Ὁ Τάσης Βασκαντήρας
Στὸν ᾽Ηλία Λ. Παπαμόσχο
Ο ΤΑΣΗΣ ΒΑΣΚΑΝΤΗΡΑΣ εἶχε κάνα δυὸ χρόνια ποὺ ἄφησε τὸ δασκαλίκι κι ἔπιασε τὰ ἐμπόρια. Ἔκανε τὸν τρελὸ κι ἔφυγε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία. Κατάφερε νὰ πάρει καὶ σύνταξη. Γύρισε στὸ χωριὸ κι ἀνέλαβε τὸ ἐμπορικὸ τοῦ πατέρα του, γιατὶ τʼ ἄλλα ἀδέρφια του, ἐκτὸς τοῦ Βασίλα, τοῦ μικροῦ ποὺ εἶχε βγάλει τὸ σχολαρχεῖο, δὲν κατέχαν τὰ γράμματα. Κάτι μῆνες μετὰ ποὺ γύρισε, παντρεύτηκε τὴ Μάρθα τοῦ Μουστοβασίλη. Ἦταν Αὔγουστος τοῦ ʼ27. Κατόπιν, ἔβαλε τʼ ἀδέρφια του στὴ σειρά. Κάνανε ἐμ¬πόριο χοντρικὸ καὶ λιανικό.
Τὸ μονὸ μήνα τὸ καραβάνι –τʼ ἀδέρφια του μαζὶ μὲ τοὺς παραγιούς, γύρω στοὺς δεκαπέντε νοματαίους– θὰ πούλαγε χοντρικὰ καὶ λιανικά. Ὑφάσματα γιὰ τὸ σπίτι: ὀργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ἀκόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα καὶ ἰνδικά, ἐργόχειρα καὶ λινὰ λευκὰ εἴδη, εἴδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Ἀλλὰ καὶ ὑφάσματα γιὰ ροῦχα – ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ τῶν κομποδεμά¬των: κασμίρια ἐγγλέζικα, τσελβόλια καὶ τσίτια. Κι οἱ βαν¬τάκες ἦσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστὲς ντεμισὲ καὶ βελόνες, ψαλίδια καὶ ψαλιδάκια, κι ὅ,τι ἄλλο τράβαγε ἡ ψυχὴ τῆς νοικοκυρᾶς.
Τὸν ἄλλο μήνα, τὸ ζυγό, θὰ εἰσπράττανε. Στὴν εἴσπραξη θὰ πήγαινε ὁ καθένας μόνος του, μὲ δυὸ τρία ζῶα τὸ πολύ, μʼ ἐμπορεύματα γιὰ τὶς γυναῖκες, ψιλολοΐδια. Μπορεῖ νά ʼπαιρνε μαζὶ κι ἕναν παραγιό. Κανόνισε λοιπὸν ὁ Τάσης νὰ γίνεται ἡ πούληση ὡς ἑξῆς: ὁ Νικάκης θὰ εἰσέπραττε ἀπὸ τὶς Ράχες κι ἀπάνου μέχρι τὴ Βέρβιτσα, ὅπως λέγανε τότε τὰ Τρόπαια, ὁ Ἡρακλῆς θά ʼπιανε τὴν Πέρα Μεριά, τὸ Νεμουτιάνικο μέχρι τὴν Πετράδα καὶ τʼ Ἄσπρα Σπίτια, κι ὁ Θοδωράκης τὴν Κάτω Μεριά – Νιχώρι, Τρανὴ Λάκκα, Ντελαλῆ, Μπέλεσι, καὶ στὸ γυρισμὸ τὰ χωριὰ τῆς Ἡραίας. Ἄφησε ἀπέξω τὸν μικρότερο, γιατὶ τὸν ἤθελε κοντά του. Ὁ ἴδιος θὰ κράταγε τὸ κουμάντο – τοὺς παράδες καὶ τὶς παραγγελιές. Καὶ τὶς ἐπαφὲς μὲ τοὺς μεγαλέμπορους στὸν Πύργο καὶ στὴν Πάτρα. Εἶχε καὶ δυὸ ἀδερφές. Τὴ Λούλα, ποὺ τὴν πάντρεψε μὲ τὸν Τσιόγκα στὸν Ξερόκαμπο, καὶ τὴν Ντίνα, ποὺ τὴν ἔστειλε στὴν Ἀμέρικα νὰ παντρευτεῖ ἕνα φίλο του ἀπὸ τοῦ Σπάθαρη.
Μένανε ὅλοι μαζὶ στὸ σπίτι, στὸ πάνω πάτωμα. Κάτω εἴχανε τὸ μαγαζί, τὰ ἐμπόρια. Ἀπάνω, στὴ μιὰ μεριὰ ἦτανὁ ὀντάς. Ἐκεῖ τρώγανε τὰ μεσημέρια καὶ στὶς γιορτές, σὰν βρίσκονταν ὅλοι μαζεμένοι στὸ χωριό. Στὴν ἄλλη μεριά, τοὺς ἔβαλε ὁ Τάσης καὶ τὸ χωρίσανε μὲ τὶς μισάντρες. Δὲν ἤτανε σωστὸ νὰ κοιμοῦνται οἱ παντρεμένοι μὲ τοὺς ἀνύ¬παντρους. Τότε ἀρχίσαν τὰ προβλήματα. Ἡ γυναίκα του, ἡ Μάρθα, βρῆκε τὸ δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στοῦ πατέρα της, ἔλεγε.
–Βούλωσʼ το, τῆς ἀπαντοῦσε ὁ Τάσης. Βούλωσʼ το, καὶθὰ σὲ φάει τὸ μαῦρο φίδι. Δὲ θέλω ἔχτρες μὲ τʼ ἀδέρφια μου.
Αὐτὴ τίποτα. Ὅλο μουρμούριζε στὰ σιγανά.
Ἀπὸ μέρες ὁ Τάσης εἶχε πιάσει ἕναν καβγὰ μὲ τὸ Νικάκη. Ἤτανε μαλακὸς μὲ τοὺς πελάτες, τοῦ ʼχανε πάρει τὸν ἀέρα. Τοῦ ʼλεγε νὰ μὴ δανείζει, νὰ μὴν ξανοίγεται στὴν πίστωση. Τίποτα ὁ Νικάκης. Ὅλο δικαιολογίες. Ὕστερα, ἔλειπε κι ἕνα πεντακοσάρικο ἀπὸ τὶς εἰσπράξεις πού ʼφερε τὸν περασμένο μήνα. Ἔγραφε στὸ τεφτέρι: τέσσερις χιλιά¬δες ἑφτακόσιες πενήντα δύο δραχμὲς καὶ σαράντα λεπτά. Στὸν πάγκο ὅμως ἄφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμὲς καὶ σαράντα λεπτά. Ὁ Νικάκης ἔλεγε ὅτι εἶχε κάνει λάθος κι ἔγραψε παραπάνω παράδες στὸ τεφτέρι. Ὁ Τάσης ὅμως εἶδε τὸ λογαριασμὸ περασμένον στὸ χαρτί, μὰ ἡ ὑπογραφὴ στὸ πλάι ἦταν δυσανάγνωστη. Τὸν ἔπιανε μὲ τὸ καλό, τὸ γύριζε στὴ φοβέρα, δὲν ἔλεγε νὰ ὁμο¬λογήσει ὁ Νικάκης.
Ὁ λόγος ἦταν μιὰ κρυφὴ ἀγάπη. Ἀγάπαγε ὁ Νικάκης. Ἀγάπαγε τὴ Δέσπω τοῦ Μουσουρούλια, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσε νὰ τὸ πεῖ. Ἡ ὀργὴ τοῦ Τάση θά ʼπεφτε σὰν κεραυνός. Δὲν ταίριαζε νὰ πάρει γυναίκα ἀπὸ φτωχόσογο. Κόρη καλατζῆ ἤτανε ἡ Δέσπω. Μὲ τὰ γανώματα πιάνονταν καὶ τʼ ἀδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειὲς γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, κι αὐτὸ ὄχι πάντα. Καὶ δὲ φτάνει ποὺ ἦταν φτωχιά, εἶχε κι ἄρρωστο τὸ μεγάλο της ἀδερφό, τὸν Ἀναγνώστη – χτικιό, λέγανε. Αὐτὸς ἦταν φίλος γκαρδιακὸς τοῦ Νικάκη, τὸν ἀγαποῦσε πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τʼ ἀδέρφια του. Ἦσαν φίλοι ἀπὸ μικρὰ παιδιά. Ὕστερα τὸν βάρεσε ἡ ἀρρώστια.
Ἤτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Ἀπὸ τὴ θάλασσα ἐρχόν¬τουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ὁ καιρὸς κατὰ τὸ Παναχαϊκὸ καὶ ξεσποῦσε δυνατὴ βροχή. Κάθε μέρα ἔβρεχε, εἶχε λασπώσει ὁ τόπος ὅλος. Ἡ ὑγρασία ἀνυπόφορη, εἶχε βαλθεῖ νὰ σακατέψει τὰ κόκαλα τῶν ἀν¬θρώπων. Ἔριχνε πολὺ νερό. Καλὸ γιὰ τοὺς σποράδες, ποὺ σὲ λίγο θʼ ἀρχίζανε τὴ σπορά. Ἡ βροχὴ σταμάτησε τὴ δουλειά – ἤτανε νὰ φύγει ὁ Νικάκης καταπάνω, γιὰ τὰ χωριὰ γύρω ἀπʼ τὰ Τρόπαια, νὰ εἰσπράξει ἀπʼ τοὺς ἐμπόρους καὶ νὰ πουλήσει τίποτα ψιλολόγια.Κόντευαν Χριστούγεννα κι εἶχαν ἀνάγκη τὰ μετρητά, νʼ ἀγοράσουν ἐμπορεύματα.
Ἦταν ὁ καιρός, ἤτανε κι ὁ Τάσης ποὺ κάθε μέρα τὸν βασάνιζε μὲ τὸ πεντακοσάρικο. Τʼ Ἁι-Δημητριοῦ τὴν ἄλ¬λη μέρα, ὁ Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Ὅλη νύχτα δὲν εἶχε κλείσει μάτι. Ἀχάραγα ἔβαλε φωνὴ κι ἔκανε ἐγερτήριο. Πεταχτήκανε ἀπʼ τὰ στρώματα οἱ παραγιοί, μαζὶ κι ὁ Βασίλας, κι ἄρχισαν νὰ φορτώνουν τὰ ζῶα. Ἤθελε νὰ φύγει πρὶν σηκωθεῖ ὁ Τάσης, μὰ δὲν τὰ κατάφερε. Ὁ Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι εἶδε ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τὶς ἑτοιμασίες.
Κατέβηκε καὶ ρώτησε τὸ Νικάκη:
– Θὰ φύγεις;
– Ναί, Τάση μου.
–Μὴ θὲς νὰ πάρεις καὶ τὸν μικρὸ κοντά;
– Ὄχι, Τάση μου, θὰ τὸ κάνω τὸ κουμάντο, ἀποκρίθηκε ὁ Νικάκης κοιτάζοντάς τον στὰ μάτια.
Τὸν ἀγαποῦσε πολὺ καὶ τὸν σεβότανε τὸ μεγάλο του ἀδερφό.
– Νά, λέω, ἐπειδὴς εἶναι φορτωμένος ὁ καιρός.
–Κράτα τὸ παιδὶ ἐδῶ, νὰ κάνει καμιὰ δουλειά. Θὰ πάω μονάχος μου ἐγώ.
– Καλά, κοίτα νὰ μαζέψεις τίποτα, ἔχω νὰ πάω στὸν Πύργο νὰ φέρω ἐμπόρευμα γιὰ τὶς γιορτές. Μετρητά, ἀκοῦς; Μὴ φέρεις πάλι γουρούνια καὶ κοτερά. Δὲν ἔχουμε ποῦ νὰ τὰ πουλήσουμε.
– Ἐντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.
–Ἔλα νὰ σοῦ εἰπῶ, εἶπε ὁ Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω ἀπὸ τὴ μουριά, νὰ μὴν ἀκοῦνε οἱ γυναῖκες καὶ οἱ παραγιοί.
Τὸ Νικάκη τὸν ζώσανε τὰ φίδια.
– Τὸ πεντακοσάρικο κάπου τό ʼδωκες, τὸ δάνεισες.
– Μά…, ἔκανε ὁ Νικάκης.
– Ἄσε τὰ μὰ καὶ μοῦ. Εἴμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τά ʼχουμεἀνάγκη τὰ λεφτά.
– Νὰ τό ʼβρω ἀπὸ τὴν Πατσουριά, Τάση μου. Σοῦ λέω, δὲν τό ʼδωκα, εἶπε ξαναμμένος ὁ Νικάκης.
–Μὴν ὁρκίζεσαι σὲ μένα, ρέ, τὸν ἀντίκοψε ὁ Τάσης. Ἢ θὰ γενεῖτε ἀθρῶποι ἢ παίρνω τὴ φαμελιά μου καὶ φέγω. Θὰ φέρεις τὸ πεντακοσάρικο τώρα ποὺ θὰ γυρίσεις καὶ τέρμα!
Τὸ μάτι τοῦ Τάση γυάλιζε.
Ἀφοῦ τελειώσανε τὸ φόρτωμα, ρίξανε πάνω ἀπὸ τὶς κασέλες καὶ τὶς βαντάκες κάτι σαΐσματα ἀπὸ σπάρτο, ποὺ δὲν τὰ πέρναγε ἡ βροχὴ νὰ καταστρέψει τὸ ἐμπόρευμα. Τὰ δέσανε προσεχτικά, καὶ κατόπιν ὁ Νικάκης ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ κίνησε μὲ τὰ φορτωμένα ζῶα, δύο ἄλογα κι ἕνα μουλάρι.
– Καλὴ πούληση, Νικάκη, νὰ δώκει ὁ Θεὸς νὰ φέρεις παράδες, ἔλεγαν οἱ παραγιοί.
Οἱ γυναῖκες μὲ τὰ μικρά –ἡ Μάρθα εἶχε δυὸ κι ἡ Θεώνη τοῦ Θοδωράκη τὸ νεογέννητο, τὸ Θανάση– κάνανε τὸ σταυρό τους καὶ σταυρώνανε τὸ Νικάκη. Ὅμως ἡ Μάρθα, φουρκισμένη, ἔβγαλε τὸ φαρμάκι ἀπὸ μέσα της:
– Τί νὰ φέρει, παιδάκι μου; Εὐτοῦνος μονάχα πεσκέσια στοὺς χαραμοφάηδες ξέρει νὰ δίνει…
Πῆρε τὴ δημοσιὰ καὶ στοῦ Κουρσέση τὸ ρέμα ἔκοψε ἀριστερὰ μέσα τὸ λόγγο• ἄρχισε νὰ κατεβαίνει τὸ φαρδὺ μονοπάτι, κατὰ τὸ Τουμπίτσι. Ἀκολουθοῦσε πάντα τὸν ἴδιο δρόμο. Τοῦ ἄρεσε μέσα στὰ πλατάνια νʼ ἀκούει τὰ πουλιὰ νὰ κελαηδᾶνε καὶ τὰ νερὰ νὰ κελαρύζουν. Ἠρέμησε, ἂν καὶ τὰ μάτια του ἦσαν ὑγρὰ ἀκόμη ἀπὸ τὸ κλάμα.
Τὴ διαδρομὴ τὴν ἤξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετὰ τὸ Τουμπίτσι πῆρε τὸ περικοπὸ κατὰ τοῦ Σπάθαρη. Εἶχε μεγάλη ἀνηφόρα μέχρι νʼ ἀνέβει στὴν πλαγιὰ τοῦ Γκούτζιου καὶ νὰ φτάσει στὸ χωριό. Πέρασε κι ἀπʼτοῦ Ντελαλῆ. Ἐρημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τὰ εἶχαν πνίξει τʼ ἀλίσβατα καὶ οἱ ἀντράκλες. Στάθηκε στὸ χωράφι τοῦ μπάρμπα του τοῦ ἀγαπημένου, τοῦ Γιώρη τοῦ Πουλῆ, ποὺ πέθανε τριάντα τριῶν χρονῶν, νὰ ἰδεῖ τὶς ἐλιὲς πού ʼχανε οἱ πρωτοξαδέρφες του, τὰ κορίτσια τοῦ συχωρεμένου. Γιομάτες ἤτανε οἱ εὐλογημένες. Θὰ τὸ μηνύσω τῆς Νικολιᾶς μὲ τὸν ῾Ηρακλῆ, σὰ γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω ἔκοψε ἀριστερὰ καὶ τὸ πῆρε μονορούφι. Βάρεσε τʼ ἄλογο νὰ κάνει γρήγορα, μὴν τόνε πιάσει ἡ βροχή• εἶχε μπροστά του μιὰ ὥρα δρόμο.
Ἐκεῖ στὴ στροφή, Γκορτσιὰ τὸ λέγανε τὸ μέρος, τὸ μονο¬πάτι στένευε κι ἔπαιρνε κλίση ἀπότομη. Τὸ δάσος ἀγρίευε. Πλατάνια αἰωνόβια καὶ ὀξιὲς καὶ σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δὲν ἄφηναν τὸ φῶς νὰ περάσει ἴσαμε κάτω τὴ χαράδρα. Δυσκόλευε ἡ κατάβαση γιὰ τὰ φορτωμένα ζῶα. Ἔβαλε πρῶτα τὸν Τσίλη καὶ μετὰ τὴ μού¬λα. Ὁ ἴδιος πήγαινε τελευταῖος, καβάλα στὸν Καρρά, ἄλογο συνετὸ καὶ μυαλωμένο– εἶχε περάσει μαζί του αὐτὰ τὰ γκρεμνὰ πολλὲς φορές, κάθε ἐποχὴ τοῦ χρόνου.
Κάτω ἔχασκε τὸ ρέμα, βουερὸ καὶ σκοτεινό. Αὐτὸ ἦταν τὸ μέρος ποὺ τὸ ἔλεγαν Πατσουριά. Πολλοὶ εἴχανε πνιγεῖ ἐκεῖ, περνώντας ἀμέριμνοι τὴ στενή του κοίτη σὰν ἔπιανε ξαφνικὴ βροχή. Τέτοιο ἦταν τὸ δέος, πού, ὅταν ὁρκίζονταν οἱ ἄντρες, ἔλεγαν: «Νὰ τό ʼβρω ἀπὸ τὴν Πατσουριά». Κι ὅταν ἤθελαν νὰ καταραστοῦν οἱ γυναῖκες, ἔλεγαν κι αὐτές: «Νά ποὺ νὰ τό ʼβρεις ἀπὸ τὴν Πατσουριά».
Καθὼς κατέβαινε τὸ σκοτεινὸ βάραθρο, ἕνας φόβος φώ¬λιασε στὰ σωθικά του. Καλόπιανε τὰ ζῶα, τοὺς ἔλεγε γλυκόλογα, μὴν ἰδοῦνε ἢ ἀκούσουνε τίποτα καὶ προγκήξουνε. Ἂν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δὲν εἶχε γλιτωμό. Θὰ γινόταν ἕνα μὲ τὰ ἐμπορεύματα καὶ τὰ ζῶα μέσα στὸν γκρεμό.
– Ἄιντε, Τσίλη μου, ἔλα καλῶς τονε. Ἥσυχα, πουλάκια μου, κι ἐγὼ θὰ σᾶς φιλέψω λουκουμάκια σὰ γυρίσουμε πίσω στὸ κονάκι…
Ὅταν κατέβηκε στὸ ρέμα καὶ λίγο πρὶν φτάσει ὁ Τσίλης στὴν κοίτη, τὸν κράτησε. Ξεπέζεψε ἀπʼ τὸν Καρρὰ καί, πατώντας μὲ προσοχὴ στὴν ἄκρια τοῦ μονοπατιοῦ, ἔλυσε τὸν Τσίλη καὶ τοῦ ʼδωσε μιὰ μὲ τὸ χέρι στὸ καπούλι. Σὰν ἄνθρωπος τὸ ζῶο μπῆκε στὸ χείμαρρο καί, μὲ δυνατὸ βῆ¬μα, σηκώνοντας τὰ μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα ἀπὸ τὰ ὁρμητικὰ νερὰ κι ἄρχισε νὰ σκαρφαλώνει τὸ ἀνηφορικὸ μονοπάτι. Ἔπιασε σιγανὴ βροχὴ καὶ τὸ φῶς λιγόστεψε. Ἄστραψε, βρόντηξε καὶ ἡ βροχὴ δυνάμωσε. Ὁ Νικάκης φοβήθηκε κι ἔκανε τὸ σταυρό του. Παναγία μου βόηθα… Κράτησε τὴ μούλα ποὺ ἀλαφιάστηκε.Ἔπρεπε νὰ κάνει γρήγορα, γιατὶ τὸ ρέμα θὰ κατέβαζε πολὺ νερό. Ἔδεσε τὴ μούλα πίσω ἀπὸ τὸν Καρρά, καὶ βάρεσε τʼ ἄλογο ἁπαλὰ μὲ τὴν τριχιὰ στὴν κοιλιά.
– Ἔλα, Καρρά μου, ἔλα, λεβέντη μου, εἶπε καὶ σφύριξε ἕνα σκοπὸ ποὺ ἄρεσε τοῦ ἀλόγου.
Ἐκεῖνο ρίχτηκε μὲ δύναμη στὸ νερό. Ἀπὸ κοντὰ κι ἡ μού¬λα. Τίποτα. Δὲν μπόρεσε νὰ κολλήσει ἀπέναντι. Ἄνθρωπος καὶ ἄλογο γύρισαν πίσω. Ὁ Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικὰ τὶς βαντάκες καὶ τὶς ἄφησε ἀπὸ τὴ μεριὰ ποὺ κατέβηκε.
Ἡ ἀγωνία του μεγάλωνε ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα. Ὁ Καρρὰς πάτησε στὴν ἄκρη καὶ μισανέβηκε. Ἡ μούλα ὅμως δὲν τὰ κατάφερνε καὶ τὸν τράβαγε πίσω. Ἡ βροχὴ δυνάμωνε. Εἶχε πέσει σκοτάδι, ἴσα πού ʼβλεπε. Μιὰ ἡσυχία θανάτου εἶχε ἁπλωθεῖ στὴ χαράδρα. Κι ὁ Νικάκης ὅλο βάραγε τὸ ἄλογο μὲ τὴν τριχιὰ στὰ καπούλια, νὰ κάνει γρήγορα – δὲν ἤθελε πολὺ γιὰ νὰ κατεβάσει τὸ ρέμα.
Μόλις φτάσανε τὰ ζῶα στὴ ρίζα τοῦ γκρεμοῦ καὶ καβα¬λήσανε καταπάνω στὴ ράχη, ἔγινε χαλασμός. Ὁ Νικάκης εἶχε γυρίσει νὰ πάρει τὶς βαντάκες στὴν πλάτη, μὰ δὲν πρό¬λαβε. Μιὰ βουὴ συντάραξε τὸ βαθὺ ρέμα καὶ μιὰ φουσκωμέ¬νη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα καὶ πέ¬τρες, ἦρθε ἀπὸ πάνω μὲ ὁρμή, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ στὴν ἄλλη.
Εἶχαν ἀνοίξει οἱ οὐρανοὶ κι ἄστραφτε ἀσταμάτητα. Χον¬τροὶ κορμοὶ δέντρων χτυποῦσαν μὲ μεγάλη ταχύτητα στὶς κορφὲς τῶν πλατανιῶν, ποὺ τὰ εἶχαν καλύψει τὸ νερὸ κι ἡ λάσπη. Ὁ Νικάκης, ἀλαφιασμένος, δὲν προλάβαινε νʼ ἀκολουθήσει τὰ ζῶα. Προσπάθησε νὰ γυρίσει στὴν πίσω μεριά, μὰ τὸν ἅρπαξε τὸ θολὸ νερό. Τότε ἔβγαλε μιὰ κραυγή:
– Τάσηηη!…
Μετά, τὰ σκέπασε ὅλα, γιὰ πολλὴ ὥρα, ἡ τρομερὴ βουή.
Τὰ ζῶα, σαστισμένα, σὰν νὰ νιώθανε τὴ συμφορὰ ποὺ ξεσποῦσε μέσα στὸ φαράγγι, ἔβαλαν ὅλη τους τὴ δύναμη κι ἀνέβηκαν τὴν ἀπόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν νʼ ἀπομακρυνθοῦν ὅσο γίνεται περισσότερο. Ὅταν ἔφτασαν πάνω στὴ ρά¬χη, ἐκεῖ ποὺ τὸ λένε «στοῦ Τούρκου τʼ Ἀνάθεμα», ἡ βροχὴ ἔκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα τὸ ἕνα πλάι στὸ ἄλλο καὶ φρούμιζαν. Τὰ σαΐσματα ἦσαν δεμένα καλὰ καὶ τὰ ἐμπορεύ¬ματα δὲ βράχηκαν καθόλου. Μόνο ὁ Καρρὰς ἦταν ἀνήσυχος – κοίταζε συνέχεια κατὰ τὸ ρέμα. Τώρα τʼ ἀφεντικό του ταξίδευε κατὰ τὸν Λάδωνα καὶ τὸν Ρουφιά• ἴσως καὶ στὴν Ἀγουλινίτσα. Κι ἀπὸ κεῖ, γιὰ τὶς βραγιὲς τοῦ Παραδείσου… Σὲ λίγο ξαστέρωσε. Ἀκουγόταν μόνο ἡ βουὴ τοῦ νεροῦ, κι ἕνα τετιντὶ ποὺ κελαηδοῦσε τὸ μονότονο τραγούδι του:
Τετιντί, τετιντί,
τʼ ἄλογό μου δὲν μπορεῖ,
δῶσʼ του βρώμη καὶ ταή…
Δυὸ μέρες μετά, θά ʼταν μεσημεράκι, ὥρα ἀνάπαυσης, ἀκούστηκαν ζῶα νὰ σταλιάζουνε κάτω ἀπʼτὴν κρεβάτα τῶν Βασκαντηραίων. Ὁ Βασίλας βγῆκε ξυπόλυτος στὸ μπαλκόνι. Εἶδε τὰ ζῶα νὰ στέκονται καὶ φώναξε:
–Νικάκη, γύρισες;
Ἀπάντηση δὲν πῆρε. Ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στὸ ὑπόστεγο καὶ εἶδε τὰ ζῶα μὲς στὴ λάσπη, κατάλαβε. Ἐν τῷ μεταξύ, σηκωθήκανε κι οἱ ἄλλοι. Ὅλοι κατάλαβαν τί εἶχε συμβεῖ.
– Τό ʼβρε ἀπὸ τὴν Πατσουριά, εἶπε ἡ Θεώνη.
Γύρω ξέσπασε βουβὸς θρῆνος. Μονάχα ἡ Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.
Τὸ Νικάκη τὸν βρῆκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πρὶν τὸ Μπέλεσι. Ἔφτασε ἕνα τηλεγράφημα στὸ χωριὸ ἀπὸ τὴ Διοίκηση Χωροφυλακῆς Πύργου. Πῆγαν στὸ Μπέλεσι ὁ Τάσης μὲ τὸν Ἡρακλῆ καὶ τὸ Θοδωράκη. Εἴχανε βάλει τὸν πνιγμένο μέσα σὲ κάτι λινάτσες καὶ τὸν εἴχανε σὲ μιὰ καλύβα πλάι στὸ κοιμητήρι. Μύριζε. Ἀπὸ τὰ ξεσκισμένα ροῦ¬χα ποὺ τοὺς δείξανε καταλάβανε ὅτι ἦταν ὁ ἀδερφός τους. Πρόσωπο δὲν ὑπῆρχε. Τὸν πήρανε βουβοί, γυρίσανε στὸ χω¬ριὸ καὶ τὸν θάψανε.
Μέχρι τὰ σαράντα τοῦ συχωρεμένου ὁ Τάσης δὲν ἔκλεινε μάτι ὅλη νύχτα. Μόλις ἔκανε νὰ τὸν πάρει ὁ ὕπνος, πεταγό¬ταν καὶ κοίταζε γύρω του μὲ ἀγωνία, σὰν νά ʼψαχνε κάποιον.
– Τί ἔχεις, ἄντρα; τὸν ρωτοῦσε ἡ Μάρθα.
– Τίποτες, τῆς ἔλεγε αὐτὸς καὶ γύριζε τὸ ἄλλο πλευρό.
Τὸ βράδυ πρὶν τὰ σαράντα, κοιμήθηκε ἕναν ὕπνο ἥσυχο, βαθύ. Πλάι του ἡ Μάρθα ξενύχτησε ἀπορημένη. Δὲν τὸ πίστευε ὅτι ἠρέμησε ὁ ἄντρας της. Ὅλο τὸν καιρὸ μετὰ τὸ χαμὸ τοῦ Νικάκη δὲν ἔβγαλε μιλιὰ ἀπὸ τὸ στόμα της, οὔτε γιὰ τὸ πεντακοσάρικο οὔτε γιὰ τʼ ἀδέρφια του. Τὸν κρυφοκοίταζε ποὺ κοιμόταν. Ἐπιτέλους ἡσύχασε, σκεφτόταν.
Τὴν ἄλλη μέρα, πήγανε ὅλοι μαζὶ στὴν ἐκκλησιά. Μὲ τὶς κοφίνες γιομάτες ψωμιά, μὲ τὰ σπυριὰ φτιαγμένα ἀπὸ τὶς γυναῖκες τὴν προηγουμένη. Μόλις σχόλασε ἡ ἐκκλησιά, ὁ Τάσης, πρώτη φορὰ μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀδερφοῦ του, πῆγε στὸ καφενεῖο. Ἦταν ἤρεμος, σὰν νὰ μὴν εἶχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα καὶ τὸ πένθος στὸ μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστὸς ἄρχοντας, ἔκατσε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Εἶχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιὸ πέρα καθόταν ὁ μοίραρχος μὲ τὸ δάσκαλο. Μετὰ ἦρθε κι ὁ παπὰς στὴν παρέα τους.
Ἔπινε τὸν καφέ του καὶ φαινόταν βυθισμένος σὲ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατὰ τοῦ Παλούμπα κι ἔκανε τάχα μου πὼς δὲν ἔδινε σημασία σὲ κανέναν. Κάποια στιγμὴ ἦρθε στὸν καφενὲ ὁ Ἀναγνώστης ὁ Μουσουρούλιας. Ἔπιασε μιὰνἄκρια καὶ παράγγειλε καφέ. Δὲν τὸν εἶχε δεῖ τὸν Τάση. Ἔκα¬τσε ἀπέναντί του, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, κατὰ τὸ ρέμα. Ὁ Τάσης ἔκανε πὼς δὲν τὸν εἶδε, τὸν παρακολουθοῦσε ὅμως μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του. Μόλις ἀραίωσε ὁ κόσμος, πῆ¬γε στὸ τραπέζι του.
– Μουσουρούλια, εἶπε, πάω ἀπέναντι στὸ μαγαζί μου. Ἔλα ποὺ σὲ θέλω νὰ σοῦ εἰπῶ, κι ἔφυγε.
Ὁ Ἀναγνώστης σηκώθηκε καὶ πῆγε στοῦ Βασκαντήρα, στὴν πίσω μεριὰ ποὺ ἔβλεπε κατὰ τὸν Κάμπο. Ἡ μεγάλη πόρτα ἦταν ἀνοιχτή. Μπῆκε μέσα. Ὁ Τάσης στεκόταν πλάι σὲ κάτι σακιά, ἔβαζε πράματα σὲ μιὰ λινάτσα. Μόλις τὸν εἶδε, εἶπε:
– Ἄκου, Ἀναγνώστη, ἐγὼ δὲν κάνω παρέα μὲ τοὺς πεθαμένους. Ὁ ἀδερφός μου ἔφυγε. Μόνος του διάλεξε νὰ κατεβεῖ στὴν Ἀλησμόνα. Δὲν ἦταν ἡ ὥρα γιὰ ταξίδι, δὲν τʼ ἀποφασίσαμε μαζί. Κι ἐγὼ τὸν πόνο μου τὸν ἔσβησα. Θέλω νὰ ζήσω. Σαράντα μέρες τὸν ἔβλεπα κάθε βράδυ στὸν ὕπνο μου καὶ τὸν ρώταγα γιὰ τὸ πεντακοσάρικο. Δὲν ἐμίλαγε. Ἐχτὲς τὸ βράδυ, ὅμως, γονάτισε. Ἦρθε καὶ κάτσαμε ἐδῶ ἀπόξω, στὴν πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», εἶπε. Μοῦμολόγησε ὅτι ἀγάπαγε τὴν ἀδερφή σου, κι ἐσένα κι οὕλη τὴ φαμελιά σου. Ἐγὼ δὲν τὸν ἔκοψα. Ἤξερα θὰ μοῦ ʼλεγε καὶ γιὰ τὸ πεντακοσάρικο.
«Νὰ πᾶς στὸν Ἀναγνώστη νὰ τὸ πάρεις», εἶπε, «εἶναι καλὸς ἄνθρωπος καὶ θὰ σʼτὸ δώκει».
«Θὰ τοῦ τὸ εἰπῶ», εἶπα, «κι ὅσο μπορῶ θὰ τοὺς βοηθάω νὰ ζήσουνε…». Ὁ ἀδερφός μου ἔκλαψε καὶ μοῦ ʼπε «ξαλάφρωσα τώρα». Τὸ κλάμα στʼ ὄνειρο εἶναι καλό, λένε οἱ γυναῖκες. Πάρε αὐτὸ τὸ σακί, σοῦ ʼβαλα λίγα πραματάκιανά ʼχετε. Κι ὅποτε μπορεῖς, νὰ μοῦ φέρεις τὸ πεντακοσάρικο.
Ὁ Ἀναγνώστης ἔχασε τὴ λαλιά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο εἶπε:
– Ποτὲς δὲν ἐλογάριασα νὰ μὴ σʼ τὸ δώκω πίσω, Τάση μου. Ἔχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θὰ σʼ τὸ φέρω.
– Δὲν εἶπα δὲ θὰ τό ʼφερνες. Τὸ ξέρω, εἶσαι τίμιος. Ἀλ¬λὰ ἐγὼ εἶμαι ἔμπορος, δὲν μπόραγα νὰ τὸ κάνω ζάφτι, θέλω νὰ ξέρω τί ἔχω στὴν τσέπη μου. Πάρε τὰ πράματα καὶ σύρε στὴ φαμελιά σου. Καὶ μόλις πουλήσεις τὸ λάδι, φέρε μου πίσω τὰ λεφτά. Ἐγώ, ὅσο ζῶ κι ὅσο μπορῶ, μιὰ φορὰ τὸ μήνα θὰ σοῦ δίνω ἀπὸ τὸ περίσσεμά μου.
Ὁ Ἀναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πῆρε τὸ σα¬κὶ κι ἔφυγε. Ὕστερα, ὁ Τάσης σαμάρωσε τὸν Καρρὰ καὶ τρά¬βηξε πέρα στὰ Σιωματάκια. Ἐκεῖ, στοῦ Γυφτάκου, μπῆκε στὸ χωράφι τοῦ μπάρμπα του, τοῦ Γιώρη τοῦ Πουλῆ• πῆ¬γε στὴν κάτω μεριά, ποὺ ἔβλεπε τὴν Ντοάνα κι ἀπέναντι τὴΝεμούτα. Ἐκεῖ ἤτανε μιὰ ἀριά, ἔκατσε ἀπὸ κάτω σὲ μιὰ πέτρα κι ἔκλαψε ἴσαμε τὸ βράδυ.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε στη Νεμούτα Ηλείας, το 1954. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών «Ιστορία-Αρχαιολογία» και στο Πανεπιστήμιο Babes-Bolyai «Ιστορία και Φιλοσοφία». Δημοσίευσε τις συλλογές ποιημάτων Ομίχλη πέτρινη, Ηριδανός, Αθήνα 1986, Σκυθικές Ερημίες, Κολωνός, Αθήνα 1996, Σιγή Ασυρμάτου, Κολωνός, Αθήνα 2005,Κλίνη Σπόρου Καλή, Οροπέδιο, Αθήνα 2010 και Το Φράγμα της Μνήμης,Οροπέδιο 2017 καθώς και την συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, Κίχλη, Αθήνα 2018. Το 1982 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στη Ρουμανική Λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία»,τχ. 16, Απρίλιος 1982. Το 1984, οργάνωσε και παρουσίασε στο ρουμανικό αναγνωστικό κοινό, την ανθολογία νεοελληνικής ποίησης με το τίτλο «42 Poeţi greci contemporani»,(42 σύγχρονοι έλληνες ποιητές). Το 1996, επιμελήθηκε το θέμα του Πλανόδιου αρ. 24 το αφιερωμένο στο ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky. Από το 2006, εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό Οροπέδιο.










