Είναι αβάσταχτο να φεύγεις
Τα χέρια σου αγόρι μου
τα ζωντανά σου χέρια
ρίχτα στεφάνια δροσερά
τριγύρω στο λαιμό μου
Κι από τη νύχτα ως την αυγή
σ’ ερωτικά λημέρια
να σου γελάει η νιότη μου
να λάμπει τ’ όνειρο μου
Είναι αβάσταχτο να φεύγεις
σαν δροσούλα κάθε αυγή
φίλα με κι εγώ είμαι φύλλο
ολομόναχο στη γη
Τα μάτια σου αγόρι μου
γιατί τα χαμηλώνεις
γιατί πικροχαμογελάς
λιγνό μου κυπαρίσσι
Τον κόσμο τι τον πολεμάς
και τον καιρό μαλώνεις
και είσαι σαν το ναυαγό
κι εγώ το ερημονήσι
Είναι αβάσταχτο να φεύγεις
σαν δροσούλα κάθε αυγή
φίλα με κι εγώ είμαι φύλλο
ολομόναχο στη γη
Καράβια είμαστε
Παλάτια εμείς θα χτίζουμε στην άμμο
ποιος λογαριάζει κύμα και καιρό
κι αν την καρδιά μας την πατάμε χάμω
εμείς αυτό το λέμε ριζικό
κι αν την καρδιά μας την πατάμε χάμω
εμείς αυτό το λέμε ριζικό
Καράβια είμαστε που ρίχνονται στο κύμα
που ‘χουν στο αίμα τους αλμύρα και σκουριά
για μας ο θάνατος και το μεγάλο κρίμα
είναι να μένουμε δεμένα στη στεριά
Σκορπάμε τη ζωή ερωτευμένοι
το «σ’ αγαπώ» το κάνουμε σκοπό
το τραγουδούν της νύχτας οι χαμένοι
και τ’ όνειρό τους τραύμα είναι νωπό
το τραγουδούν της νύχτας οι χαμένοι
και τ’ όνειρό τους τραύμα είναι νωπό
Καράβια είμαστε που ρίχνονται στο κύμα
που ‘χουν στο αίμα τους αλμύρα και σκουριά
για μας ο θάνατος και το μεγάλο κρίμα
είναι να μένουμε δεμένα στη στεριά (δις)
Ήσουν ωραία
Το πρώτο βράδυ που σε πήρα αγκαλιά
θυμάμαι ήτανε γλυκιά πρωτομαγιά
Κι ήσουν ωραία όταν γελούσες
μοσχοβολούσες σαν πασχαλιά
Το άλλο βράδυ στη ζεστή την αμμουδιά
μου είπες λόγια που με βρήκαν στη καρδιά
Τώρα που πέρασε κι αυτή η Πρωτομαγιά
καινούργια όνειρα σε πήραν μακριά
Τριαντάφυλλο
Είναι κόκκινο σαν αίμα σαν ανοίγει το πρωί,
και δροσούλα δεν τ’ αγγίζει από φόβο μην καεί,
ανοιχτό το μεσημέρι σαν κοράλλι, σαν παιδί,
μες στα τζάμια, μαγεμένος, σκύβει ο ήλιος να το δει,
άσπρο γίνεται, κι είν’ άσπρο, κοχυλάκι του γιαλού,
σαν λιποθυμάει η μέρα στις βιολέτες του νερού.
Κι όταν πια σημάνει η νύχτα, τη φλογέρα τη γλυκιά,
και τ’ αστέρια αλλάξουν δύση στ’ ουρανού την απλωσιά,
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί,
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί,
πριν τελειώσει το τραγούδι κι ο αγέρας κοιμηθεί,
μέσα στο βαθύ σκοτάδι σιγανά θα μαραθεί.
Κουράστηκα μες στη ζωή
Κουράστηκα μες στη ζωή
Να σέρνω τη ζωή μου
Και χάθηκες αγάπη μου
Μαράθηκες ψυχή μου
Το φως κι αν θαʼρθει ξανά στη γη
Κι λάμψει η χαρά μια χαραυγή
Μες στη δική μου την καρδιά
Βαθειά στενάζεις ερημιά
Κουράστηκα μες στη σιωπή
Να σέρνω τη φωνή μου
Μακρύς ο δρόμος και σκληρός
Σκοτώνει την ψυχή μου
Μοιρολόι
Ό,τι καλό του έπρεπε σμύρνα, χρυσός κι ασήμι
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί να δίνει και να δίνει
Κι αντί γι’ αυτό στα δυο γλυκά τα μάτια μαύρο χώμα
για να ρημάξουν οι αυλές να σκοτιστεί το δώμα
Κακός αγέρας και βροχή δέρνει τα μάγουλά μου
κι όσα κλαδάκια φύτεψα τα ρίχνει η πίκρα χάμου
Κι αν σκίσω το μαντήλι μου και δεις το πρόσωπό μου
θα ματωθούν τα σπλάχνα σου απ’ τον βαρύ καημό μου
Ό,τι καλό του έπρεπε σμύρνα, χρυσός κι ασήμι
κι όπου βρεθεί κι όπου σταθεί να δίνει και να δίνει
Κι αντί γι’ αυτό στο στήθος του σαλεύει το σκοτάδι
στο στήθος ‘κείνο που ήτανε απέραντο λιβάδι
Αν δεις να κλαίει η άνοιξη
Αν δεις να κλαίει η άνοιξη
κι αν δεις βουνά θλιμένα
τότε χαμένη μου χαρά
κάψε την πίκρα την παλιά
κι έλα ξανά σε μένα
Τα χείλια, μου ματώνουνε
σαν λέω τ΄όνομά σου
μα γίνομαι χρυσή φωτιά
κι είναι λουλούδι η νυχτια
όταν βρεθώ κοντά σου
Περισσότερα εδώ: http://akosdaskalopoulos.blogspot.com/











Φώναξέ με, αγάπη, φώναξέ με…
στο νυχτωμένο σπίτι ν’ ακουστεί η φωνή σου
προτού μέσα στη νύχτα να χαθώ
στους λυπημένους κήπους ανατέλλεις.
Φώναξέ με αγάπη, φώναξέ με…
Κράτησέ με, αγάπη, κράτησέ με…
μη μ’ αφήνεις τόσες νύχτες μόνη
στα γέρικα πλατάνια και στις δάφνες
το βράδυ πια δεν αγρυπνά
Κράτησέ με, αγάπη, κράτησέ με…
Σε μουσική Νότη Μαυρουδή και την Αρλέτα σε μια σπαραχτική ερμηνεία, εδώ:
http://www.zshare.net/audio/60273359d3972f80/
“Από νωρίς τ’ απόγευμα κατεβαίναμε στην Πλάκα, συχνά με τον Καρούζο, τρώγαμε, πίναμε και μιλάγαμε με τις ώρες για ποίηση και μουσική. Ύστερα πάντα καταλήγαμε στις Εσπερίδες.
Λεφτά δε λογαριάζαμε. Ποτέ δεν τα ‘χαμε, γι’ αυτό δε μας λείπανε.”
“Πότε πότε, όταν του μιλούσα για το Μάνο (σσ. Λοΐζο) τον έπιανε το παράπονο. Αλλά άλλαζε κουβέντα γρήγορα – σαν τον καιρό, έτσι ήτανε κι αυτός. Τη μια γελαστός, χωρατατζής, την άλλη σοβαρός και θλιμμένος.”
“Ήταν ποιητής ‘μέσα-όξω’, που λένε. Και στο χαρτί και στην ψυχή. Ό,τι ήθελε έκανε, ακόμη κι αν σου ‘σπαγε τα νεύρα. Πολλές φορές που παίζαμε χαρτιά, δεν το ‘χε σε τίποτα ν’ αφήσει την παρτίδα στη μέση για να κατέβει στο καΐκι.”
(Γ.Μ.)
Ό,τι ειλικρινές θα μπορούσαμε να γράψουμε για τα τραγούδια, των οποίων τους στίχους είχε γράψει ο Δασκαλόπουλος, κινδυνεύει αναντίρρητα να πέσει εντός των ορίων του φτηνού συναισθηματισμού.
Είναι δύσκολο να έχεις μεγαλώσει με στίχους και μουσική, πλήρεις υποσχέσεων για μια “μελλοντική ευτυχία”, που, βεβαίως, δεν εκπληρωθήκανε, ενώ τώρα ζούμε το βεβαρυμένο, επί πλέον, κλίμα, από την έλλειψη εκείνων των υποσχέσεων, εκείνων των ελπίδων, που οι στίχοι του Δασκαλόπουλου και η μουσική πολύ συχνά του Πλέσσα είχαν ενσαρκώσει.
Δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε δημοσίως, όμως χάσαμε και απογοητευθήκαμε. Κάποια τραγούδια, ίσως, μπορούν ακόμα να θυμίζουν την “περασμένη αθωότητα”, που έλεγε κι ο ποιητής.
Χωρίς καμμία δυνατότητα διαφυγής. Ούτε και διόρθωσης.
Ας πούμε ότι μερικοί΄συνεχίζουμε ακόμα να ζούμε με τον τρόπο και το ύφος εκείνο.
Ενημερωτικά, αναφέρω ότι το σύνολο των στίχων και ποιημάτων του Άκου μπορείτε να βρείτε στην ανεπίσημη ιστοσελίδα του: http://akosdaskalopoulos.blogspot.com/