Την 3η Μαρτίου εμείς που πιστεύουμε στην ποίηση εορτάζουμε την γέννηση της οσίας Βερονίκης.
ΒΙΟΣ
Η οσία Βερονίκη των Δαλακούρα αιμορραγεί ασταμάτητα και σκουπίζει τον ιδρώτα από τα πρόσωπα εκείνων που ανεβαίνουν τον Γολγοθά.
Σε κάθε επέτειο των γενεθλίων της φυτεύει στη βάση του μαρτυρικού μας ανήφορου ένα βοτάνι κι όποιος το βράσει και το πιεί μένει νέος για πάντα.
Η ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ
Πράγματι απορώ. Γιατί θέλουν όλοι να παίζουν με το μικρό μου στήθος; Οποτεδήποτε συναντώ κάποιον – το μαντεύω: το χέρι κατ’ αρχήν στο ύφασμα, κατόπιν σίγουρα στις δύο ρόγες τις οποίες στριφογυρίζει διαδοχικά. Και γιατί όλα αυτά; Προς τι εγώ να πονώ και πολλές φορές να καυλώνω; Η όποια μουσική θα προσέφερε υψηλότερη και δεν αποκλείεται καλυτέρας ποιότητος ηδονή. Σχεδόν πάντα λοιπόν βρίσκομαι θύμα αυτών των αφελών τάχα κινήσεων και δεν εξαιρούνται ούτε τα θηλυκά από τις εμπειρίες μου.
Όμως το σώμα εκείνου που αγάπησα παραμένει η πιο εναργής μου φαντασία. Είχε στους μηρούς μαύρες στιλπνές τρίχες και ξαπλωμένος ανάσκελα επιθυμούσε να μου πονέσει το στήθος. Αρνήθηκα κι εκείνος ακινητοποιώντας τους καρπούς έβαλε ολόκληρο τον αριστερό μαστό στο στόμα του. Ήθελε στ’ αλήθεια να τον καταπιεί γιατί σε κάποιο σημείο της επώδυνης ηδονής μου αισθάνθηκα τα δόντια του στην ευαίσθητη επιφάνεια.
Ήρθε τότε η κοινή ανάμνηση από τον πίνακα του μεσαιωνικού νέου: η Ναυσικά που κοίταζε τον εραστή της να φεύγει, αφού πρώτα ετοποθέτησε τα μάτια στα γόνατά της, και ο ίδιος πάλι ξαναγεννημένος ζωγράφος την αναγέννηση, να συνευρίσκεται κατ΄όναρ
– νεκρός πλέον – με τη φίλη μου.
Τι μουσικές, τι πείνα τις εποχές των γαϊδάρων – ποτέ δεν τρόμαξα τις αργές δεισιδαιμονίες γιατί εκείνοι σκάβοντας τον πιο μικρό λάκκο υποσχέθηκαν τον έσχατο έρωτα. Μόνο έκοψα τα δάκτυλα να τιμωρήσω την ασπλαχνία τους. Φαντάσματα τότε ζητούσαν να πιούν γάλα από το στήθος μου. Αναστέναζαν μες απ’ τον ήχο της Τζιοκόντας και όταν ο Ποντσιέλλι ταράχτηκε έδωσαν τις ψυχές τους στον δαίμονα διπλά πικραμένοι
από το παιχνίδι.
ΣΧΟΛΙΟ 1
H οσία Βερονίκη είναι ένα κορίτσι φανταστικό.
Δεν έχει παρατατικό, ούτε συντελεσμένο μέλλοντα.
Έχει μόνο ενεστώτα.
Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ
ΙΙΙ
Σ΄αυτό το νησί που μας έφερε το μυστηριώδες καράβι και που πολύ θα ’θελα να ’ταν η Ιθάκη, όχι τόσο για τα καρφωτά υποδήματα της Πηνελόπης, μα για τα πεύκα και την βροχή – πιστεύω λοιπόν πως κι εσύ αν δεν ήσουν, θα ταν κάποιος άλλος, κάποιος άγνωστος ίσως, κάποιος γελωτοποιός με ανά χείρας τα τεκμήρια της φανταστικής μου ενοχής. Πιστέψτε με δεν θα σκεφτόμουν τίποτε τότε εκτός από τον μεγαλόπνοο έρωτά μου, την θλιβερή δύναμη που θα μου επέβαλε την μουσική σαν εσχάτη τιμωρία της δικής σου ανάμνησης.
Το καθαρτήριο πάθος πλησιάζει τις γυναίκες, όσες γεννούν βρούβες από πίσω, οι μανιακές στολίζονται και πιάνουν τα όσπρια με τις χουφτίτσες τους.
Εδώ θα σε περιμένω, θα περιμένω τον σίγουρο θάνατο που θα ‘ν’ η φωτιά, κι αν δεν είναι η φωτιά θα ‘ν’ οι πατούσες της όρνιθας, το σχισμένο χείλι που κρύβω αφήνοντας τις τρίχες να μεγαλώσουν. Φιλώ και δαγκώνω, αλίμονο στα χείλη που θα δω μπροστά μου σήμερα, συμφορά στα γλυκά σας στόματα πολίτες. Εδώ θα περιμένω άχρι θανάτου και μέχρι τον δικό σου τάφο να ξεράσω την αγάπη που είναι η μαγιά της οργής μου. Πόσο μίκρυνε αυτός ο τόπος, πόσο γεμάτος σκόνη, χώμα από τις χαραμάδες της πόρτας.
Υψιπύλη οι κλειδώσεις σου κροταλίζουν, μα εγώ όλα τούτα τα θεωρώ επικίνδυνα καθώς σείομαι και είμαι σνομπ.
(Η αδερφή μου έφυγε με τον άντρα της, πίνουνε γάλα au bord de la mer, κατόπιν θα παν’ σ’ άλλον πλανήτη).
ΣΧΟΛΙΟ 2
Την δεκαετία του ’70 φαρισαίοι και γραμματείς πότισαν την οσία Βερονίκη χολή και ξίδι. Την είπαν ανόητη κι άκαρπη. Απαξίωσαν την καρδιά της. Την σταύρωσαν γυμνή στις στήλες της κριτικής και την πρόσταξαν να εγκαταλείψει την ποίηση.
Εγκαταλείπουμε την ποίηση όμως, όπως είπε ο Γεώργιος ο μέγας, σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα. Σημαίνει πως η ζωή μας έγινε ξένη, ο θάνατος βραχνάς.
Και η οσία Βερονίκη δεν είχε καμία διάθεση να υποστεί αυτό το μαρτύριο.
Ευτυχώς.
ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ
Κρίμα για κείνον τον έρωτα,
ακροβατούσε στη θάλασσα,
ενώ τα σπυριά του κακού μεγαλώναν
απ’ της γιατρειάς την αρμάδα αρπάζοντας
το στίγμα του αστείου καλού.
Στάσου έξω απ την πόρτα.
Η καρδιά μου το σώμα κομμάτιασε,
στο μυαλό μπήγονται οι δείκτες
των ηλιθίων ωρών.
Κι όσο αργά κινούνται οι αναβάτες του κύματος,
τόσο αγρία ερωμένοι και ερωμένες μιλούν.
Προχώρησε γρήγορα ως το ορθάνοιχτο σπίτι.
Εκεί στοιβάζονται σκουριά και δεσμά.
Κι από φόβο –όχι θλίψη-
δέχεται η τύχη αλήτες
στ’ ανοιχτά της πλευρά.
ΣΧΟΛΙΟ 3
Η υπερβατική περιγραφή της Βερονίκης των Δαλακούρα, φιλοτεχνημένη από την οσία Παυλίνα Παμπούδη, σώζεται αποσπασματικά σε μία μικρή βιβλιοθήκη στη νήσο Σύμη.
ΒΕΡΟΝΙΚΗ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ )
Η Βερονίκη χάνει διαρκώς προσωπικά της αντικείμενα
στα σκοτεινά άλλων ανθρώπων.
Όλους τους εκπεσόντες αγαπά αγγέλους
Ιδιαίτερα τα ζώα
Εάν η Βερονίκη ήταν ζώο, θα ήταν αίλουρος ανήλικος
Αν ήταν άνθος, γλαδιόλα πορφυρή
Αν ήταν έντομο, μάντις η ευλαβική
Αν ήταν δέντρο, κλαίουσα ιτιά
Αν ήταν έρωτας, απόλυτη καταστροφή
Δεν είναι, όμως, παρά μια ποιήτρια.
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
1.
Εμείς που πιστεύουμε στην Ποίηση
και στο τέκνο της το μονογενές και το ομοούσιο, το Ποίημα
που κανένα στόμα
δεν το’βρε και δεν το’ πε ακόμα,
και στο Πνεύμα το Άγιο της Έμπνευσης το ζωοποιό,
είμαστε τα ποιητικά άτομα.
Είμαστε εμείς που μας συγκίνησε κάποτε ένα ποίημα,
από τα πολλά που έχουν γραφτεί
και το αντιγράψαμε ή το μάθαμε απ’ έξω.
Εμείς που γράψαμε το δικό μας ποίημα
ή εμπνεύσαμε κάποιο άτομο
να γράψει ένα δικό του.
Εμείς που γελάμε πολύ και κλαίμε
κι έχουμε μέσα στην καρδιά μας την φλόγα του έρωτα
και την βεβαιότητα του θανάτου κάτω από το προσκεφάλι μας.
2.
Εμείς που λατρεύουμε την Ποίηση
κάνουμε ολονυχτίες και όρθρους.
Αναγιγνώσκουμε ευαγγέλια.
Ψελλίζουμε ύμνους κάτω από φανοστάτες
αποστηθίζουμε απολυτίκια
παίρνουμε μέρος σε μυστικούς δείπνους.
Στα πανηγύρια μας γίνεται χαμός.









