Ανοίξετε τον Κλήδονα, στ’ Άη Γιαννιού τη χάρη,
κι όποια ’ναι καλορίζικη, να ’ρθει να τόνε πάρει!

Α

Χύνετε μάθια δάκρυα, μα η καρδιά τα βγάζει,
πάθη που δεν τα μολογάς, το χώμα τα σκεπάζει.
*
Είδα τα πάλι σήμερο τα μάθια που με κρίνου,
απού μου παίρνουνε το νου και δεν μου τον αφήνου.
*
Σαν δεν κατέχεις ν’ αγαπάς, καρδιές μην αγκυλώνεις,
σαν την αρχίζεις τη δουλειά, να την ξετελειώνεις.
*
Απού φοβάται τη φωθιά, να μην έρθει κοντά μου,
γιατί θα τόνε κάψουνε τ’ αναστενάματά μου.
*
Ιντά ’χω κι όντε κι α σε δω, τρέμει η καρδιά μου, τρέμει,
ωσάν το φυλλοκάλαμο, όντε το σουν οι ανέμοι.
*
Ποιος είδε τέθοιο πόλεμο, να πολεμούν τα μάθια,
δίχως μαχαίρια και σπαθιά να γίνουνται κομμάθια.
*
Σαν είν’ εσέ τα πάθη σου μεγάλα και περίσσα,
έλα να τα μοιράσομε, να τα ’χομε ίσα ίσα.
*
Όντε μιλείς πέφτουν αθοί κι όντε γελάσεις ρόδα,
φως μου, το ζαριφλίκι σου σ’ άλλη κιαμιά δεν το ’δα.
*
Η αγάπη θέλει φρόνεψη, θέλει ταπεινοσύνη,
θέλει λαγού πορπατηξιά, πουλιού γληγοροσύνη.
*
Άχι και να σε φίλουνα εις το λαιμό από κάτω,
εκειά που παίζει και χτυπά τ’ αγιοκωνσταντινάτο.
*
Άχι κρασάκι όμορφο κι αρνίσια κεφαλάκια…
Και παντρεμένης μάγουλα και κοπελιάς βυζάκια!
*
Άχι και ν’ ανταμώναμε σ’ ένα πιτήδειο τόπο,
όπου να μη μάσε θωρούν τα μάθια των αθρώπω.
*
Άχι θα κάμω να καείς κι άχι να βερεμιάσεις,
το γιατρικό σου να μη βρεις, παρά να μ’ αγκαλιάσεις.
*
Άσπρη λαμπάδα και χυτό κερί τω Χριστουγέννω,
νερατζανθέ τσ’ Ανάστασης, και δε σ’ αποχορταίνω!
*
Για τα γλυκιά τα μάθια σου, για το γλυκό σου νάζι,
μαχαίρι έχω στην καρδιά δίκοπο και με σφάζει.
*
Δεν το ’λπιζα, δεν το ’λεγα, μούδε στο νου μου το ’χα,
το ρόδο που καμάρωνα, να βγει βρωμομολόχα!
*
Η κουζουλή μου κεφαλή σπάσιμο θέλει πάλι,
αν στον περυσινό μπελά ξανοίγει να με βάλει.
*
Δυο καναρίνια κάθουνται στη βορεινή λοτζέτα…
Σε ξένα χέρια θα με δεις, τα μάθια σου άνοιξέ τα!
*
Μελαχρινό μου πρόσωπο κι αρχοντικό μου πάσο,
τη νιότη μου δεν τη ψηφώ για σένα να τη χάσω.
*
Έλα, που να σε φέρουνε νύφη στην κάμερά μου
και να σε ξεστολίσουνε τα χέρια τα δικά μου…
*
Δεν μ’ έκαψες με τη φωθιά, ν’ ανάψω και να σβήσω,
μα μ’ έκαψες με το σεβντά και πώς θα νταγιαντήσω.
*
Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά κι αν χαμηλώσει ο κλώνος,
θε να σου φύγει το πουλί και θα σου μείνει ο πόνος.


*
Τα μαύρα κι ανέν τα ’βαλες, δεν τα φορείς για θλίψη,
μόν’ τα φορείς για το σεβντά και για το ζαριφλίκι.
*
Σπίθα μικρή κι αψήφιστη, κρυμμένη στην αιθάλη,
ποιος το ’λπιζε πώς θα γενεί τέθοια φωθιά μεγάλη!
*
Σαν μου τον ήπηρες το νου, πάρε με σκιας και μένα
κι ίντα με θέλει, κουζουλό, η μάνα που μ’ εγέννα;

Β Just Buried trailer

Space Chimps rip

Ίντα το θέλ’ η μάνα σου τη νύχτα το λυχνάρι,
απού ’χει μες στο σπίτι τζη τον ήλιο, το φεγγάρι.
*
Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμούνται,
μόν’ πρέπει να ’ναι ξυπνητά και να γλυκοφιλούνται.
*
Τι να μου κάμει μια καρδιά, ήθελα να ’χα κι άλλη,
να σ’ αγαπώ και με τση δυο και λίγο να ’ναι πάλι.
*
Όσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό τόσα σπαθιά, κερά μου,
αν ίσως και δεν σ’ αγαπώ, να έμπουν στην καρδιά μου.
*
Ως τρέμει το πετρόψαρο, όντε το πιάσει η τράτα,
τρέμει κι εμέ η καρδούλα μου, όντε σε δω στη στράτα.
*
Ν’ αγκάλιαζα τη μέση σου, να φίλουν το λαιμό σου
και να ’σταζε ο ίδρως μου στσι ρώγες τω βυζώ σου!
*
Αν θα πεθάνω και ταφώ, λιώσω και γίνω χώμα,
ως και τα κοκαλάκια μου θα σ’ αγαπούν ακόμα.
*
Ήθελα να ’σουν θάλασσα κι εγώ το περιγιάλι,
τα κύματά σου να ’ρχονται στην εδική μου αγκάλη.
*
Δεντρί κ’ εσύ δεντρί κ’ εγώ, μαζί να φυτευτούμε,
να σμίξουνε οι κλώνοι μας να σφιχταγκαλιαστούμε.
*
Εξήντα μήνες σ’ αγαπώ, γίνονται πέντε χρόνοι;
Μια λεμονιά να φύτευγα, θα ’τρωγα και λεμόνι!
*
Αν παντρευτείς, παντρεύομαι κι αν έτσι μένεις, μένω,
κι αν πας να γίνεις καλογρά – κι εγώ στα ράσα μπαίνω!
*
Ο άντρας δεν είναι ντροπή αν αγαπά και δέκα,
μα ’ναι ντροπή τζη ν’ αγαπά δυο άντρες μια γυναίκα.
*
Το ’να μου χέρι στη φωθιά και τ’ άλλο στο μαχαίρι,
ή θα καώ ή θα σφαγώ, ή θα σε κάμω ταίρι!
*
Είμαι λεβέντης Κρητικός και θα σου πω δυο λέξεις:
προτού το κόψεις το πανί, καλά να το διαλέξεις.
*
Να ’μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι,
όλο το χρόνο πετεινός και κάτης το Γενάρη!
*
Πολλές φωθιές με κυνηγούν, μα μια ’ναι που με καίει,
και μοναχός την ήναψα, άθρωπος δεν μου φταίει.
*
Σαν τηνέ δεις την κοπελιά κι έχει στα πόδια τρίχες,
διαόλους έχει στην κοιλιά και γλώσσα δέκα πήχες.
*
Δεν θέλω ’γώ Παράδεισο και εκκλησά ν’ αγιάσω,
μόν’ θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω.
*
Απού πιστέψει θηλυκού, στα δίμουρά ντου λόγια,
θα του ’ρθουνε πρίκες, καημοί και μαύρα μοιρολόγια.
*
Θωρείς το μουστακάκι μου, που βάνει αρχή και ’δρώνει;
Μια κοπελιά μού το φιλεί και γοργομεγαλώνει.
*
Ποτέ με κοπελιάς σκοινί μην κατεβείς πηγάδι,
όξω και να σου συβαστεί να κατεβείτε ομάδι.
*
Όμορφο είναι τ’ όμορφο, πέντε φορές και δέκα…
Κι απ’ όλα ομορφότερο η φρόνιμη γυναίκα.
*
Όποιος δεν επορπάτηξε τη νύχτα με φεγγάρι
και ταχυνή με τη δροσιά, τον κόσμο δεν εχάρη.
*
Ο Κάτω Κόσμος είν’ κακός, γιατί δεν ξημερώνει,
γιατί δεν κράζει πετεινός, δεν κελαηδεί τ’ αηδόνι.
*
Δώσ’ μου το κόρη το φιλί, δος μου το του καημένου –
και τάξε πως εχάρισες ζωή τ’ αποθαμένου!

Γ A Viking Saga movie full

The Andromeda Strain video

Τι μαντινάδα να σου πω, ψιμυδευτή μου βιόλα,
που ’ναι τα κάλλη σου πολλά και δεν τα βάνει όλα;
*
Η λάμψη του προσώπου σου τη σκοτεινιά μοιράζει,
και βρίνει ο ήλιος περασά κι όπου περάσεις λιάζει.
*
Τ’ άστρο σου δε διαβάζεται, μελαχρινό φιντάνι,
γιατί ’ναι τόσονα ψηλά – και μάτι δεν το φτάνει.
*
Εγώ δεν ήρθα στη ζωή γιατί το θέλαν άλλοι,
μόνο ’ρθα, φως μου, να γενώ στα κάλλη σου χαλάλι.
*
Βιόλα, που σε μεγάλωσα με τω μαθιώ μου δάκρυα,
εγώ επερίμενα αθούς κι εσύ πετάς αγκάθια…
*
Όλα στον κόσμο σάζουνε, μα ένα ’ναι που δε σάζει,
να ’χεις τρεμούλα του σεβντά και γύρω σου να λιάζει.
*
Εγώ ’μαι που κοιμήθηκα ολόγδυμνος στο χιόνι,
γιατί τσ’ αγάπης τη φωθιά έχω και με πυρώνει.
*
Ούτε δεξά ούτε ζερβά ούτε στη μέση κάνω,
στην αγκαλιά σου ας βρεθώ μιαν ώρα – κι ας ’ποθάνω!
*
Κάθε δεσά τσ’ αγάπης μας είναι καλά χτισμένη,
γιατί ’ναι με τα δάκρυα η λάσπη καμωμένη.
*
Στα μάθια δε θαρρεύγομαι, γιατί με ξεγελούνε·
μόνο πιστεύγω τση καρδιάς τα φύλλα, όντε πονούνε.
*
Μια αγάπη κάνει ο καθαείς, που ξεπερνά τσι άλλες,
που δίνει βάσανα πολλά μα και χαρές μεγάλες.
*
Η τύχη δε μ’ αδίκησε που μ’ έφερε κοντά σου,
μ’ αδίκησε που πέρασα τόσο καιρό μακριά σου.
*
Πουλί μου αποδημητικό, την άνοιξη ανιμένω
και, σαν τη γης απού διψά, σ’ έχω λαχταρισμένο.
*
Θε μου, και να ’κανε σεισμό, και να ’μαστε τα δυο μας,
ν’ ανοίξει η γης να καταπιεί κι εμάς και τον καημό μας.
*
Εγώ ’μαι τόσο ευαίσθητος, σαν τσίπα του γαλάτου,
κι άμα τρυπήσει, μ’ έχασες, αθέ του μαλαμάτου.
*
Θα τήνε κόψω την κλωστή, έτσι κι αλλιώς θα σπάσει,
θαρρώ πως είναι πια καλά, κιανείς να σου ξεχάσει.
*
Ανάθεμα τη μοίρα μου, όπου κι αν είναι τώρα,
γιατί δεν τη δυσκόλεψε του χωρισμού την ώρα.
*
Είναι στιγμές που θες δε θες θα-ν έρχομαι στο νου σου,
γιατί ’μουν αγαπητικός του πια καλού καιρού σου.
*
Αφού θα πας απού θα πας, φεγγάρι μου, στα ξένα,
πες τση πως μ’ είδες, οψαργάς, με μάθια δακρυσμένα.
*
Δυο κηπουροί σ’ έναν μπαξέ δεν κάνουνε, κερά μου·
μισεύγω και χαλάλι σου τα μεροκάματά μου.
*
Εγώ τσ’ αγάπης τη δουλειά μ’ αρέσει να την κάνω,
παρόλο που κουράζομαι κι ούτε λεφτά δε βγάνω.
*
Όπως κι αν το ξανοίξομε, δεν είν’ καλά στον Άδη,
γιατί κοιμάσαι κάθ’ αργά χωρίς αγάπης χάδι.
*
Οψάργας, μες στον ύπνο μου ζούσα σε ξένους τόπους,
ω, τα παντέρμα όνειρα, πώς ξεγελούν τσ’ αθρώπους.
*
Τούτη η ζωή ’ναι ψεύτικη – κι όποιος τη νιώσει μόνο,
γλεντά με κάθε ντου χαρά, γλεντά και με τον πόνο.
*
Ο χρόνος φθείρει τσ’ ομορφιές και μ’ έφθειρε κι εμένα,
γιατί συνέπεσε κι εγώ να ’μαι τση φύσης γέννα.

Λεξιλόγιο

Hooligans divx

Αθός (ουσ.), ο ανθός
Ανιμένω (ρ.), περιμένω
Βερεμιάζω (ρ.), χτικιάζω, προσβάλλομαι από φυματίωση
Βρίνω (ρ.), βρίσκω
Δίμουρος (επ.), προσποιητός, υποκριτής
Ζαριφλίκι (ουσ.), χάρη, κομψότητα (το)
Ζεβλώνω (ρ.), λυγάω
Κάτης (ουσ.), ο γάτος
Κουζουλός (επίθ.), τρελός
Λοτζέτα (ουσ.), εξώστης, δώμα (η)
Νταγιαντώ –ίζω (ρ.), υπομένω, υποφέρω
Όξω (επίρ.), εκτός
Όντε (επίρ.), όταν, άμα
Οψάργας (επίρ.), χθες βράδυ
Πια (επίρ), πιο καλά, καλύτερα
Πούρι (επίρ), αλήθεια, άραγε
Πρίκα (ουσ.), η πίκρα
Σάζω (ρ.), φτιάχνω
Σκιας (επίρ.), τουλάχιστον
Συβάζω (ρ.), πείθω
Σω (ρ.), σείω, κουνώ
Τάξε (επίρ.), ακριβώς, πράγματι, ασφαλώς (την ίδια σημασία έχει και το Κρητικό επίρρημα: σάικα)
Ταχυνή (ουσ.), πολύ νωρίς το πρωί
Ψιμυδευτος (επίθ.), στολισμένος

Σχόλια

Η μαντινάδα είναι προφορικό αυτοσχέδιο, δημώδες, ομοιοκατάληκτο δίστιχο –σε δεκαπεντασύλλαβο ο κάθε στίχος– που έχει μεγάλη διάδοση και απήχηση στην Κρήτη και αλλού, στη νησιωτική χώρα κυρίως. Σύμφωνα με μιαν άποψη, η ονομασία της προέρχεται από το ενετικό «matinada», που σημαίνει δειλινό ή βραδινό ερωτικό τραγούδι. Σύμφωνα με μιαν άλλη, ίσως και να προέρχεται από την πανάρχαια Ομηρική λέξη «μάντις»

Το νόημα κάθε δίστιχου είναι αυτοτελές και αξιοθαύμαστη η συμπύκνωσή του σε λίγες λέξεις. Το ουράνιο καιρικό φαινόμενο που προσφέρεται, κάλλιστα, για την παρομοίωση είναι η αστραπή. Οι καλές μαντινάδες αστράφτουν πάντοτε· δεν βροντούν ποτέ ή, αν τύχει, ο ήχος τους είναι συνήθως χαμηλός και υπόκωφος. Η ωραία μαντινάδα δεν κραυγάζει – τηρεί πάντοτε το μέτρο των πραγμάτων, παρά την υπέρβαση που επιχειρεί…
Από μιαν άποψη, μπορούμε να παρομοιάσουμε τις μαντινάδες με τα γιαπωνέζικα χαϊκού, ή άλλα σύντομα ποιητικά σχήματα τής υφηλίου. Το περιεχόμενο τής μαντινάδας ποικίλλει· εξαρτάται πάντοτε από τις περιστάσεις και την προσωπική διάθεση του μαντιναδολόγου, μιας και πρόκειται για τέχνη του παρόντος, πάντοτε! Εδώ και τώρα παίζονται όλα… Το κέρδος ή το χάσιμο δεν έχει σημασία! Μια ριξιά ζαριών είναι… Πιθανόν να καταργεί και την τύχη!
Η στιγμή είναι ο καθοριστικός παράγοντας στη διαμόρφωσή της μαντινάδας – μυστήρια έκλαμψη έκφρασης λόγου ειλικρινούς, αποκαλυπτικού, αληθινού – εκ μυχίων πάντοτε, τα εσώψυχα προσφέρονται αφειδώς και de profundis στη φόρα… Υπάρχουν μαντινάδες ερωτικές, ηρωικές, στοχαστικές, ειρωνικές, αισθηματικές, σατιρικές, άσεμνες, φιλοσοφικές, περιπαικτικές, γνωμικές, ευτράπελες, ευχετικές: η ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις· η τύχη, η μοίρα, ο θάνατος κλπ. Βέβαια, τη μερίδα του λέοντος στη μαντινάδα κατέχει ο έρωτας – η ομορφιά, τα μάτια, ο πόθος, η ζήλια, τα παράπονα, το σμίξιμο, ο χωρισμός, ο πόνος…

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμά της, απαράβατο συστατικό, είναι η χρήση ιδιωματικών λέξεων της Κρητικής ντοπιολαλιάς – χωρίς αυτό δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, όλο και περισσότεροι νεολογισμοί (π.χ. 4Χ4, κινητό κ.ά.) χρησιμοποιούνται στη μαντινάδα· γεγονός που –κατά κανόνα– μειώνει τη χάρη και την απόλαυσή της. Αυτό έχει οδηγήσει και σ’ έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με την ύπαρξη και την εξέλιξη τής μαντινάδας στο μέλλον.
Μήπως αυτή η εντελώς σύντομη και ακριβής μορφή τέχνης του προφορικού λόγου εκλείψει. Ήδη κάποιοι θεωρούν ότι η μαντινάδα πνέει τα λοίσθια… Προσωπικά πιστεύω ότι, παρά τον σταδιακό εκφυλισμό και αλλοίωση της τέχνης αυτής, παρά την έκπτωση που έχει σημειωθεί, όσο υπάρχουν κτηνοτροφικοί και αγροτικοί πληθυσμοί, παρά τον “εκσυγχρονισμό” τους, δεν τίθεται τέτοιο θέμα· έστω κι αν η ωφέλιμη σοδειά είναι μικρότερη σε σύγκριση με το παρελθόν.

Δυο άλλα στοιχεία πρέπει να τονιστούν. Καταρχάς, το γεγονός ότι η μαντινάδα χρησιμοποιεί και αξιοποιεί το μεγάλο “σχολείο” της Φύσης. Οι απλοί άνθρωποι είναι σε άμεση, καθημερινή, σχέση και ανταπόκριση μαζί της· πραγματικά και όχι ρομαντικά. Επόμενο είναι λοιπόν, οι εικόνες, οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, οι αλληγορίες και όλα τα σχετικά λογοτεχνικά σχήματα που –χωρίς περισσότερη γνώση– χρησιμοποιούνται, να αντλούνται από τον απειράριθμο πλούτο του φυσικού περιβάλλοντος – άλλο είδος αειφόρου ανάπτυξης αυτό! Τέλος, εκτός από ακριβής και άμεση τέχνη της στιγμής, η μαντινάδα είναι και τέχνη της υπερβολής, σε διάφορα επίπεδα, προσωπικά και διαπροσωπικά.
Ασφαλώς είναι το μέσο που εκφράζει ιδανικά, αυθόρμητα κι απρόσμενα, τις ιδιαίτερες πτυχές και αποχρώσεις του έντονου Κρητικού ψυχισμού. Γι’ αυτό ακριβώς η μαντινάδα χαρακτηρίζεται από ζωντάνια και σπιρτάδα. Η κοινώς αξιοθαύμαστη μαντινάδα είναι και θέμα κοινωνικού γοήτρου: γάμοι, βαφτίσεις, πανηγύρια, γιορτές, κηδείες· αλλά και τα περίφημα “κοντραρίσματα”, όταν δυο ή περισσότεροι μαντιναδολόγοι συναντηθούν και συναγωνιστούν σ’ ένα γλέντι με τις μαντινάδες τους. Ε, ρε γλέντια! Ας σημειωθεί ότι, αν και η μαντική τέχνη του Κλήδονα είναι κατεξοχήν γυναικεία υπόθεση, η τέχνη της μαντινάδας ανήκει αποκλειστικά στους άντρες – οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν πάντοτε τον κανόνα!

Η ουσιαστική δυναμική της μαντινάδας βρίσκεται όχι στο διάβασμα αλλά στο άκουσμά της, μιας και πρόκειται για αυτοσχέδιο προφορικό ποιητικό λόγο, που διαμορφώνεται σύμφωνα με τις περιστάσεις και τα αισθήματα της στιγμής, διά μέσου μιας σύντομης, εντελώς ακαριαίας, αισθαντικής αναπόλησης του παρελθόντος βίου προσώπου τινός… Ούτις… Ουσιαστικά πρόκειται για πολύ ανθρώπινη και προσωπική τέχνη. Εάν μάλιστα συνοδεύεται και από μουσική, λύρα και λαγούτο, το αποτέλεσμα είναι πολλαπλάσιο. Ουσιαστικά, τη μαντινάδα πρέπει να τη νιώσεις και όχι να προσπαθήσεις να την κατανοήσεις. Πρέπει να αφήσεις το εγώ σου να το πάρει μέσα της και να το χωνέψει βαθιά. Προέχει η αισθαντικότητά της.

Οι πρώτες 25 μαντινάδες είναι πολύ παλιές, προπολεμικές, ανάγονται στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Προέρχονται από τη λαογραφική συλλογή του Κρητικού πεζογράφου Ιωάννη Κονδυλάκη (Βιάννος Κρήτης, 1862 – Ηράκλειο, 1920). Τις συγκέντρωσε, είτε στο διάστημα της τελευταίας επανεγκατάστασής του στην Κρήτη (1918–1920) είτε πολύ νωρίτερα – ίσως από τη νεότητά του, πριν την πολύχρονη εγκατάστασή του στην Αθήνα, δημοσιογραφώντας. Οι δημιουργοί τους είναι ανώνυμοι λαϊκοί άνθρωποι. Πρόκειται για αυθεντικά διαμάντια του είδους.

Οι επόμενες 25 είναι μεταπολεμικές και προέρχονται από μια συλλογή που συγκέντρωσε, από τα ταξίδια του στην Κρήτη από το 1957 και μετά, μετέφρασε στα Αγγλικά –υποψιάζομαι πως εμπλούτισε κιόλας λιγάκι, μιας και μερικές έχουν έντονο το λόγιο στοιχείο– ο Frederick Ragovin. Εκδόθηκε το 1974. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός, ότι η μαντινάδα είναι συγχρόνως και το όχημα μέσω του οποίου αναπαράγονται και μεταφέρονται, από γενιά σε γενιά, ηθικές αξίες, απόψεις, κρίσεις και πεποιθήσεις του Κρητικού ανθρώπου· ασφαλώς αυστηρές, συντηρητικές, πατριαρχικές – αλληλοσυγκρουόμενες κάποιες φορές, κάποτε αντιφατικές και φοβικές προς τις γυναίκες, πάντοτε φαλλοκρατικές.

Οι τελευταίες 25 μαντινάδες ανήκουν στον Αριστείδη Χαιρέτη ή Γυαλάφτη, σύμφωνα με το παρατσούκλι του (προφανώς κάποιος από τους προγόνους του άναβε τις φανάρες στους δρόμους της ιστορικής κωμόπολης), που ζει και βασιλεύει και τ’ Ανώγεια –και όχι μόνο– κυριεύει! Ανάγονται χρονικά στο τελευταίο τέταρτο τού 20ου αιώνα. Πόση σεμνότητα και λεπτή ευαισθησία εκφράζεται, ξοδεμένα λόγια που ρίζωσαν, έπιασαν τόπο, ο σπόρος βλάστησε… Ευχής έργο είναι να τον πετύχεις στον κάτω οικισμό, στον Άη Γιώργη, στο καφενεδάκι απέναντι από το σπίτι–μουσείο του Νίκου Ξυλούρη· να έχει κέφια και, μετά από μερικές ρακές, να σε φιλέψει και να σε κερδίσει με τον αυτοσχέδιο προφορικό ποιητικό λόγο μιας άμεσης τέχνης που, παρά τις αντίξοες συνθήκες, εξακολουθεί να είναι ζωντανή.

Hollywood Hotel movie download

ΥΓ.

Το 1919, Μάρτιο μήνα περί του Ευαγγελισμού, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Κονδυλάκης επισκέφθηκε τις Αρχάνες για πρώτη και τελευταία φορά. Τις επόμενες μέρες έγραψε ένα εξαιρετικό χρονογράφημα για την κωμόπολη, το οποίο δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην τοπική εφημερίδα του Ηρακλείου «Νέα Εφημερίδα», φύλλα 1136 & 1137, 28/29-3-1919. Το τελευταίο μέρος του αναφέρεται σ’ ένα γλέντι, όπου ήταν παρών και ο φημισμένος –γέννημα θρέμμα της κωμόπολης– λυράρης Κοντόχας. Αντιγράφω κάποια αποσπάσματα:

«Το βράδυ βρεθήκαμε σε αποσπερίδα, στην οποία είχε κληθεί ένας από τους πιο έξοχους λυράρηδες της Κρήτης, ο Ιωάννης Βαρδάκης, ο γνωστότερος με το όνομα “Κοντόχας”. Τον γνώριζα από τη φήμη του, αλλά τώρα κατάλαβα ότι είναι πολύ ανώτερος της φήμης του αυτής. Με το δοξάρι του λαλεί η Κρητική καρδιά. Εχόρτασα λύρα, εχόρτασα μαντινάδες, αν είναι δυνατόν. Θα ’πανε πεντακόσες, χωρίς να επαναλάβουν ποτέ την ίδια! Στιχομυθία μεταξύ του λυράρη και μιας Αρχανιωτοπούλας, μιας αισθηματικής ψυχής, σχημάτισε ένα ποταμό ποίησης περιπαθούς και ευθύμου:

Τραγούδιε και να τραγουδώ, να λέμε μαντινάδες…
Πούρι δεν αγοράζουμε, δε δίνουμε παράδες.

Με αυτό το δίστιχο του λυράρη άρχισε η στιχομυθία, την οποία ακολούθησαν πολλές άλλες, συνδεόμενες με έννοια με την τελευταία λέξη. Ο Κοντόχας δεν είναι μόνο έξοχος λυράρης, αλλά και ποιητής, όπως συμβαίνει πάντα με τους καλούς λυράρηδες. Δεν στιχουργεί μόνο πρόχειρα, αλλά κάνει και ωραίους στίχους και συγχρόνως γνωρίζει άπειρους άλλους στίχους. […] Δεν άκουσα μόνο τραγουδιστά δίστιχα, αλλά και απαγγελόμενα με ρυθμική απαγγελία. Ένας που πήρε μέρος στη στιχομυθία τα απάγγελνε. Τα περισσότερα από αυτά ήταν ωραία τόσο, που λυπήθηκα διότι μόνο λίγα κατάφερα να απομνημονεύσω.
Στο τέλος μίλησε με ανθρώπινη λαλιά η λύρα του Κοντόχα. Συνήψε ένα μικρό διάλογο με τον λυράρη. Κατάφερε να αρθρώσει λέξεις και μάλιστα και φράσεις με φωνή υποτραυλίζοντα φωνογράφου. Κι ο περίεργος αυτός διάλογος κλείστηκε με ένα Κρητικό επιφώνημα, το οποίο παλιά λεγότανε “καινούργιο”, αλλά τώρα που πάλιωσε, δεν ξέρω πώς το λένε.»

ΛΕΖΑΝΤΕΣ

1.Αυστηρώς αντρική παρέα σ’ ένα καφενείο των Αρχανών. Μοναδική εξαίρεση μια γυναίκα, η Στελιανή Καπετανάκη, εξαίρετη τραγουδίστρια.
2.Ο Αρχανιώτης Ιωάννης Λυδάκης ή Χριστοφογιάννης και η λύρα του.
3.Γλέντι σε ασβεστοκάμινο σε μιαν εξοχική τοποθεσία των Αρχανών, στον Μυριστή, ο Χαρίτος Αγογλώσσάκης και η παρέα του.
4.Άλλο γλέντι, με τον Χριστοφογιάννη.
5.Ο Ιωάννης Βαρδάκης ή “Κοντόχας”, ξακουστός λυράρης των Αρχανών.
6.Ντίρι ντίρι το ποτήρι…