.!.

Είναι αβάσταχτο να φεύγεις

Τα χέρια σου αγόρι μου
τα ζωντανά σου χέρια
ρίχτα στεφάνια δροσερά
τριγύρω στο λαιμό μου

Κι από τη νύχτα ως την αυγή
σ’ ερωτικά λημέρια
να σου γελάει η νιότη μου
να λάμπει τ’ όνειρο μου

Είναι αβάσταχτο να φεύγεις
σαν δροσούλα κάθε αυγή
φίλα με κι εγώ είμαι φύλλο
ολομόναχο στη γη

Τα μάτια σου αγόρι μου
γιατί τα χαμηλώνεις
γιατί πικροχαμογελάς
λιγνό μου κυπαρίσσι

Τον κόσμο τι τον πολεμάς
και τον καιρό μαλώνεις
και είσαι σαν το ναυαγό
κι εγώ το ερημονήσι

Είναι αβάσταχτο να φεύγεις
σαν δροσούλα κάθε αυγή
φίλα με κι εγώ είμαι φύλλο
ολομόναχο στη γη

Καράβια είμαστε

Παλάτια εμείς θα χτίζουμε στην άμμο
ποιος λογαριάζει κύμα και καιρό
κι αν την καρδιά μας την πατάμε χάμω
εμείς αυτό το λέμε ριζικό
κι αν την καρδιά μας την πατάμε χάμω
εμείς αυτό το λέμε ριζικό

Καράβια είμαστε που ρίχνονται στο κύμα
που ‘χουν στο αίμα τους αλμύρα και σκουριά
για μας ο θάνατος και το μεγάλο κρίμα
είναι να μένουμε δεμένα στη στεριά

Σκορπάμε τη ζωή ερωτευμένοι
το «σ’ αγαπώ» το κάνουμε σκοπό
το τραγουδούν της νύχτας οι χαμένοι
και τ’ όνειρό τους τραύμα είναι νωπό
το τραγουδούν της νύχτας οι χαμένοι
και τ’ όνειρό τους τραύμα είναι νωπό

Καράβια είμαστε που ρίχνονται στο κύμα
που ‘χουν στο αίμα τους αλμύρα και σκουριά
για μας ο θάνατος και το μεγάλο κρίμα
είναι να μένουμε δεμένα στη στεριά (δις)

Ήσουν ωραία

Το πρώτο βράδυ που σε πήρα αγκαλιά
θυμάμαι ήτανε γλυκιά πρωτομαγιά

Κι ήσουν ωραία όταν γελούσες
μοσχοβολούσες σαν πασχαλιά

Το άλλο βράδυ στη ζεστή την αμμουδιά
μου είπες λόγια που με βρήκαν στη καρδιά

Τώρα που πέρασε κι αυτή η Πρωτομαγιά
καινούργια όνειρα σε πήραν μακριά

Τριαντάφυλλο

Είναι κόκκινο σαν αίμα σαν ανοίγει το πρωί,
και δροσούλα δεν τ’ αγγίζει από φόβο μην καεί,
ανοιχτό το μεσημέρι σαν κοράλλι, σαν παιδί,
μες στα τζάμια, μαγεμένος, σκύβει ο ήλιος να το δει,
άσπρο γίνεται, κι είν’ άσπρο, κοχυλάκι του γιαλού,
σαν λιποθυμάει η μέρα στις βιολέτες του νερού.

Κι όταν πια σημάνει η νύχτα, τη φλογέρα τη γλυκιά,
και τ’ αστέρια αλλάξουν δύση στ’ ουρανού την απλωσιά,
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί,
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί,
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί,
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί.

Κουράστηκα μες στη ζωή

Κουράστηκα μες στη ζωή
Να σέρνω τη ζωή μου
Και χάθηκες αγάπη μου
Μαράθηκες ψυχή μου

Το φως κι αν θαʼρθει ξανά στη γη
Κι λάμψει η χαρά μια χαραυγή
Μες στη δική μου την καρδιά
Βαθειά στενάζεις ερημιά

Κουράστηκα μες στη σιωπή
Να σέρνω τη φωνή μου
Μακρύς ο δρόμος και σκληρός
Σκοτώνει την ψυχή μου

Μοιρολόι

Ό,τι καλό του έπρεπε σμύρνα, χρυσός κι ασήμι
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί να δίνει και να δίνει
Κι αντί γι’ αυτό στα δυο γλυκά τα μάτια μαύρο χώμα
για να ρημάξουν οι αυλές να σκοτιστεί το δώμα

Κακός αγέρας και βροχή δέρνει τα μάγουλά μου
κι όσα κλαδάκια φύτεψα τα ρίχνει η πίκρα χάμου
Κι αν σκίσω το μαντήλι μου και δεις το πρόσωπό μου
θα ματωθούν τα σπλάχνα σου απ’ τον βαρύ καημό μου

Ό,τι καλό του έπρεπε σμύρνα, χρυσός κι ασήμι
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί να δίνει και να δίνει
Κι αντί γι’ αυτό στο στήθος του σαλεύει το σκοτάδι
στο στήθος ‘κείνο που ήτανε απέραντο λιβάδι

Αν δεις να κλαίει η άνοιξη

Αν δεις να κλαίει η άνοιξη
κι αν δεις βουνά θλιμένα
τότε χαμένη μου χαρά
κάψε την πίκρα την παλιά
κι έλα ξανά σε μένα

Τα χείλια, μου ματώνουνε
σαν λέω τ΄όνομά σου
μα γίνομαι χρυσή φωτιά
κι είναι λουλούδι η νυχτια
όταν βρεθώ κοντά σου

 

Περισσότερα εδώ: http://akosdaskalopoulos.blogspot.com/