`

ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
νʼ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στʼ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σʼ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απʼ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

`

*

ΤΕΛΟΣ

Τελείωσαν οι ωραίες μέρες
τώρα μπροστά μας χαλάσματα
αεροπλάνα σε ωραίους γκρεμούς
στην εντατική οι λέξεις.
Τα σώματα ανάπηρα οδεύουν
μέχρι την εξαΰλωση
το φιλί σου μια παραπλάνηση
κι ο ουρανός σε αποσύνθεση.
Οι δρόμοι σκοντάφτουν στην άβυσσο
ήχοι σιωπής
βλέμματα τρομαγμένα.

Τελείωσαν οι ωραίες νύχτες
τώρα μια μοναξιά μοιράζει τα κομμάτια της
στους άστεγους των σταθμών
αποτσίγαρα γέμισαν οι ράγες
διαφημίσεις για αγορές χρυσού.

Τελείωσαν οι ωραίες μέρες
τελείωσαν κι ωραίες νύχτες
στο βάθος του ορίζοντα ένα κενό.

`

*

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τι είναι τα ποιήματα;
Δυο ανάσες πικρό χαμόγελο
μια ρουφηξιά φτηνού τσιγάρου
μια γάζα στην άκρη του κομοδίνου
για τα μεταμεσονύχτια τραύματα
η φωτογραφία σου στους καθρέφτες τʼ ουρανού
η κραυγή του απελπισμένου ψηλά στο φεγγάρι
μια ψιλή βροχή κι ο ήχος της στο τσίγγινο υπόστεγο
τσέπες άδειες να κρέμονται απʼ το παντελόνι
σαν φτερά λαβωμένων πουλιών
το βρόμικο πουκάμισο στο πανέρι της μνήμης.
Φωτιές και κρότοι κάπου στην άβυσσο
μια υπόγεια ταβέρνα στο τέρμα του δρόμου
σκιές και ψίθυροι, αιτίες κι ενοχές
οι κρυφοί έρωτες μιας φοβισμένης εφηβείας
τα λάθη που ψυχρά μας κοιτάζουν
πίσω απʼ το κουρτινάκι της ύπαρξής μας
ο ξαφνικός θάνατος ενός φίλου
τη στιγμή της απόλυτης ευτυχίας του.

Πότε γράφονται τα ποιήματα;
Όταν στο σύμπαν νικάει η αταξία
κι ο χρόνος παύει να υφίσταται
όταν το πουλί δραπετεύσει απʼ το κλουβί του
όταν η ζωώδης κατάσταση του ενστίκτου
μεταμορφωθεί σε συναίσθημα
όταν η παγωνιά της ψυχής
σπάσει σε τέσσερα κομμάτια
κι απλωθεί στους τέσσερις ορίζοντες
όταν άναρχες λέξεις εισβάλουν στο χαρτί
συντρίβοντας την ευθυγράμμιση
όταν η νύχτα σαρωθεί απʼ τις οσμές της άνοιξης.
Την ώρα του πόνου και της απόγνωσης
ή τη στιγμή μιας ελάχιστης ελπίδας.

Πώς γράφονται τα ποιήματα;
Τα ποιήματα δε γράφονται κατά παραγγελία
ούτε σχεδιάζονται στην οθόνη του υπολογιστή.
Γράφονται με μπογιά και πινέλο
στους τοίχους της εγκατάλειψης
στʼ άδεια παγκάκια του Δεκαπενταύγουστου
στις έρημες κάμαρες λίγο πριν τη χαραυγή.
Τα ποιήματα ούτε καν γράφονται˙
αυτό που διαβάζεις είναι η παραμόρφωση
μιας σκέψης που δεν μπόρεσε ποτέ
νʼ αποτυπωθεί στην ολότητά της
ένα φτερούγισμα ονείρου
λόγια του αέρα
και στίχοι της φωτιάς.
Το ποίημα έγινε καπνός…

`

********************************************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.