Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Ρυουνόσουκε Ακουτάγκαβα, «Βίος και πολιτεία ενός ηλίθιου» (μτφρ.: Αγγελική Κορρέ), εκδ. Κοβάλτιο, 2018

`

ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ, Κουμέ Μάσαο:

Το αφήνω σʼ εσένα νʼ αποφασίσεις πότε και πού θα δημοσιεύσεις αυτό το χειρόγραφο – ή αν θα το δημοσιεύσεις γενικά.
Γνωρίζεις τους περισσότερους απʼ τους ανθρώπους που εμφανίζονται εδώ, αλλά, αν το δημοσιεύσεις, δεν θα ήθελα να προσθέσεις κάποιο σημείωμα όπου θʼ αποκαλύπτεις την ταυτότητά τους.
Βιώνω πια την πιο θλιβερή ευτυχία που μπορεί κανείς να φανταστεί. Και όμως, παραδόξως, δεν μετανιώνω για τίποτα. Λυπάμαι μονάχα όποιον είχε την ατυχία να ζήσει πλάι σε έναν τόσο κακό σύζυγο, τόσο κακό γιο, τόσο κακό πατέρα σαν εμένα. Γιʼ αυτό, λοιπόν, έχε γεια. Δεν προσπάθησα –όχι συνειδητά, τουλάχιστον– νʼ αυτοδικαιωθώ εδώ πέρα.
Κλείνοντας, να πω πως σου εμπιστεύομαι αυτό το χειρόγραφο, επειδή πιστεύω ότι με ξέρεις καλύτερα από κάθε άλλον. Μπορεί να φορώ την προβιά του σοβαρού και του διανοούμενου, αλλά, με αυτό το χειρόγραφο, σου δίνω το ελεύθερο να μου τη βγάλεις και να γελάσεις όσο θες με την ηλιθιότητά μου.

Ακουτάγκαβα Ρυουνόσουκε
20 Ιουνίου 1927

`

1. Η εποχή

Βρισκόταν στον πάνω όροφο ενός βιβλιοπωλείου. Είκοσι χρονών τότε, είχε σκαρφαλώσει στη σκάλα που ήταν στηριγμένη σε μια βιβλιοθήκη κι έψαχνε για φρέσκα δυτικά βιβλία: Μωπασάν, Μπωντλαίρ, Στρίντμπεργκ, Ίψεν, Σω, Τολστόι…
Ο ήλιος είχε δύσει απʼ ώρα, αλλά εκείνος συνέχιζε να ψάχνει στις ράχες των βιβλίων με άσβεστο ζήλο. Δεν είχε απλώς μια σειρά βιβλία στοιχισμένα μπροστά του, αλλά ολόκληρο το fin de siècle. Νίτσε, Βερλαίν, αδερφοί Γκονκούρ, Ντοστογιέφσκι, Χάουπτμαν, Φλωμπέρ…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Γιώργος Αλεξανδρής, «Ποιήματα, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ –Ω ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΩΝΗΣΕΙΣ», εκδ. Απόπειρα, 2018



`

ΣΤΗ ΣΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΩΡΑ

Τότε που οι και­ροί περ­νού­σαν βια­στι­κοί
κι εμείς βγαί­ναμε να λογα­ρια­στούμε μαζί τους
με ανό­θευτα όνειρα και αξό­δευ­τες προσ­δο­κίες,
ξέραμε πως ανη­φο­ρί­ζουμε και δεν προ­λα­βαί­ναμε
ούτε να τους δια­βούμε με τα πρώ­ιμά μας χρό­νια
ούτε και να τους σημα­δέ­ψουμε στις ζεστές πολι­τείες
που ριζώ­ναμε στις μεγά­λες του κόσμου απλωσιές.

Επι­μέ­ναμε όμως, μαζί με τόσους, να πιστεύ­ουμε
πως θα κατα­φέ­ρουμε να τους κρα­τή­σουμε
ως ιερή σύνοψη και ιστο­ρίας επι­ταγή
και να αντι­στε­κό­μα­στε στην ύπο­πτη ανα­κού­φιση
που μας οδη­γούσε η καλό­βολη παρα­δοχή,
πως είναι προ­τι­μό­τερη η δική μας προ­σαρ­μογή
απʼ της ανά­γκης των και­ρών την αλλαγή.

Ακόμη και τώρα που οι και­ροί φεύ­γουν αθό­ρυ­βοι,
κι εμάς μας βαραί­νει της εμπει­ρίας η γνώση
απʼ τις μικρές και μεγά­λες απο­τυ­χίες και δια­ψεύ­σεις,
συνε­χί­ζουμε να διεκ­δι­κούμε και να δημιουρ­γούμε
το δικαί­ωμα στο όνειρο και την ουτο­πία,
εναρ­μο­νί­ζο­ντας της ζωής το σκοπό
με της ψυχής την ελευ­θε­ρία και το χρέος.

Με την κάθε γενιά νʼ αρέ­σκε­ται σε επι­νο­ή­σεις,
νʼ ανα­κα­λύ­πτει πως γεν­νιέ­ται και φεύ­γει νωρίς,
να υπο­κύ­πτει σε μεμ­ψι­μοι­ρίες γιʼ αυτούς που έφυ­γαν
και να υπαι­νίσ­σε­ται γιʼαυτούς που θα έρθουν,
ας συνε­χί­σουμε γεν­ναιό­ψυχα, απλά και χωρίς υπερ­βά­σεις,
να βλέ­πουμε στη γεν­ναιο­δω­ρία της φύσης και της ζωής
πως ήρθαμε και ζούμε στη σωστή και στη δική μας ώρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Δεσποινιάδης, “Ζέλμπα”, Πανοπτικόν, 2017

Άσπλαχνη μνήμη, άδικη

ό,τι ωραίο έζησα λιώνει

σαν να ʽταν χιόνι

κι όλα τα άσχημα εδώ

βουνά αμετακίνητα.

***

Απόψε βρέχει

κάποιοι στον κόσμο

κρυώνουν – όπως πάντα

κλείστε τα όλα

τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο

τον θόρυβο του κόσμου

και διαβάστε

μόνοι,

παντέρημοι

Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο.

Διαβάστε περισσότερα

Αφίξεις

Φανή Χούρσογλου, “Κατόπιν εορτής”, Απόπειρα, 2018


Ανήκεστος μνήμη

Το πέρσι γινόταν πρόπερσι και αντιπρόπερσι και το καράβι απομακρυνόταν και απείχε πια δεκαετίες από το σημείο που το φέτος προσδοκούσε με ανυπομονησία το χρόνο. Και η ζωή κολλούσε το πρόσωπό της στο φινιστρίνι ελπίζοντας πως επέστρεφε εκεί που νόμιζε πως ακόμα κατοικούσε. Στις ξεθωριασμένες φωτογραφίες που δεν τις κοίταζε πια σχεδόν ποτέ. Χαμένοι φίλοι, χαμένα όνειρα, χαμένος χρόνος. Παρτίδες ολόκληρες χαμένες από χέρι. Τόσα κομμάτια είχαν μείνει στα μέρη τα παλιά σαν τα κόκκινα παπούτσια που — αφόρετα — ξεχάστηκαν σε κείνη την ερημική παραλία. Σαν την παρέα που διαλύθηκε από τον έρωτα. Σαν τον έρωτα που διαλύθηκε από τη σύμβαση. Σαν τη σύμβαση που περίμενε να λυθεί από μηχανής. Και σαν τη μηχανή που αγόγγυστα θα τροφοδοτούσε τα ίδια στοιχειωμένα ενθύμια μέχρι να χαλάσει και να αφήσει βλέμματα κενά σε κορμιά ζαρωμένα. Και άλμπουμ με εξώφυλλα φλοράλ και μέσα γλοιώδεις ζελατίνες να αλλοιώνουν τις χημικές επιστρώσεις διαγράφοντας οριστικά τα αζήτητα ίχνη μας.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Κανελλόπουλος, “Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες”, Κίχλη, 2018

Ὁ Τάσης Βασκαντήρας

Στὸν ᾽Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο ΤΑΣΗΣ ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑΣ εἶχε κάνα δυὸ χρόνια ποὺ ἄφησε τὸ δασκαλίκι κι ἔπιασε τὰ ἐμπόρια. Ἔκανε τὸν τρελὸ κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία. Κατάφερε νὰ πάρει καὶ σύνταξη. Γύρισε στὸ χωριὸ κι ἀνέλαβε τὸ ἐμπορικὸ τοῦ πατέρα του, γιατὶ τʼ ἄλλα ἀδέρφια του, ἐκτὸς τοῦ Βασίλα, τοῦ μικροῦ ποὺ εἶχε βγάλει τὸ σχολαρχεῖο, δὲν κατέχαν τὰ γράμματα. Κάτι μῆνες μετὰ ποὺ γύρισε, παντρεύτηκε τὴ Μάρθα τοῦ Μουστοβασίλη. Ἦταν Αὔγουστος τοῦ ʼ27. Κατόπιν, ἔβαλε τʼ ἀδέρφια του στὴ σειρά. Κάνανε ἐμ¬πόριο χοντρικὸ καὶ λιανικό.
Τὸ μονὸ μήνα τὸ καραβάνι –τʼ ἀδέρφια του μαζὶ μὲ τοὺς παραγιούς, γύρω στοὺς δεκαπέντε νοματαίους– θὰ πούλαγε χοντρικὰ καὶ λιανικά. Ὑφάσματα γιὰ τὸ σπίτι: ὀργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ἀκόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα καὶ ἰνδικά, ἐργόχειρα καὶ λινὰ λευκὰ εἴδη, εἴδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Ἀλλὰ καὶ ὑφάσματα γιὰ ροῦχα – ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ τῶν κομποδεμά¬των: κασμίρια ἐγγλέζικα, τσελβόλια καὶ τσίτια. Κι οἱ βαν¬τάκες ἦσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστὲς ντεμισὲ καὶ βελόνες, ψαλίδια καὶ ψαλιδάκια, κι ὅ,τι ἄλλο τράβαγε ἡ ψυχὴ τῆς νοικοκυρᾶς.
Τὸν ἄλλο μήνα, τὸ ζυγό, θὰ εἰσπράττανε. Στὴν εἴσπραξη θὰ πήγαινε ὁ καθένας μόνος του, μὲ δυὸ τρία ζῶα τὸ πολύ, μʼ ἐμπορεύματα γιὰ τὶς γυναῖκες, ψιλολοΐδια. Μπορεῖ νά ʼπαιρνε μαζὶ κι ἕναν παραγιό. Κανόνισε λοιπὸν ὁ Τάσης νὰ γίνεται ἡ πούληση ὡς ἑξῆς: ὁ Νικάκης θὰ εἰσέπραττε ἀπὸ τὶς Ράχες κι ἀπάνου μέχρι τὴ Βέρβιτσα, ὅπως λέγανε τότε τὰ Τρόπαια, ὁ Ἡρακλῆς θά ʼπιανε τὴν Πέρα Μεριά, τὸ Νεμουτιάνικο μέχρι τὴν Πετράδα καὶ τʼ Ἄσπρα Σπίτια, κι ὁ Θοδωράκης τὴν Κάτω Μεριά – Νιχώρι, Τρανὴ Λάκκα, Ντελαλῆ, Μπέλεσι, καὶ στὸ γυρισμὸ τὰ χωριὰ τῆς Ἡραίας. Ἄφησε ἀπέξω τὸν μικρότερο, γιατὶ τὸν ἤθελε κοντά του. Ὁ ἴδιος θὰ κράταγε τὸ κουμάντο – τοὺς παράδες καὶ τὶς παραγγελιές. Καὶ τὶς ἐπαφὲς μὲ τοὺς μεγαλέμπορους στὸν Πύργο καὶ στὴν Πάτρα. Εἶχε καὶ δυὸ ἀδερφές. Τὴ Λούλα, ποὺ τὴν πάντρεψε μὲ τὸν Τσιόγκα στὸν Ξερόκαμπο, καὶ τὴν Ντίνα, ποὺ τὴν ἔστειλε στὴν Ἀμέρικα νὰ παντρευτεῖ ἕνα φίλο του ἀπὸ τοῦ Σπάθαρη.

Διαβάστε περισσότερα