Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

«Αγγελική Ελευθερίου: Ανακαλύπτοντας τις εκρήξεις» [γράφει ο Κώστας Τσιαχρής]

Με την ποίηση της Αγγελικής Ελευθερίου δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα. Μοιάζει με αθώο κοριτσάκι που κάτω από τα ρούχα του κρύβει απροσδόκητες εκρήξεις. Περπατάς από δω, περπατάς από κει κι όλο σκάει μπροστά σου ένας στίχος, μια μικρή κροτίδα μαγείας. Βάζεις τον εαυτό σου να διαβάσει ένα ποίημα κι αισθάνεσαι πως ανεβαίνεις μαζί του τα σκαλοπάτια ενός αρχαίου θεάτρου που προσκαλεί νέους ηθοποιούς να ξαναζωντανέψουν μέσα του την έκσταση,που προσκαλεί εσένα με τα δικά σου υλικά να παίξεις έναν ρόλο, αυτόν που κάθε φορά σου προτείνει η ποιήτρια. Έχω μιλήσει κι άλλες φορές για το έργο της. Ίσως λίγο βιαστικάμ χωρίς ν’αφήσω τους στίχους της να βαθύνουν μέσα μου. Με το πέρασμα του χρόνου και της ηλικίας, ανακαλύπτω μέσα τους κι άλλες ζωές που η πρώτη ανάγνωση δεν μπόρεσε, και καλά έκανε, να τις ξοδέψει. Ανακαλύπτω ως στάση απέναντι στα πράγματα μιαν αξιοζήλευτη αξιοπρέπεια, ανάλογη με εκείνη που τόσο θαύμασα στην καβαφική ποιητική. Μιαν αξιοπρέπεια που δε δύναται να αποβάλει πάντοτε την ανθρώπινη τραγικότητα και που συμπυκνώνει με τον απλούστερο τρόπο την ουσία της ελληνικής ρίζας. Το συναίσθημα συμμετέχει στην οπτική της ποιήτριας στο βαθμό που χρειάζεται , χωρίς να θαμπώνει τη διαύγεια του νου, χωρίς να στέλνει άχρηστα φαντάσματα εκεί που κατοικούν οι ιδέες. Έτσι, κατορθώνεται αυτό που λαχταρά ο κάθε συνεπής και θαρραλέος δημιουργός,  το μέτρο στην αισθητική απεικόνιση των εσωτερικών του σεισμών.  Σ’ αυτό το θαρραλέο βήμα λοιπόν , η Αγγελική Ελευθερίου αποδεικνύεται έτοιμη.  Μετριέται συνεχώς με το ποιητικό ύψος και προτιμά να το αγγίζει με σεβασμό παρά με την αλαζονεία του φτασμένου δημιουργού .Θ’άξιζε να μείνω σ’ένα ποίημα από την τελευταία συλλογή της “Μια άδεια θέση” και να δοκιμάσω να το πλησιάσω περισσότερο. Γράφει η ποιήτρια :

ΚΑΠΟΤΕ
Θα παρακαλέσω
-όπως δεν παρακάλεσα ποτέ
Θα πέσω στα γόνατα κάποιου θεατρώνη
Με βαμμένα μαλλιά
Να με πάρει κι εμένα
Στον πλανόδιο θίασό το
υ
Θα μου ζητήσει άδεια
Και προυπηρεσία
Και συστάσεις
Δεν έχω τίποτα
Ο αόρατος θίασος

Που αφιέρωσα τη ζωή μου
Δεν είχε τέτοια πράγματα
Όμως -τώρα- κάπως πρέπει
Να πεθάνω κι εγώ
Έλεος δηλαδή

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«Σχολιάζοντας τις τρεις τελευταίες συλλογές του Ηλία Τσέχου: 2011 – 2013 (γράφει ο Αχιλλέας Κατσαρός)

Στην περίπτωση του Ηλία Τσέχου το βιογραφικό συνάδει με το χαρακτήρα. Χορευτής 10 χρόνια στη Δώρα Στράτου. Ταινίες με Κούνδουρο, Τζεφιρέλι, Αγγελόπουλο κλπ… Μελοποιημένα και μεταφρασμένα ποιήματα. 2 ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Ποιητικό έργο από το 1978. Έχω τρία βιβλία μπροστά μου. Ή σταγόνα ή ωκεανός 2011. Νόμοι Αφιερώσεων 2012. Τα πλήθη του ενός 2013.

Χαιρετώ σε Γιαννακοχωρίτη. Χαιρετώ σε Έλληνα Ηλία Τσέχo.

21/6/2013

Για τον Ηλία Τσέχο

Δημοκρατία της παιωνίας

σε καρατομεί με κόκκινο.

Σε ψηφίζει δίχως αναστολές

κάθε που πεθαίνεις

μήπως και γεννηθείς

και καταλάβεις

αυτό το κόκκινο

τι σήμαινε.


Ή σταγόνα ή ωκεανός.2011

Στο ποίημα « Γλυκό του κουταλιού » το μαχαίρι μπαίνει βαθιά στη γλώσσα ερευνώντας την δυναμική της ποίησης. Είναι εκείνο το θεωρία – πράξη. Θεωρία η πραγματικότητα και πράξη η ποίηση. Αυτό αναζητεί εδώ ο ποιητής. Πόση δύναμη κρύβει αυτή η πράξη, ώστε να γίνει… πείτε το εσείς… σε 10 στίχους 3 επίπεδα : α)ποίηση ζυγός β) πικρή στη χάρη γλυκό κουταλιού στην αυλή γ ) βάλτος του μέλλοντος δίχως κουνούπια.

Στο ποίημα « Παιώνιες Κράστες » ένας ολόκληρος κόσμος. Η παιώνια. Βότανα. Βέρμιο. Πάϊκο. Βεργίνα. Πέλλα. Εταίρες. Έρωτες. Τσέχος λυρικός κατ ʽ εμέ με προσωπικά τοπικά σύμβολα εντασσόμενα στο γίγνεσθαι της ελληνικής φωνής του. Στο ποίημα « Αριστοτέλειες ηχώ » η σχέση επιστήμης και ποίησης. Η κεντρική ιδέα κατʼ εμέ το δίστιχο :

« Οι επιστήμες μας διεκδικούν οι τέχνες μας κερδίζουν

Η ποίηση δεμένος ύπνος παραληρώντας όνειρα».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«”Αλήθεια, τη γνώμη έχετε γι’ αυτή τη Γώγου;” -Η γόνιμη συνομιλία της Κατερίνας Γώγου με Έλληνες και ξένους κορυφαίους ποιητές» (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

 

 

Έχει επικρατήσει η άποψη-εσφαλμένα νομίζω-ότι η Κατερίνα Γώγου έγραφε μόνο οργισμένη ποίηση. Δηλαδή, έγραφε ποιήματα μόνο όταν ήταν σε έξαλλη κατάσταση και κυρίως κάτω από πολύ δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, φορτισμένα με πόνο, πίκρα, πάθος, οργή και απέραντη ευαισθησία. Ποιήματα εντελώς άκομψα, που ξεχωρίζουν για το επαναστατημένο ύφος τους και το τολμηρό λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε η δημιουργός τους για να τα φτιάξει.
Με άλλα λόγια, πολλοί είναι αυτοί που είχαν σχηματίσει την εντύπωση και κατά βάθος πίστευαν (πιθανόν να πιστεύουν ακόμη) ότι, η Γώγου, επιπόλαια και αβασάνιστα, πρόχειρα και βεβιασμένα, έριχνε στο χαρτί ότι τη συγκινούσε, την πονούσε ή την εκνεύριζε για να γεμίσει απλώς τις λευκές σελίδες ενός τετραδίου. Γραπτά κείμενα τα οποία, κατά την άποψή τους, δεν τα επεξεργαζόταν καθόλου πριν τα παραδώσει για δημοσίευση.
Εντύπωση, όπως είπα, εσφαλμένη, από την οποία παραπλανήθηκαν και οι περισσότεροι Έλληνες κριτικοί λογοτεχνίας, ακόμη και κάποιοι περιώνυμοι της δικής της γενιάς, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ή, καλύτερα, να εκτιμήσουν την ποίησή της ωσάν ρηχή και επιφανειακή και να την προσπεράσουν αδιάφορα.
Σε τελική ανάλυση, αυτοί οι κριτικοί λογοτεχνίας, χωρίς δεύτερη σκέψη και προβληματισμό, επιχείρησαν αυθαίρετα και κατάφεραν, μπορώ να ισχυριστώ, με τις ενέργειές τους, σκόπιμα ή άθελά τους, να κατατάξουν την ποίηση της Κατερίνας Γώγου σε κατηγορία υποδιαίστερη, γεγονός, φυσικά, που είχε αρνητικό αντίκτυπο σε μία μεγάλη ομάδα αναγνωστών της. Κατηγορία που ακόμη δεν ήταν άξια ν’ αναφερθεί στις σελίδες της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας ούτε και με ψιλά γράμματα!
Για να ακριβολογώ, εννοώ πως, αυτοί οι κριτικοί, απερίσκεπτα και βεβιασμένα, αποφάσισαν πως πρέπει να κατατάξουν την δουλειά της στην κατηγορία της άτεχνης ποίησης, που είναι ποίηση χωρίς ουσία και περιεχόμενο και που, κατά τη δική τους πάντοτε αντίληψη, αυτή η ποίηση φτιάχνεται στο άψε σβήσε, χωρίς κόπο και μόχθο.
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός πως η Κ. Γώγου δεν συμπεριλαμβάνεται σε καμία ανθολογία από αυτές που έχουν εκδοθεί και κυκλοφορήσει τα προηγούμενα χρόνια, ενόσω ζούσε η ποιήτρια και, οι οποίες ανθολογίες, περιλαμβάνουν το έργο ποιητών της δικής της γενιάς. Δηλαδή, είναι άτομα που έχουν, λίγο πάνω ή λίγο κάτω, την ίδια ηλικία με την ποιήτρια και ομαδικά κωδικοποιήθηκαν κάτω από τον όρο ΄΄Γενιά της ήττας΄΄ ή ΄΄Γενιά της αμφισβήτησης΄΄!
Δεν αμφιβάλλω όμως, πως τα περισσότερα ποιήματα της Κ. Γώγου δίνουν στο αναγνωστικό κοινό την εντύπωση πως τα έγραψε με αυτό τον τρόπο: Δηλαδή, εν βρασμώ ψυχής και στα γόνατα της. Ακαριαία, κάτω από δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, και με μεγάλη ψυχολογική φόρτιση.
Όμως, παράλληλα, μέσα από το συνολικό ποιητικό έργο της, όπως αυτό μπορούμε να το βρούμε σήμερα συγκεντρωμένο στο τόμο που τιτλοφορείται ΄΄Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε΄΄, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΄΄Καστανιώτη΄΄, διαπιστώνω πως η Κ. Γώγου μελετούσε πρώτα εξαντλητικά και μετά έγραφε τα δικά της ποιήματα ή κάποια από τα δικά της ποιήματα.
Μελετούσε πολύ, και μάλιστα, συστηματικά και σε βάθος, ποίηση άλλων δημιουργών, τόσο Ελλήνων όσο και ξένων καταξιωμένων ποιητών, πράγμα το οποίο θα προσπαθήσω ν΄ αποδείξω στη συνέχεια αυτής της εργασίας μου. Και η μελέτη και η τριβή της Κ. Γώγου με την ξένη ποίηση, όπως έχω κάθε λόγο να υποψιάζομαι αλλά και όπως διαφαίνεται μέσα από τα γραπτά κείμενα που μας άφησε, ξεκινούσε από ΄΄Το φως που καίει΄΄, του Κώστα Βάρναλη και το ΄΄Καπνισμένο Τσουκάλι΄΄, του Γιάννη Ρίτσου, και κατέληγε στην ΄΄Έρημη Χώρα΄΄, του Τόμας Στερνς Έλιοτ και το ΄΄Ουρλιαχτο΄΄, του Άλλεν Γκίνσπεργκ ή και αντίστροφα.

 

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Μπάμπης Ζαφειράτος, «Άδεντρες Πλατείες» (Ποιήματα 1972-2005), εκδ. Δίαυλος, 2012 (γράφει ο Γιώργος Μαρκόπουλος)

 

 Ό Μπάμπης Ζαφειράτος, εμφανίστηκε και ξεκίνησε την πορεία του όταν περίπου, άλλος λίγο πιο νωρίς, άλλος αργότερα, ξεκίνησαν και οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του 70, παρουσιάζοντας, το 1977 τα ποιήματά του στην «Γ΄ συνάντηση Νέων Δημιουργών» που από το 1975, ένα μήνα (και αργότερα δύο) κάθε χρόνο, μέχρι και το 1983, διοργάνωνε στο «Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ», ο πολύτιμος, ο αξεπέραστος και αξέχαστος για όλους μας, ζωγράφος –και κυρίως μόνος στην κορυφή ακόμη και σήμερα «ακουαρελίστας»–, Ασαντούρ Μπαχαριάν. Την ίδια περίπου εποχή, ο Ζαφειράτος, συμμετέχοντας ενεργά στα τεκταινόμενα, δημοσιεύει κείμενα του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» και ποιήματα του στα διαδραματίσαντα σπουδαίο –το δεύτερο μάλιστα ιστορικό ρόλο– περιοδικά «Τομές» και «Τραμ». Στη συνέχεια όμως, ό Ζαφειράτος για λόγους που ο ίδιος επέλεξε, σταμάτησε να εμφανίζεται με δημοσιεύσεις ή άλλες παρεμβάσεις στην λογοτεχνία μας.
Και λέω «σταμάτησε να εμφανίζεται με δημοσιεύσεις», ακριβώς διότι κρατώντας στα χέρια μου το σχολιαζόμενο εδώ άρτι εκδοθέν βιβλίο του, με έναν εξαίσιο πίνακα του Ανδρέα Ζαφειράτου στο εξώφυλλο, ο οποίος αποδίδει άριστα –δεν μπορώ να αντισταθώ και να μη το αναφέρω– τον τίτλο της συλλογής και το κλίμα του βιβλίου, δεν διέκοψε την επαφή του με την γραφή αλλά, τουναντίον, την καλλιέργησε –όπως φαίνεται– με πάθος, άφατη αφοσίωση και προσήλωση, επιτυγχάνοντας μάλιστα και αποτελέσματα σπουδαία. Ας διατρέξουμε το βιβλίο όμως, κάπως πιο αναλυτικά: Ως εκ τούτου, από διαίσθηση, θέλω να επισημάνω ότι πρόκειται για μια «Επιλογή», και μάλιστα πολύ αυστηρή, ποιημάτων γραμμένων από το 1972 μέχρι και το 2005, χωρισμένο με τρόπο ευκρινέστατο, σε εννέα περιόδους. Όσον αφορά την πρώτη περίοδο-ενότητα «Τα πουλιά, (1972)», τα ποιήματα, αν και φαίνονται να είναι ερωτικά, εν τούτοις ο προσεκτικός και υποψιασμένος αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι αυτά δεν απευθύνονται παρά σε μια πολυπόθητη ελευθέρια πού λόγω της χούντας είχε καταλυθεί και που δεν διαφαινόταν, ούτε καν στο βάθος του ορίζοντα, να ξαναέρχεται.

Στο ίδιο κλίμα κινούνται και τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας «Από τη ζωή των αγαλμάτων, (1973- 1974)», μόνο πού εδώ ο ερωτισμός του λόγου αντικαθίσταται από μια ζοφερή τραχύτητα, καθότι είχαν ήδη διαδραματιστεί τα αιματηρά γεγονότα του Πολυτεχνείου και ο πόνος γίνεται πιο άμεσος, θρηνώντας πλέον πιο σπαρακτικά την ολοκληρωτική συντριβή της ελευθερίας: Κορμιά από γύψο εκμαγεία ραγισμένα. Όλα σημαδεμένα από τη μνήμη σου.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

«”Το Επιδόρπιο” της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου», εκδ. Κέδρος 2012 (γράφει η Πέρσα Κουμούτση)

«Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
-ακόμη και των ειδικών-
διχάζονται
αν, λόγου χάρη,
στρώνουμε λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί κλαδί ετοιμάζεται».

Με αυτούς τους στίχους η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου επιλέγει να μας εισάγει στη νέα της ποιητική συλλογή με τον ιδιότυπο τίτλο «Το επιδόρπιο». Ένα επιδόρπιο αγάπης και κατανόησης, ανάμνησης και λήθης, δοσμένο με γενναιοδωρία ως πρόγευμα και ενόρμηση ζωής, ενθηκεύοντας σε αυτήν το πρόσταγμα για συγχώρεση. Σε αυτή τη σύνθεση, η ποιήτρια καταθέτει κομμάτια του στοχασμού της και γενικότερους προβληματισμούς, σκέψεις και συναισθήματα για τη ζωή, έχοντας ήδη σταχυολογήσει παλαιότερες εμπειρίες της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. Μια ποιητική ελεγεία για ό,τι συγκλονιστικό βιώθηκε και χάθηκε στη δίνη του χρόνου. Ο βιωμένος έρωτας, η δημιουργούσα αρχή που όμως ακυρώνεται μέσα στο χρόνο, αφήνοντας πίσω της τη γνώση και την εμπειρία που δυστυχώς έρχονται πάντα αργά. Θα έλεγα μάλιστα, ότι η παρούσα συλλογή της Ε.Α. Λουκίδου δίνει την αίσθηση ενός δραματοποιημένου έργου, όπου κάθε ποίημα αποτελεί μια ξεχωριστή σκηνή από το παρελθόν που αναζητά τη θέση της στο παρόν, αλλά και τη δικαίωσή της μέσα στο χρόνο. Το διττό «εγώ» της ανθρώπινης φύσης που μετέχει πάντοτε δύο καταστάσεων, σώματος και ψυχής, λήθης και μνήμης, πόνου και συμφιλίωσης απαντάται στην ποίησή της και αποδίδεται με δυνατή, διαυγή, σπαραχτική φωνή και συνάμα ανακουφιστική, λυτρωτική, όπως και όσο πρέπει άλλωστε να είναι η ποίηση και μάλιστα αρραγώς συνδεδεμένη με το υπαρξιακό δράμα του ανθρώπου. Μέσα σε λίγες σελίδες η ποιήτρια καταφέρνει να αιχμαλωτίσει την έλξη του πόνου, την αγωνιακή φύση του έρωτα, όταν αυτός ξεθυμαίνει, αφήνοντας όμως πίσω του τη γλυκόπικρη γεύση του, τις ουλές του πόνου, το μαρτύριο ανάμεσα σʼ εκείνο που νομίσαμε πως είχαμε και στο άλλο. Γλώσσα συμβολική, αλληγορική και συνάμα τόσο λυρική που μουδιάζει τις αισθήσεις μας σαν το καλό κρασί.

Διαβάστε περισσότερα