Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Μάνια Μεζίτη, “Η μαύρη ανάμεσα”, Κύμα, 2018

[βύρωνας]

κοιτώντας την προχτές
μου φάνηκε πως άγιασε
η μάνα μου
έλαμπε στο πρόσωπο
το γέλιο της
τη φώτιζε πλαγίως
καθώς με τύλιγε με το κασκόλ
να μην κρυώσω
έξω απʼ τη σιδερένια πόρτα
του σπιτιού
που μάγκωνα τα χέρια μου
να κλείσει
κερδίζοντας
τα μελανά μου δάχτυλα

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Βισέντε Ουιδόβρο, “Αλταζώρ ο Υψιέραξ ήτοι Πλους αλεξιπτώτου”, Μανδραγόρας, 2018 (μτφρ: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Γεννήθηκα ηλικίας τριάντα τριών ετών, τη μέρα που ξεψύχησε ο Χριστός, γεννήθηκα με ισημερία, κάτω απʼ του καύσωνα τις ορτανσίες και τα αεροπλάνα.
Το βλέμμα μου ήταν απύθμενο, βλέμμα περιστεράς και σήραγγας κι αισθηματία αυτοκινήτου. Κι έκλαιγα με λυγμούς ακροβάτου.
Τυφλός ο πατέρας μου, κι ήταν τα χέρια του πιο θαυμαστά κι από τη νύχτα ακόμα.
Πόσο αγαπώ τη νύχτα, σκούφια πασών των ημερών.
Τη νύχτα, νύχτα της ημέρας, νύχτα της μέρα-παρά-μέρας.
Η μάνα μου μιλούσε με φωνή αυγής κι αεροστάτων έτοιμων να πέσουν. Η κόμη της είχε χρώμα σημαίας, τα μάτια της ήταν γεμάτα πλοία αρόδο.
Κάποιο απομεσήμερο φόρεσα το αλεξίπτωτό μου κι είπα: «Ανάμεσα σʼ ένʼ άστρο και δύο χελιδόνια». Ιδού ο θάνατος που όλο σιμώνει, όπως η γης το αερόστατο που πέφτει.
Η μάνα μου κεντούσε δάκρυα έρημα επάνω στα παρθενικά ουράνια τόξα.
Και τώρα το αλεξίπτωτο που πέφτει από όνειρο σε όνειρο μέσα από τις εσχατιές του χάρου.
Την πρώτη μέρα συνάντησα στο δρόμο μου ένα πουλί πρωτόγνωρο, που μου ʼπε: «Αν ήμουνα καμήλα δε θα δίψαγα. Τι ώρα είναι;» Ήπιε δροσιά από τα μαλλιά μου, μου ʼριξε δυο ματιές ολάκερες και μία μισή κι έφυγε αποχαιρετώντας με με το εξαίσιο μαντήλι του.
Την ίδια μέρα, ώρα δύο, συνάντησα κι ένα ωραίο αεροπλάνο με λέπια και κοχύλια στο κορμί του. Γύρευε μια γωνιά του ουρανού για να προστατευτεί από τη βροχή.
Στο βάθος τα καράβια, όλα αγκυροβολημένα μέσα στο λυκαυγές από μελάνη. Ξαφνικά πήραν ένα-ένα να σαλπάρουν, σέρνοντας σαν παντιέρα στα κατάρτια ράκη από αναμφίβολα χαράματα.
Όταν πια και τα τελευταία έκαναν πανιά, η χαραυγή εξαφανίστηκε κι αυτή πίσω από κάτι παραφουσκωμένα κύματα.
Τότε άκουσα να ομιλεί ο Δημιουργός, ο άνευ ονόματος, ο που δεν είναι παρά μόνο μια τρύπα στο κενό, σαν αφαλός.
«Βούιξα βουητό τρανό, κι αυτό έγινε ωκεανός και του ωκεανού τα κύματα.
»Τούτο το βουητό θα μένει κολλημένο στα κύματα της θάλασσας, κι εκείνα εσαεί κολλημένα επάνω του, όπως τα γραμματόσημα σε ταχυδρομικά δελτία.
»Έπειτα έπλεξα ένα σκοινί από ακτίνες φωτός για να ράψω τις μέρες τη μια με την άλλη· τις μέρες που όλες έχουν τη νόμιμη, ανασυσταθείσα, πλην όμως αδιαμφισβήτητη, ανατολή τους.
»Κατόπιν χάραξα τη γεωγραφία της υδρογείου και τις γραμμές της παλάμης.
»Μετά έπλασα το στόμα και του στόματος τα χείλη για να αιχμαλωτίζουν διφορούμενα χαμόγελα, καθώς επίσης και τα δόντια, για να φρουρούν όσες παλιοκουβέντες τυγχάνει να μας έρχονται στο στόμα.
»Ύστερα ήπια μια γουλιά κονιάκ (ένεκα της υδρογραφίας).

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Πέτρος Σκυθιώτης, «Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς», Θράκα, 2018

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Ο Αλμπέρτο έγραφε πως αυτός που κρύβεται μέσα στις σκιές
είναι κατάσκοπος· αυτός που κρύβει μέσα του σκιές είναι
καλλιτέχνης. Εξαρτάται ποια μορφή κρυφτού του άρεσε από μικρός.
Ποιητή ορίζει τον καλλιτέχνη της κατασκοπίας, αυτόν.
Αναγνώστη ορίζει τον κατάσκοπο του καλλιτέχνη, εμένα.
Οι δύο έννοιες δεν μπορούν να υπάρξουν αυθύπαρκτες· είναι
ένα τάνγκο χωρίς φουστάνι, είναι ένα πρόσωπο χωρίς μόνιτορ.
Γιʼ αυτό και αποφασίσαμε πως δεν μπορεί να υπήρξε ποτέ μια
πρώτη συνάντηση.
Όχι επειδή δεν βοηθάει η μνήμη.
Κυρίως επειδή κρατήσαμε κι οι δύο τις άκρες μιας σιωπής
πάνω στο χαμηλό επίπεδο.


ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΚΑΜΕΡΕΣ

Το αγαπημένο θέμα του Αλμπέρτο ήταν η διοργάνωση ενός
τηλεριάλιτι ποίησης. Ανόητοι, έλεγε, έτσι θα ʽρθει η ανάπτυξη
της ποίησης, έτσι θα την ανοίξουμε στο λαό που θα διψάσει.
Όταν κατάφερε να το οργανώσει, πήρε τη θέση του αρχικριτή
και με επίσημο ύφος ανακοίνωσε στην πρώτη ζωντανή
εκπομπή:
η τηλεόραση, κύριοι, είναι πολύ σοβαρός θεσμός για να
αγνοεί την ποίηση•
κι η ποίηση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να διακορεύεται
από μια κάστα ανθρώπων.
Εγώ, ως παρουσιαστής, πήρα τον λόγο: κύριε Φιλντιτσίνι,
έχετε δει διακορευτή όταν μεγαλώνει να γίνεται παιδάκι;

Ναι, είπε ο Αλμπέρτο, αλλά στον πραγματικό κόσμο.

ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο καθηγητής Θεολογίας Ποιητικών Βίων ήταν διακοσίων
είκοσι δύο ετών· νευρικός με μισό πακέτο τσιγάρα σε κάθε
παράδοση. Ένα σημείο εξακρίβωσης, είπε, ένα σημείο πέρα
από κουβέντες τόσα χρόνια κανείς.
Σήκωσα χέρι. Στο πείραμα ηθικής που πρέπει να εφαρμόσετε
στέκεστε μπροστά στον θάνατο· διαλέγεις και παίρνεις, σας λέει,
ή ανοίγω την πόρτα ή σε στέλνω πίσω να σʼ αφορίσουν.

Αφόρητε νέε, ούρλιαξε ο καθηγητής. Ύστερα σηκώθηκε, με
πλησίασε και είπε απαλά
: πέρα δώθε αμήν, καθίκι.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μάνος Ελευθερίου, «Τα ομοιοκατάληκτα», εκδ. Μεταίχμιο, 2018


`

ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΓΕΡΟΥ ΕΡΗΜΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΑ 1988

Σαν φύλλο τριαντάφυλλου σέρνει το θάνατό του.

Πένθη και λάθη και χαμένες συναντήσεις.

Ο ίδιος φταίει για όλα -ξέρει πια τον εαυτό του-

δεν ξεχωρίζει την ψυχή απ’ τις αισθήσεις.

`

Τον έπνιξαν, τον βρόμισαν των άλλων τα σκουπίδια.

Δεν υπολόγισε, δεν είδε τις αιρέσεις,

πώς λέει κάποιος: «Με τα ψεύδη και με τα στολίδια

ακόμη και να γκρεμιστείς, αρκεί ν’ αρέσεις».

`

Δεν άκουσε τι του ‘λεγε μήτε η διαίσθησή του

και βγήκε παίζοντας μονάχος δύο ρόλους.

Με ανύποπτη την ερημιά σε τέτοιες παρορμήσεις

επόμενο ήταν να στραφεί στους μονολόγους.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Παναγιώτης Χαχής, “Hotel Nada”, Πανοπτικόν, 2018

Στη θηριόμορφη άνοιξη

Κλίνω με τρόμο
Το ρήμα Μάρτιος
Μισός ζώο-Μισός φωνή
Προσπαθώ
Να εξηγήσω
Με τα χέρια
Το σκοτάδι
Τυφλότητα ημίγυμνη
Χορτάρι στην ίσαλο
Έαρ, σημαίνει και αίμα.

Όπου κάμπος
Καμένο χρυσάφι
Χώμα και φως
Αγιογραφία για δυο χέρια
Όλη η βενζίνη του ουρανού
Ανατέλλει μισή
Εμβοή στα δάχτυλα.

Μʼ επικαλούνται
Οι ραφές του ορίζοντα
Ισημερία
Άμμου και
Ουρανού.

Εικονομαχία
Στον άδειο
Καθρέφτη της σάρκας
Και γύρω τάφοι
Ρηχά χαρακώματα.

Σα θεότητα
Αυτό τʼ αγκάθινο
Άρωμα σφηνωμένο στα δόντια.

Διαβάστε περισσότερα