Αλλά η κουρτίνα αρνείται να παραμερίσει,

γαντζώνεται πεισματικά, χλευάζει,

πρέπει να απαλλαγεί απ’ αυτήν,

τη σέρνει με μανία, την ξεσκίζει,

παράθυρο όμως δεν υπάρχει εκεί,

πίσω της μόνο απροσπέλαστος ο τοίχος.

(«Η κουρτίνα»)

 

«Εν παραβολαίς αινιγμάτων» (Κουκκίδα, 2025) τιτλοφορείται η τελευταία, δέκατη συνολικά, ποιητική συλλογή του εκλεκτού ποιητή Αλέκου Ε. Φλωράκη, αποτελούμενη από 28 ποιήματα. Ο τίτλος λόγιος, σχεδόν βιβλικός στη σύνταξη και στον ηχητικό του απόηχο, προϊδεάζει για μια ποίηση αλληγορική, όπου το βίωμα δεν εκφέρεται ευθύγραμμα, αλλά μετασχηματίζεται σε συμβολική εικόνα. Αυτό δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, παρμένος από το βιβλίο Σοφία Σειράχ (κεφάλαιο μζ΄, στίχος 15), το οποίο αναφέρεται στο έργο και τη σοφία του Βασιλιά Σολομώντα.

Η λέξη «παραβολαίς» παραπέμπει στον έμμεσο λόγο και η λέξη «αινιγμάτων» ενισχύει την υπαινικτική διάσταση: ο κόσμος μας, είναι ένα αίνιγμα και η ποίηση είναι ο μόνος αλληγορικός τρόπος για να το προσεγγίσουμε, να το ερμηνεύσουμε και, τελικά, να το αντέξουμε (παράβαλε εδώ τους στίχους της Κικής Δημουλά πως «Αίνιγμα δανείστηκα,/αίνιγμα επέστρεψα./Άφησα να μην ξέρω/πώς λύνεται ένα χθες,/ένα εξαρτάται,/το αίνιγμα των ασυμπτώτων»). Συνεπώς, η σύνδεση των δύο όρων υποδηλώνει πως το βαθύτερο νόημα εμφανίζεται θραυσματικά. Το εξώφυλλο, πολυσημικό και βαθιά υπερρεαλιστικό, οπτικοποιεί ακριβώς αυτή την ποιητική: ένα βλέμμα εγκλωβισμένο στη φθορά (ρωγμές, γυμνά τούβλα) και μια καρδιά εκτεθειμένη πίσω από παράθυρο (μετάβαση από τα κρυμμένα στα ορατά) συνθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο που αποκαλύπτεται μόνο αποσπασματικά, σαν αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση.

Στην ανά χείρας ποιητική συλλογή ο Αλέκος Ε. Φλωράκης οικοδομεί έναν ρευστό κόσμο, όπου το πραγματικό μετατοπίζεται διαρκώς προς το ονειρικό, το μεταφυσικό και το εσωτερικό βίωμα. Τα ποιήματα λειτουργούν σαν μικρές παραβολές, οι οποίες αφηγούνται φαινομενικά απλά περιστατικά, τα οποία όμως ανοίγουν διαρκώς προς βαθύτερες υπαρξιακές, κοινωνικές και φιλοσοφικές αναγνώσεις. Η συλλογή καταφέρνει να συμπυκνώσει όλα τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Φλωράκη, όπως έχουν καταγραφεί από προηγούμενές του συλλογές: εικονοπλαστική δεινότητα, κριτική ματιά, λεπτή ειρωνεία και έντονοι υπαρξιακοί προβληματισμοί (παράβαλε τον στίχο «τύχη αγαθή που κατοικώ σε τόπο παράκτιο» («Η κατάδυση») με τη χαραλαμπίδειο δήλωση πως «είναι τύχη αγαθή που γεννήθηκα σε χώρα υπό κατοχή».

Στις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή συμπεριλαμβάνονται ο θάνατος, η ζώσα μνήμη, η φθοροποιός δύναμη του βιωμένου χρόνου, η αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Θίγονται, επίσης, η μοναξιά και η αλλοτρίωση: «Έφυγαν πάλι., ας επιστρέψω στη σάλα,/ ολότελα άδεια πια,/ τα έπιπλα λείπουν,/ τα παράθυρα κλειστά,/ ένας καθρέφτης μόνο, χωρίς είδωλο» (Οικογενειακή γιορτή»). Αυτοί οι στίχοι μας θυμίζουν το ποίημα «Διακοπή» του Θ. Κουγιάλη: «Φύγαν οι καλεσμένοι μας. Το σπίτι/ είναι άδειο και σιωπηλό» (…) «Μείναμε μόνοι με την καθημερινότητα/με τις φροντίδες, τα προσωπικά προβλήματα/ και τις κρυφές πληγές μας».

Κεντρικός άξονας της θεματολογίας είναι ο πανδαμάτωρ χρόνος, ο «Tempus edax rerum» κατά τον Οβίδιο, και η αδυσώπητη φθορά που προκαλεί. Στο ποίημα «Το Ρολόι» ο άνθρωπος της επιτυχίας συνειδητοποιεί, αργά πλέον, ότι η ζωή του εξαντλήθηκε σε μια αδιάκοπη επιτάχυνση χωρίς ουσιαστικό βίωμα: «οι δείκτες του μεγάλου ρολογιού/ γυρνούνε γρήγορα, τρελά». Η εικόνα «κλεψύδρας που αδειάζει η ζωή του» μετατρέπει τον χρόνο σε απτό, σωματικό εχθρό. Παρόμοια υπαρξιακή αγωνία διαπερνά και την «Οπή», ίσως ένα από τα πιο εσωτερικά ποιήματα της συλλογής. Η μυστηριώδης οπή στο στέρνο γίνεται κάθοδος στο υποσυνείδητο και στις ματαιωμένες δυνατότητες του ανθρώπου: «στο βάθος έχουν θησαυριστεί/τα ξεχασμένα οράματα». Η πορεία αυτή θυμίζει ομηρική Νέκυια, αφού μόνο μέσω της καθόδου και της δοκιμασίας μπορεί να υπάρξει κάθαρση.

Παρεμφερής με τη φθορά είναι και η έννοια του θανάτου, ο οποίος δεν εμφανίζεται μόνο ως βιολογικό τέλος, αλλά ως διαρκής υπόμνηση απώλειας και υπαρξιακής εκκρεμότητας. Στο ποίημα «Ο Αρχαιολόγος» η απουσία νεκρού από τον τάφο δημιουργεί μια παράδοξη αίσθηση αναβολής του θανάτου: «φαίνεται δεν υπήρξε νεκρός», ενώ ανάμεσα στα κτερίσματα αναδύεται το «παιδικό του τρενάκι», σύμβολο της χαμένης παιδικής ηλικίας. Ακόμη και στο ποίημα «Δέντρα νυκτόβια» ο κόσμος αποκτά επιθανάτια και απόκοσμη όψη, καθώς τα δέντρα «αλυχτούν στο φεγγάρι με φιλέρημους λύκους». Ο θάνατος στη συλλογή δεν είναι οριστική σιωπή, αλλά μια υπόγεια παρουσία που συνοδεύει τη μνήμη και τη φθορά του ανθρώπου.

 

 

Ιδιαίτερα έντονα είναι τα εκφραστικά μέσα που αξιοποιεί ο ποιητής. Η προσωποποίηση, η μεταφορά και η υπερρεαλιστική εικόνα κυριαρχούν σχεδόν σε κάθε ποίημα. Στο ποίημα «Βροχή» η φύση αποκτά φωνή και σώμα: «από το δέρμα μου βλασταίνει η χλόη». Στο ποίημα «Δέντρα νυκτόβια» τα δέντρα μετατρέπονται σε πλάσματα σχεδόν δαιμονικά και τελετουργικά: «Τις νύχτες τα δέντρα ξεθάβουν τις ρίζες τους». Ο ποιητής δημιουργεί εικόνες κινηματογραφικές, με έντονη ονειρική ατμόσφαιρα, όπου το γνώριμο μεταστρέφεται αιφνίδια σε ανοίκειο («οι δείκτες άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω», «ο τάφος μετατοπίζεται,/ τον ακολουθεί στην πόλη κλπ)». Παράλληλα, η γλώσσα του διατηρεί μια υπόκωφη μουσικότητα, ενώ η χρήση λόγιων ή βιβλικών αποχρώσεων («επιφαίνονται τα αφανή», «αποκαλύπτονται τα κεκρυμμένα», «εγένετο υετός μέγας») προσδίδει τελετουργικό βάθος στον ποιητικό λόγο.

Σημαντική θέση στη συλλογή κατέχουν επίσης η ειρωνεία και η κοινωνική κριτική. Στο ποίημα «Οι Παρείσακτοι» η τεχνολογία εμφανίζεται ικανή να διορθώσει την πραγματικότητα, να αφαιρέσει ψηφιακά όσους διαταράσσουν την επιθυμητή εικόνα της ζωής. Όμως η ειρωνική ανατροπή έρχεται στο τέλος, αφού οι «παρείσακτοι» είχαν τελικά γίνει μέρος της μνήμης και της ζωής των ανθρώπων, αφήνοντας ένα αίσθημα κενού: «μας είχαν γίνει, φαίνεται, οικείοι/ και τώρα σαν να πλανάται κάποια απουσία,/σαν κάτι από τη ζωή μας/να έχει βγει». Αντίστοιχα, στο ποίημα «Ο Έγκλειστος» (παράβαλε το σεφερικό ποίημα «Νεόφυτος ο έγκλειστος μιλά») ο σύγχρονος άνθρωπος επιλέγει ο ίδιος τον εγκλεισμό του, μέσα σε ένα κελί πολυτελές αλλά χωρίς «ανοίγματα» (παράβαλε τα καβαφικά «Τείχη»). Η ειρωνεία κορυφώνεται όταν, για να αποφύγει τον πειρασμό της ζωής, καλύπτει με καθρέφτη (να ένα σύμβολο που επανέρχεται από τον ποιητή) τον πίνακα που του υπενθυμίζει τον έξω κόσμο. Έτσι, απομένει μόνος «αυτός κι ο εαυτός του σε κελί διπλό». Πρόκειται για μια ευφυέστατη αλληγορία της κοινωνικής απομόνωσης του σύγχρονου ανθρώπου.

Η συλλογή συνομιλεί διαρκώς και με την παράδοση, τη λαϊκή μνήμη, την «αόρατη παρουσία» κατά τον Β. Ουγκώ, και τη λαογραφία (γνωστές οι σπουδές του Φλωράκη στην Εθνογραφία). Στο ποίημα «Ξηρασία» εμφανίζονται παραδοσιακά δρώμενα επίκλησης της βροχής, όπως η «Πιπεριά» και η «Περπερούνα», μαζί με τον Αϊ-Λια, ενταγμένα όμως σε ένα σύγχρονο, σχεδόν αποκαλυπτικό τοπίο κλιματικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Η βιβλική φράση «ο ουρανός συνεσκότασε νεφέλαις/και εγένετο υετός μέγας» αντιπαρατίθεται ειρωνικά με την καθησυχαστική γλώσσα των αρμοδίων που βαφτίζουν την καταστροφή «ποτιστική βροχή» και μάλιστα «ευεργετική». Ακόμη και ο «Περιπατητής» θυμίζει μορφή λαϊκού θρύλου ή αιώνιου οδοιπόρου, ενός ανθρώπου εκτός χρόνου, που «χώρες και χώρες τόσες διάβηκε,/ ενώ ήταν πάντοτε στον ίδιο τόπο».

Καταληκτικά, ο Φλωράκης, με γλώσσα πυκνή σε συμβολισμούς και εικόνες, κατορθώνει να συνθέσει μια ποίηση βαθιά στοχαστική και ανθρώπινη, χωρίς να χάνει τη συγκινησιακή της δύναμη, στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τις πλείστες ποιητικές συλλογές που μας κατακλύζουν τελευταία. Τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν σαν καθρέφτες και ταυτόχρονα σαν αινίγματα: αντανακλούν τον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά ποτέ δεν τον αποκαλύπτουν πλήρως. Ο αναγνώστης καλείται να εισχωρήσει μέσα τους, όπως ο ποιητικός ήρωας στο ποίημα «Οπή», για να αναζητήσει τον εαυτό του, μέσα σε έναν κόσμο που ολοένα ραγίζει. Έτσι, η συλλογή αφήνει τελικά την αίσθηση μιας εσωτερικής διαδρομής προς όσα παραμένουν αφανή, αλλά ουσιώδη. Ο Φλωράκης, με λόγο μεστό και καθάριο μας προσφέρει μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, (για μένα, είναι από τις καλύτερες συλλογές που διάβασα το τελευταίο διάστημα), την οποία αξίζει να διαβάσει κανείς, όχι μία, αλλά πολλές φορές, στοιχείο που, αναμφίβολα, αποδεικνύει την αξία της!

 

 

 

*Ο Λάζαρος Λαζάρου είναι κριτικος λογοτεχνίας