Εκείνο το μικρό κενό στο δυτικό παράθυρο στέκει ως αφορμή. Έπειτα όλα θα γίνουν μεμιάς γκρίζα. Είναι εκείνο το χρώμα που συγκρατείς, όπως κανείς συγκρατεί μία οσμή ή το θολό πρόσωπο ενός φίλου που έχει φύγει πια χρόνια και μήτε που θα φανεί. Το γκρίζο, κυριαρχεί. Δεν πρόκειται μόνο για εκέινη την απόχρωση που συγκρατεί από τη γνέθλια γη, μα για έναν τόνο παράξενο, παρόμοιο με εκείνο της μνήμης. Γιατί η μνήμη συνίσταται από τη στάχτη, το πρωταρχικό, το ανυπόφορο υλικό της λήθης. Εκείνος εστιάζει στον «απέναντι τοίχο», κοιτά ένα παλιό απόγευμα , που έχει απομείνει εκεί, τίποτα δεν μπορεί να πάψει την εκκωφαντική κραυγή των αναμνήσεων. Ο τοίχος είναι γκρίζος, το ποτάμι είναι γκρίζο, ότι συγκρατείς διακατέχεται από το χρώμα μιας σποδού. Απέναντι σου τώρα ανοίγεται ο δρόμος, με τα κλειστά μαγαζιά, με εκείνο το φως, το ελληνικό, το φως του «Γκρέκο.» Τώρα που παζάρεψες τον εαυτό σου και είδες πόσο αδέξια είναι η κλίση μας προς τον ουρανό, συγκρατείς μόνο την ανάμνηση του ποταμού. Εκείνος περνά δίπλα από τα στοιβαγμένα σώματα, θρέφει τις σιωπές, τα δέντρα θρέφει, εκείνα πώς δείχνουν πια τις πόλεις, με πλεγμένους ήλιους, με σιωπηλές, αρχαίες προσευχές. Οι αισθήσεις, οι εικόνες, ο ρημαγμένος χρόνος, τούτα απέμειναν, υποστυλώματα στον ετοιμόρροπο ναό, τον τόσο ανθρώπινο. Διατηρείς μια διστακτική αισιοδοξία. Τούτο γιατί γνωρίζεις πως και αν η μνήμη συνιστά μια βεβαιότητα, οι άνθρωποι πέρασαν, όπως το νερό, απομένουν μόνο οι πάσσαλοι, η θάλασσα, τα μαλλιά σου, δέρματα σκονισμένα. Ο χρόνος εναλάσσεται. Η στιγμιαία μετάθεση στο παρελθόν εναλάσσεται με εκείνη του παρόντος, όπου τα φυσικά χαρακτηριστικά «καίγονται» και έτσι το γκρίζο αποκτά την αιτιολογημένη του υπόσταση. Καθώς απλώνεις «τα χέρια σου προς άλλες ηλικίες», η συνείδηση φωτίζεται από το αχνό φως της Ελπίδας. Με αρχικό γράμμα κεφαλαίο. Κυρίαρχη λέξη στη διαρκή ενατένισή σου. Η νύχτα φτάνει σε κάθε σου ήπειρο, εκείνος που αμφισβήτησε τότε το θάνατο, ακτινοβολεί. Η περίφημη κατάφαση. Οι νεκροί δεν είναι άλλο παρά άνθρωποι που τέλειωσαν. Η νύχτα που συντηρείς τώρα φωτίζεται, τα άσπρα σκυλιά καταφτάνουν από τα υψώματα, κάποιος Κίμων επιβεβαιώνεται. Στο κομβικό σημείο, στο ποιητικό τέλος, δηλώνεται η αέναη παρουσία. Η ποίηση διαψεύδεται, επικρατεί με πάταγο η ζωή, εκείνα που απέμειναν καθίστανται πιο σημαντικά από τους φθαρμένους ανθρώπους, τις περασμένες υποδείξεις της σκηνογραφίας. Κάτι πάντα απομένει, δηλωτικό της ύπαρξης, του περάσματος.
Η ποιητική σύνθεση του Τάκη Σινόπουλου, συνιστά ένα καθρέφτη. Πεζότερο του σολωμικού, μα πάντα ικανό να καθρεφτίσει τις πιο βαθιές ανησυχίες. Εκείνος πια κατέχει μία καίρια θέση στην κάμαρη της ψυχής. Ο ποιητής εγκαταλείπει την ποίηση με μια αισιοδοξία, με μία ξεκάθαρη τακτοποίηση παρόντος και παρελθόντος. Εκεί που άλλοτε τινάζεται ο θάνατος, τώρα τινάζονται οι λέξεις, σαν ξόρκι, σαν ανάθεμα στις στάχτες. Ο Σινόπουλος ονοματοδοτεί την ποιητική του σύνθεση με έναν τίτλο θλιβερό. «Το γκρίζο χρώμα.» Μα και το γκρίζο δεν παύει να είναι ένα χρώμα. Λίγο πιο διάφανο από το μαύρο, μια ανάσα από το λευκό και το φως.











Κύριε Μίχο, ίσως το δικό σας σχόλιο να προσδοκούσα περισσότερο. Πέραν της ικανοποίησης που μου προσφέρει πάντα μια κριτική σας, ήθελα να σημειώσω πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι ούτε κριτική μα ούτε και μια ίσως ολοκληρωμένη γνώμη από κάποιον που δεν θεωρεί εαυτόν ικανό να συλλάβει όλο τον κόσμο του Σινόπουλού με λίγους μήνες ενασχόλησης. Απλά με εντυπωσίσσε το γεγονός πως ένας ποιητής που τιτλοφόρησε τη συλλογή του “Γκρίζο Χρώμα”, κατάφερε να την τελειώσει με ένα αίσθημα πιο διάφανο από εκείνο της ολοκληρωτικής απασιοδοξίας. Διακρίνω στην ποίηση του Σινόπουλου την ελπίδα, μια ρεαλιστική ελπίδα, η οποία παραμένει όμως σε μια πιο άμεση σχέση με την απλή, την καθημερινή αγωνία. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για κάθε σας σχόλιο.