννου και εκείνα τα δραστηρίως ευσεβοποθιστικά του Κωστή Μοσκώφ. Κράτησα κάτι λίγο μόνον από αυτούς, γιατί πολύ με ενδιαφέρουν οι δικοί μου –οι εκ Θεσσαλονίκης θέλω να πω-, επειδή και τέκνα κάποιας ιδιότυπης αποδημίας, αυτής που εν πολλοίς χαρακτηρίζει την καταγωγή του λαού της Συμπρωτεύουσας.

Ιδιαίτερα θέλησα να ξεχάσω αισθητικές ή άλλες παρατηρήσεις, παραδόξως ευφυείς πολλές φορές, ακόμη και τις αναφερόμενες στην τεχνική ή και στη λογογραφική ιστορία του Κ. (εννοώ την προσέγγιση του Γιώργου Σεφέρη ή την κατάταξη του Κ. σε παράξενο, νεοβλαστήσαντα κλάδο της Β΄ Σοφιστικής). Λοιπόν, τί θέλησα τελικά να μού απομείνει για να στήσω επάνω του μια πρώτη πολύ αδρή δουλειά διακρίσεων; Θα έλεγα, μόνον ο τρόπος, τον οποίον ο ίδιος ο Κ. μάς λέγει (ή και υποκρίνεται πως τάχα μάς τον αποκαλύπτει) και ο οποίος αρκετά λεπτά προσδιορίζει την ποιότητα της ισχνής πράξης του και του ευμεγέθους πάθους του μέσα στον λόγο του. Δηλαδή, το ε π ί ρ ρ η μ α, που ανέφερα πιο πριν, αυτό το κονίαμα της δομής των τειχών του, αλλά και της ποιητικής του τύχης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Αναγνωστόπουλος, «ΑΡΓΙΑ», εκδ. Πλανόδιον, 2010 (γράφει ο Σπύρος Γεωργίου)

 
Το βιβλίο του Χρήστου Αναγνωστόπουλου είναι ένα ποιητικό βιβλίο που με την πρώτη κιόλας ανάγνωσή του καταλαβαίνεις ότι τα ποιήματα που περιέχονται στις σελίδες του είναι γραμμένα όχι από συγγραφική φιλοδοξία αλλά από θέληση επιτακτικής διακρίσεως. Τα ποιήματα αυτά έχουν γραφτεί την ώρα που έχοντας η ζωή διαγράψει μια ικανή τροχιά, είναι σε θέση πλέον να αποτιμηθεί. Βρισκόμαστε στη στιγμή που ο ήλιος δύει, και παρ’ όλο που το σούρουπο που απλώνεται εξαυλώνει τους όγκους, το βλέμμα οξύνεται για να ξεχωρίσει πράγματα που βρίσκονται, χρονικά, πολύ μακριά. Και όχι μόνο καταφέρνει να τα πλησιάσει, αλλά σχεδόν και να τα θωπεύσει.
Η δεινότητα αυτής της όρασης είναι αποτέλεσμα μιας αγχώδους προσπάθειας, που όμως αποκρύβει επιμελώς το άγχος της. Αν και όπως είπα τα πράγματα εδώ θεωρούνται κατά το χρονικό διάστημα πριν τη δύση του ηλίου, όπου είναι φυσικό κανείς να αγωνίζεται να πετύχει να δει ότι μπορεί περισσότερο πριν τα σχήματα τα καταπιεί το σκοτάδι, την ίδια στιγμή εμείς έχουμε την αίσθηση μιας αχρονικότητας, σαν τα πάντα να έχουν μαρμαρώσει σε έναν αιώνιο χρόνο. Έχω την εντύπωση πως χάρη σ’ αυτήν την αίσθηση μπορώ και να δικαιολογήσω τον τίτλο του βιβλίου. Αργία, όταν δηλαδή αργεί ο χρόνος, όταν δεν τον βάζεις σε κίνηση με πράξεις. Το βιβλίο είναι γραμμένο κάτω από αυτή την λογική. Είναι παραδομένο στην γλυκιά, αλλά, ταυτόχρονα, επώδυνη αναπόληση, όπου κανένας εξωτερικός περισπασμός δεν σπρώχνει, δεν σκουντά, δεν εξαναγκάζει στη δουλεία της καθημερινότητας. Πρόκειται πράγματι για γιορτή. Ένα διάστημα έξω απ’ την κανονικότητα της εργασίας και της παραγωγικότητας, αφιερωμένο σε ό,τι ευχαριστεί, έστω κι αν σ’ αυτό εμπεριέχεται η γνώση της χρονικής πραγματικότητας των άλλων. Ένα μέρος όπου, όπως μας λέει κάποιο ποίημα: «σαν σε πανηγύρι λαϊκό περιπλανιέται και αργά ξοδεύει το χρήμα της η δύση».

Διαβάστε περισσότερα