ΤΟ ΜΠΆΣΤΑΡΔΟ ΤΟΥ ΙΟΎΔΑ

Η ανάσα μου είναι βοριάς
και ότι αγγίζει το παγώνει.
Η ανάσα μου είναι βοριάς
και ʽγω το μπάσταρδο του Ιούδα.
Γραφτό μου είναι να στέκω βουβός
και να παρατηρώ το σκέλεθρό μου
άβουλο παιγνίδι στο υφαντό της Μοίρας.
Ω!πόσο θα ΄θελα να αδράξω απʼτο λαιμό, εκείνο τον Υιο της Ύβρης!
Πόσο ποθώ να του φτύσω κατάμουτρα εκείνα τα τριάντα αργύρια!
Γιατί εκείνα εινʼη συμφορά μου….
Του Κάϊν η σπορά είμαι εγώ
του αδελφοκτόνου το αίμα, του πρώτου φονιά η σάρκα.
Του Κάϊν το χαμόγελο χαράκωσε τα χείλη μου
από την κούνια ακόμα.
Δάγκωσα τα χείλη μου, προτού να πιώ το μητρικό το γάλα
και γεύτηκα το αίμα μου αλμυρό
σαν υπόσχεση.
Του Ιούδα το μπάσταρδο είμαι και σέρνω το σαρκίο μου
από ελπίδα σε ελπίδα,
σʼαυτό το κοιμητήριο των ελπίδων μου.
Η ανάσα μου είναι βοριάς…
…αντέχουν τα πνευμόνια μου άραγε άλλο;

*

ΣΙΩΠΗ

Γυμνοί ήχοι.
Σιωπή.
Ανούσια αύριο
νεκρά σήμερα.
Σιωπή.
Λόγια που δεν άκουσα.
Λόγια που δεν είπαμε.
Νεκρά αύριο
ανούσια σήμερα.
Σιωπή.
Μονολιθική σιωπή, γρανιτένια.
Πέτρες που ξάσπρισε ο ήλιος
εκεί που κυβερνά η θλίψη.
Χωρίς αύριο.
ούτε καν εκείνο το ανούσιο αύριο.
μόνο σιωπή.

*

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΚΑΙ ΒΑΛΕ

Τα όνειρά μου, αγκάθια στο πλευρό μου.
Τώρα που ο πόνος έγινε αγχόνη.
Ψάχνω τα αύριο που πέταξαν μακριά
κουρελιασμένοι χαρταετοί στου αγέρα την λύσσα.
Κάνει κρύο
και οι πληγές μου πονάνε περισσότερο στο κρύο.
Στο θολό ορίζοντα
αυτοκτονούν οι σκέψεις
πάνω στων ελπίδων μου τα πτώματα.
Νιώθω βαρύς κι ανούσιος
σαν το Σύμπαν που με περιτριγυρίζει.
Καταμεσίς του κόσμου, κι όμως
μοιάζει σαν να στέκομαι στην κορυφή
ενός γυμνού βουνού.
Και φυσάει.
Από τότε που γεννήθηκα, φυσάει.
Το δράμα μου, να αφουγκράζομαι μόνος.
Το δράμα μου, η απόλαυσή μου.
Κι ο λόγος βάσανο.
Κλεισμένος σε ένα νεκρό, παγωμένο κάστρο
από συρματόπλεγμα.
Τέσσερις δεκαετίες και βάλε.
Κι οι μαριονέττες πάντα θα χορεύουν
στου αγέρα την λύσσα.
Ακόμα κι όταν θα έχω φύγει.
Τέσσερις δεκαετίες και βάλε.