Έχει επικρατήσει η άποψη-εσφαλμένα νομίζω-ότι η Κατερίνα Γώγου έγραφε μόνο οργισμένη ποίηση. Δηλαδή, έγραφε ποιήματα μόνο όταν ήταν σε έξαλλη κατάσταση και κυρίως κάτω από πολύ δύσκολες και αντίξοες συνθήκες, φορτισμένα με πόνο, πίκρα, πάθος, οργή και απέραντη ευαισθησία. Ποιήματα εντελώς άκομψα, που ξεχωρίζουν για το επαναστατημένο ύφος τους και το τολμηρό λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε η δημιουργός τους για να τα φτιάξει.
Με άλλα λόγια, πολλοί είναι αυτοί που είχαν σχηματίσει την εντύπωση και κατά βάθος πίστευαν (πιθανόν να πιστεύουν ακόμη) ότι, η Γώγου, επιπόλαια και αβασάνιστα, πρόχειρα και βεβιασμένα, έριχνε στο χαρτί ότι τη συγκινούσε, την πονούσε ή την εκνεύριζε για να γεμίσει απλώς τις λευκές σελίδες ενός τετραδίου. Γραπτά κείμενα τα οποία, κατά την άποψή τους, δεν τα επεξεργαζόταν καθόλου πριν τα παραδώσει για δημοσίευση.
Εντύπωση, όπως είπα, εσφαλμένη, από την οποία παραπλανήθηκαν και οι περισσότεροι Έλληνες κριτικοί λογοτεχνίας, ακόμη και κάποιοι περιώνυμοι της δικής της γενιάς, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ή, καλύτερα, να εκτιμήσουν την ποίησή της ωσάν ρηχή και επιφανειακή και να την προσπεράσουν αδιάφορα.
Σε τελική ανάλυση, αυτοί οι κριτικοί λογοτεχνίας, χωρίς δεύτερη σκέψη και προβληματισμό, επιχείρησαν αυθαίρετα και κατάφεραν, μπορώ να ισχυριστώ, με τις ενέργειές τους, σκόπιμα ή άθελά τους, να κατατάξουν την ποίηση της Κατερίνας Γώγου σε κατηγορία υποδιαίστερη, γεγονός, φυσικά, που είχε αρνητικό αντίκτυπο σε μία μεγάλη ομάδα αναγνωστών της. Κατηγορία που ακόμη δεν ήταν άξια ν’ αναφερθεί στις σελίδες της σύγχρονης ελληνικής γραμματολογίας ούτε και με ψιλά γράμματα!
Για να ακριβολογώ, εννοώ πως, αυτοί οι κριτικοί, απερίσκεπτα και βεβιασμένα, αποφάσισαν πως πρέπει να κατατάξουν την δουλειά της στην κατηγορία της άτεχνης ποίησης, που είναι ποίηση χωρίς ουσία και περιεχόμενο και που, κατά τη δική τους πάντοτε αντίληψη, αυτή η ποίηση φτιάχνεται στο άψε σβήσε, χωρίς κόπο και μόχθο.
Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, το γεγονός πως η Κ. Γώγου δεν συμπεριλαμβάνεται σε καμία ανθολογία από αυτές που έχουν εκδοθεί και κυκλοφορήσει τα προηγούμενα χρόνια, ενόσω ζούσε η ποιήτρια και, οι οποίες ανθολογίες, περιλαμβάνουν το έργο ποιητών της δικής της γενιάς. Δηλαδή, είναι άτομα που έχουν, λίγο πάνω ή λίγο κάτω, την ίδια ηλικία με την ποιήτρια και ομαδικά κωδικοποιήθηκαν κάτω από τον όρο ΄΄Γενιά της ήττας΄΄ ή ΄΄Γενιά της αμφισβήτησης΄΄!
Δεν αμφιβάλλω όμως, πως τα περισσότερα ποιήματα της Κ. Γώγου δίνουν στο αναγνωστικό κοινό την εντύπωση πως τα έγραψε με αυτό τον τρόπο: Δηλαδή, εν βρασμώ ψυχής και στα γόνατα της. Ακαριαία, κάτω από δύσκολες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, και με μεγάλη ψυχολογική φόρτιση.
Όμως, παράλληλα, μέσα από το συνολικό ποιητικό έργο της, όπως αυτό μπορούμε να το βρούμε σήμερα συγκεντρωμένο στο τόμο που τιτλοφορείται ΄΄Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε΄΄, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΄΄Καστανιώτη΄΄, διαπιστώνω πως η Κ. Γώγου μελετούσε πρώτα εξαντλητικά και μετά έγραφε τα δικά της ποιήματα ή κάποια από τα δικά της ποιήματα.
Μελετούσε πολύ, και μάλιστα, συστηματικά και σε βάθος, ποίηση άλλων δημιουργών, τόσο Ελλήνων όσο και ξένων καταξιωμένων ποιητών, πράγμα το οποίο θα προσπαθήσω ν΄ αποδείξω στη συνέχεια αυτής της εργασίας μου. Και η μελέτη και η τριβή της Κ. Γώγου με την ξένη ποίηση, όπως έχω κάθε λόγο να υποψιάζομαι αλλά και όπως διαφαίνεται μέσα από τα γραπτά κείμενα που μας άφησε, ξεκινούσε από ΄΄Το φως που καίει΄΄, του Κώστα Βάρναλη και το ΄΄Καπνισμένο Τσουκάλι΄΄, του Γιάννη Ρίτσου, και κατέληγε στην ΄΄Έρημη Χώρα΄΄, του Τόμας Στερνς Έλιοτ και το ΄΄Ουρλιαχτο΄΄, του Άλλεν Γκίνσπεργκ ή και αντίστροφα.

 

 

 
\

 

 

 

Συνεπώς, από αυτή τη διαπίστωσή μου, πολύ γρήγορα και εύκολα, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως η Κ. Γώγου, κάποια ποιήματά της, τα επεξεργάζονταν διαρκώς και επίπονα, γράφοντας και ξαναγράφοντάς τα, διορθώνοντας και βελτιώνοντάς τα συνεχώς, μέχρι να φθάσει στο σημείο εκείνο που πίστευε ότι κατάφερε το καλύτερο ποθητό αποτέλεσμα για την τελειοποίησή τους.
Με αυτό θέλω να πω, πως η Κ. Γώγου, ως δημιουργός σύγχρονης ποίησης, λειτούργησε σε πάρα πολλές στιγμές και σαν εργαστηριακή ποιήτρια όπου, απομονωμένη στο γραφείο της ή στο δωμάτιο της, μελετούσε ξένη ποίηση και στην πορεία επέλεγε και αφομοίωνε εκείνα τα στοιχεία από το έργο άλλων ποιητών που θα τη βοηθούσαν να εμπλουτίσει, κατά κύριο λόγο, τη δική της ποίηση και, κατά δεύτερο, να διευρύνει τις γνώσεις της περί του αντικειμένου της ή, ακόμη, για να καλλιεργήσει και να βελτιώσει ακόμη περισσότερο το γνήσιο και χαρισματικό ταλέντο της.
Ουσιαστικά, μέσα από την ποίηση της Κ. Γώγου, είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια και η επιδίωξή της να πετύχει μια εποικοδομητική συνομιλία με το έργο κορυφαίων ποιητών, (ποιητών με λυρικό κυρίως ύφος και με πεσιμιστική διάθεση), του καιρού της, με αξιοθαύμαστα, μάλιστα, μερικές φορές, αποτελέσματα! Και αυτά τα στοιχεία της αρκετά γόνιμης, κατά την άποψή μου, συνομιλίας της Κ. Γώγου με άλλους δημιουργούς, όπως ανάφερα ήδη, τα βρίσκουμε εγκατεσπαρμένα σε όλο το σώμα της ποίησής της, από την πρώτη μέχρι την τελευταία συλλογή της που εκδόθηκαν στην Ελλάδα.
Πρέπει να επισημάνω όμως πως, η Κ. Γώγου, σε αυτές τις συνομιλίες της με άλλους δημιουργούς, για ανεξήγητους λόγους, όπως δηλώνει η ίδια αλλά και όπως διαφαίνεται μέσα από το έργο της, απέφυγε συνειδητά να συνομιλήσει με υπερρεαλιστές ποιητές και να έλθει σε επαφή με το έργο τους, τους οποίους αφορίζει με βαριούς χαρακτηρισμούς, φθάνοντας μάλιστα μέχρι το σημείο να τους αποκαλεί όμοιους «με σταλινικούς ήρωες»!
Ορισμένα από αυτά τα στοιχεία της συνομιλίας της Κ. Γώγου με άλλους ομότεχνους της, άλλοτε είναι εμφανή και ευδιάκριτα και άλλοτε παρασιωπημένα και κρυμμένα, σκόπιμα ίσως, για να παίζει, όπως η γάτα με το ποντίκι, με την οξυδέρκεια των αναγνωστών της και, βεβαίως, των κριτικών ή των μελετητών της. Σίγουρα, τα περισσότερα από αυτά τα παρασιωπημένα και κρυμμένα στοιχεία δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά απ’ όλους τους αναγνώστες της, έτσι, μάλιστα, όπως μαστορικά τα ενέταξε στη δική της ποίηση. Μόνο το μάτι, πιστεύω, ενός επαρκούς και έμπειρου αναγνώστη ή μελετητή μπορεί να εντοπίσει ή να επισημάνει αυτά τα ξένα δάνεια που, ποιητική αδεία, τα οικειοποιήθηκε και στη συνέχεια τα καταχώρισε στο δικό της ποιητικό έργο η Κ. Γώγου.
Επιπλέον, διαπιστώνω πως, αυτές οι συνομιλίες της Κ. Γώγου με κορυφαίους δημιουργούς, μερικές φορές διεξάγονταν από τη δική της μεριά με μεγάλο σεβασμό και θρησκευτική ευλάβεια, τόσο προς τους ίδιους τους δημιουργούς όσο και προς το έργο τους, και άλλες φορές διεξάγονταν με κάποια ειρωνική ή σαρκαστική διάθεση. Ας επικεντρωθούμε όμως στο θέμα μας, παραθέτοντας κάποιες πρώτες παρατηρήσεις που κατόρθωσα να συγκεντρώσω διαβάζοντας τον τόμο με όλα τα ποιήματά της.

 

 

 
Στο μακροσκελές ποίημα ΄΄Καπνισμένο τσουκάλι΄΄ ο Γιάννης Ρίτσος έχει γράψει, ανάμεσα σε πολλούς άλλους στίχους, και τους παρακάτω:
«Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια/ πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου/ πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο/ πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια/ στη δροσερήν αυλόπορτα».
Και η Γώγου, στη συλλογή της ΄΄Ιδιώνυμο΄΄, με πολύ λεπτή ειρωνεία και χιούμορ θα σημειώσει:
«ΜΑΝΟΥΛΑ/ σου αφήνω 200 δρχ. να πάρεις απ’ τη λαϊκή φασολάκια/ απ’ αυτά που λέει ο ποιητής γιατί τ’ άλλα είναι ακριβά και/ δεν φτάνουνε».
Η Κατερίνα Γώγου όμως, δεν ειρωνεύεται και δεν σαρκάζει μόνο τους άλλους ομότεχνους της. Ξέρει και αυτοσαρκάζεται και, μάλιστα, όταν αυτό γίνεται, τότε οι στίχοι της αποκτούν άλλη διάσταση και χάρη, όπως αυτούς που διαβάζουμε στη συλλογή ΄΄Το ξύλινο παλτό΄΄:
«Το βραδάκι ελάτε θα μαζευτούμε σπίτι εμείς και εμείς/
θα φάμε κάτι παραδοσιακό και θα απαγγελθούν/
νέοι προοδευτικοί ποιητές/
αλήθεια, τι γνώμη έχετε γι’ αυτή τη Γώγου;»

Από τα βέλη της Κ. Γώγου όμως, που κάποιες φορές είναι εμποτισμένα με πολύ φαρμάκι, ίσως από αβεβαιότητα για το ταλέντο της και για την ποίησή της, δεν θα ξεφύγει ούτε και ο Μέγας Βάρναλης. Θα γράψει στη συλλογή ΄΄Ιδιώνυμο΄΄:
«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ/
Είναι μη γίνω «ποιητής»./
Μην κλειστώ στο δωμάτιο/
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα/
κι απολησμονήσω».

 
Και ασφαλώς, οι πιο πάνω στίχοι της Κ. Γώγου, μας παραπέμπουν στους στίχους του Βάρναλη «Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,/ απ’ το βουνό ψηλά», που περιλαμβάνονται στην ποιητική συλλογή του ΄΄Το φως που καίει΄΄ .
Το ύφος όμως, αλλά και το κλίμα, στα περισσότερα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, σίγουρα μας παραπέμπουν στην ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Εξάλλου, η διάχυτη θλίψη και η αθεράπευτη μελαγχολία, αλλά και η μόνιμη απαισιοδοξία της, που αναφύεται μέσα από το σύνολο της ποίησης της, μας οδηγούν κατευθείαν στον αυτόχειρα της Πρέβεζας. Χωρίς μισόλογα και περιστροφές, στο μακροσκελές ποίημα ΄΄Οι λυπημένες μητέρες στα Σούπερ Μάρκετ΄΄, που περιλαμβάνεται στη συλλογή της ΄΄Απόντες΄΄, θα γράψει: «Πως σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει/ αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…».
Επιπλέον, ο Κώστας Καρυωτάκης, όπως και ο Αρθούρος Ρεμπώ, ο Ντύλαν Τόμας, ο Σερκέι Γιεσένιν και ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφκι, αλλά και ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Καββαδίας, είναι από τους λίγους ποιητές που η Κ. Γώγου αναφέρει ονομαστικά στην ποίησή της. Και ομολογώ πως μοιάζει αυτή η αναφορά της ωσάν να είναι ένα σιωπηλό θρησκευτικό ή φιλολογικό μνημόσυνο για πολύ αγαπημένα, στενά και αξέχαστα, συγγενικά της πρόσωπα.
Δίνω στη συνέχεια ένα απόσπασμα στο ύφος του Καρυωτάκη:
«Μα τώρα βιάσου/ αργά αργά να γιάνουμε/ τ’ αστραφτερά φτερά μας/ το δρόμο απ’ την αρχή/ να βρούμε και να πάρουμε/ στα ξέφωτα να βγούμε/ μην τύχει κι άλλοι από μας/ νερό να πιουν της λήθης/ κι έτσι και είναι σαν εμάς/ μεγάλα πάθη πάθουνε/ κι όπως καταραστήκαμε/ να μας καταραστούνε».

 

 
Αυτά όσο αφορά τις φανερές συνομιλίες της Κατερίνας Γώγου με άλλους ποιητές. Υπόγεια όμως, κρυπτικά θα έλεγα, η Κ. Γώγου έχει συνομιλήσει-όσο παράξενο και αν ακούγεται αυτό-με την Αγία Κασσιανή, την μεγάλη Υμνογράφο και Μελωδό, με τον Ματθαίο, τον Ευαγγελιστή, αλλά και με ποιητές παγκόσμιας εμβέλειας όπως είναι ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής Τόμας Στερνς Έλιοτ, ο επίσης Αμερικανός ποιητής Άλλεν Γκίσπερνγκ, που υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της λεγόμενης γενιάς των Beat (άλλοι φέρουν τη λέξη Μπιτ σαν όρο της τζαζ και άλλοι ότι σημαίνει «μακαριότητα»). Και, όπως ανάφερα ήδη, με τον Κώστα Βάρναλη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Νίκο Καββαδία και άλλους. Θα δώσω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα.

 

 
Στη συλλογή ΄΄Το ξύλινο παλτό΄΄, και συγκεκριμένα στο ποίημα ΄΄Καταστολή΄΄, υπάρχει ο στίχος της Γώγου «Μέχρι θανάτου λυπημένη ψυχή μου». Ο στίχος είναι χωρίς εισαγωγικά στο ποίημά της, πράγμα για το οποίο υποψιάζομαι πως η ποιήτρια επιχείρησε και κατάφερε εδώ μία καταπληκτική μεταγλώττιση του στίχου «περίλυπός εστιν η ψυχη μου έως θανάτου», από το Κατα Ματθαίον Ευαγγέλιο, και συγκεκριμένα από την ΄΄Προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή΄΄, που ακούμε τη Μεγάλη Εβδομάδα, που είναι για την ακρίβεια μια φράση από τα λόγια του Ιησού Χριστού, πριν τη σύλληψή του από τους εβραίους στρατιώτες, προς τους μαθητές του, τον Πέτρο και τους δύο υιούς Ζεβεδαίου.
Και ασφαλώς οι στίχοι «Πάρε με, ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου/ η εν πολλαίς αμαρτίαις/ περιπεσούσα γυνη», απο τη συλλογη ΄΄Ιδιώνυμο΄΄ παραπέμπουν κατευθείαν στο υπέροχο ΄΄Τροπάριο τη Κασσιανής΄΄, και συγκεκριμένα στον στίχο «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» που ακούμε το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες.

 

 

 

 
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει η συνομιλία, έστω και μεμονωμένη, της Κατερίνας Γώγου με τον Τόμας Στερνς Έλιοτ. Συγκεκριμένα, στην ποιητική συλλογή ΄΄Η έρημη χώρα΄΄, του Τ. Σ. Έλιοτ, στο πρώτο ποίημα του βιβλίου που τιτλοφορείται ΄΄Η ταφή του νεκρού΄΄, διαβάζουμε και τους εξής στίχους, όπως τους έχει μεταφράσει ο νομπελίστας ποιητής Γιωργος Σεφέρης:
«Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,/
φωνάζοντας: «Στέτσον!/

Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια!/
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,/
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;/
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;»

 
Πρέπει να θυμίσω όμως, πως ο Τ.Σ. Ελιοτ, στο σημείο αυτό του ποιήματός του, αναφέρεται σε πολέμους με εμπορικά κίνητρα και πως πάνω από τα πτώματα των σκοτωμένων αναμένεται να ανθίσει το εμπόριο.
Η Κατερίνα Γώγου, στο ποίημα της ΄΄Ρίξατε μια ματιά;΄΄, από τη συλλογή ΄΄Με λένε Οδύσσεια΄΄, τίτλος νομίζω αρκετά συμβολικός, δεν απευθύνεται μόνο στον Στέτσον. Απευθύνεται σε όλους μας, σε όλη την οικουμένη, και με φωνή στεντόρεια, γεμάτη πόνο, φόβο και απόγνωση, προσπαθεί να μας βγάλει από το λήθαργο στο οποίο έχουμε περιέλθει και να μας επαναφέρει στην σημερινή απάνθρωπη πραγματικότητα:
«Ε, κύριοι/ ρίξετε μια ματιά εκεί πίσω από το φράχτη/ στον κήπο/ μήπως άρχισε να ανθίζει το πτώμα;».
Και βέβαια ο στίχος της Γώγου «Ναι. Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου να καταστρέφονται», που περιλαμβάνεται σ’ ένα από τα πεζοτράγουδά της (ο επιμελητής της έκδοσης τα αποκαλεί πεζά κείμενα) που το τιτλοφορεί ΄΄Χαράζει…πάλι χαράζει΄΄, μας παραπέμπει κατευθείαν στον στίχο του «Άλλεν Γκινσμπεργκ: «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα», με το οποίο αρχίζει το ποίημα ΄΄Ουρλιαχτό΄΄, που θεωρείται από τους κριτικούς σαν ένα από τα κορυφαία έργα του διάσημου Αμερικανού ποιητή.

 

 
Καταλήγοντας, συμπεραίνω πως η Γώγου είχε σίγουρα ευρύτητα γνώσεων και ιδεών και κυρίως γνώριζε αρκετά καλά, μπορώ να ισχυριστώ, την ελληνική και παγκόσμια ποίηση, γεγονός που την βοήθησε να βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό τα δικά της εκφραστικά μέσα, κατορθώνοντας ταυτόχρονα να παράξει μια ποίηση στέρεη και αρραγή, αρκετά πνευματώδη και βαθυστόχαστη, άσχετα αν κάποια ποιήματά της, εκ πρώτης όψεως, φαίνονται πρόχειρα γραμμένα, απαίδευτα και ανούσια.
Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου όμως, περιέχει πολλές και ποικίλες πτυχές, που σε οδηγούν και σε διάφορες άλλες κατευθύνσεις. Παραδείγματος χάρη, πιστεύω πως, θα άξιζε τον κόπο, να εξεταστεί διεξοδικά και σε βάθος, ο τρόπος με τον οποίο η Κ. Γώγου συλλέγει στοιχεία από την Φυτολογία ή τη Ζωολογία και τα χρησιμοποιεί στα ποιήματά της. Θα ήταν όμως, ευχής έργο, και ταυτόχρονα παρότρυνση, κάποιος άλλος, πιο ειδικός, να ασχοληθεί με αυτές τις πτυχές της ποίησής της.

 

 
Λευκωσία, Κυριακή, 3Ιουνίου- Δευτέρα,24 Ιουνίου 2013