Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Fernando Pessoa, «Βιβλίο της Ανησυχίας», μετφρ.: Μαρία Παπαδήμα, Gutenberg, 2018 (αναθεωρημένη έκδοση)

`

[…] Δὲν ἔκανα τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ὀνειρεύομαι. Αὐτὸ ἦταν, καὶ μόνο αὐτό, τὸ νόημα τῆς ζωῆς μου. Ποτὲ δὲν εἶχα ἄλλη πραγματικὴ ἐνασχόληση πέρα ἀπὸ τὴν ἐσωτερική μου ζωή. Οἱ μεγαλύτερες συμϕορὲς τῆς ζωῆς μου σβήνουν ὅταν ἀνοίγοντας τὸ παράθυρο στὸν δρόμο τοῦ ὀνείρου μου ξεχνῶ τὴ θέα στὴν κίνησή του. Ποτὲ δὲν θέλησα νὰ εἶμαι τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ ὀνειροπόλος. Σὲ ὅποιον μοῦ εἶπε νὰ ζήσω δὲν ἔδωσα ποτὲ σημασία. ᾽Ανῆκα ἀνέκαθεν σ᾽ αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι ὅπου εἶμαι καὶ σ᾽ αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ εἶ μαι. ῞Ο,τι δὲν εἶναι δικό μου, ὅσο ταπεινὸ καὶ νὰ εἶναι, εἶχε πάντα ποίηση γιὰ μένα. Ποτὲ δὲν ἀγάπησα ἄλλο ἀπὸ τὸ τίποτα. Ποτὲ δὲν ἐπιθύμησα ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ ϕανταστῶ. ᾽Απὸ τὴ ζωὴ τίποτε ἄλλο δὲν ζήτησα πέρα ἀπὸ τὸ νὰ περάσει ἀπὸ μέσα μου χωρὶς νὰ τὴν αἰσθανθῶ. ᾽Απὸ τὴν ἀγάπη τὸ μόνο ποὺ ζήτησα ἦταν νὰ μείνει γιὰ πάντα ἕνα ὄνειρο μακρινό. ᾽Απὸ τὰ ἐσωτερικά μου τοπία, ὅλα τους μὴ πραγματι κά, αὐτὸ ποὺ πάντα μὲ εἵλκυε ἦταν τὸ μακρινό, καὶ τὰ τοξωτὰ γεϕύρια ποὺ ἔσβηναν, στὴν ἴδια σχεδὸν ἀπόσταση μὲ τὰ τοπία τῶν ὀνείρων μου, εἶχαν μιὰ γλυκύτητα ὀνείρου σὲ σχέση μὲ ἄλλα μέρη τοῦ τοπίου – μιὰ γλυκύτητα ποὺ μ᾽ ἔκανε νὰ τ᾽ ἀγαπῶ. ῾Η μανία μου νὰ θέλω νὰ δημιουργῶ ἕναν κόσμο ψεύτικο μὲ συνοδεύει ἀκόμα, καὶ μόνο στὸν θάνατό μου θὰ μ᾽ ἐγκαταλείψει. Δὲν τακτοποιῶ σήμερα στὰ συρτάρια μου κουβαρίστρες καὶ πιόνια ἀπὸ σκάκι –ἀπ᾽ ὅπου ξεπροβάλλει ἕνας τρελὸς ἢ ἕνα ἄλογο–, ἀλλὰ λυ πᾶμαι ποὺ δὲν τὸ κάνω… καὶ τακτοποιῶ στὴ ϕαντα σία μου, ἀναπαυτικά, σὰν κάποιος ποὺ τὸν χειμώνα ζεσταίνεται στὸ τζάκι, μορϕὲς ποὺ κατοικοῦν, καὶ εἶ ναι σταθερὲς καὶ ζωντανές, στὴν ἐσωτερική μου ζωή. ῎Εχω ἕναν κόσμο ἀπὸ ϕίλους μέσα μου, μὲ δική τους ζωή, ἀληθινή, καθορισμένη καὶ ἀτελή. Κάποιοι γνωρίζουν δυσκολίες, ἄλλοι ἔχουν μιὰ ζωὴ μποέμικη, γραϕικὴ καὶ ταπεινή. Κάποιοι ἄλλοι εἶναι ἐμπορικοὶ ἀντιπρόσωποι. (Τὸ νὰ μπορῶ νὰ μὲ ὀνειρευτῶ ἐμπορικὸ ἀντιπρόσωπο ὑπῆρξε ἀνέκαθεν μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ϕιλοδοξίες μου – ἀπραγματοποίη τη εὐτυχῶς!) ῎Αλλοι κατοικοῦν σὲ χωριὰ καὶ κεϕαλοχώρια κοντὰ στὰ σύνορα μιᾶς Πορτογαλίας ποὺ ὑπάρχει μέσα μου· ἔρχονται στὴν πόλη κι ἐκεῖ τυχαῖα τοὺς συναντῶ καὶ τοὺς ἀναγνωρίζω, ἀνοίγοντάς τους τὴν ἀγκαλιά μου, μὲ συγκίνηση… Κι ὅταν τὰ ὀνειρεύομαι αὐτά, περπατώντας πάνω-κάτω μέσα στὸ δωμάτιό μου, μιλώντας δυνατά, χειρονομώντας… ὅταν τὰ ὀνειρεύο μαι ὅλα αὐτά, καὶ μὲ ϕαντάζομαι νὰ τοὺς συναντῶ, χαίρομαι ὁλόκληρος, πραγματοποιῶ τὰ ὄνειρά μου, πη δῶ ἀπὸ χαρά, λάμπουν τὰ μάτια μου, ἀνοίγω τὴν ἀγκαλιά μου καὶ νιώθω μιὰ εὐτυχία πελώρια, πραγματική, ἀσύγκριτη. […]

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Θάλεια Ιερωνυμάκη, «Η νεοελληνική ωδή έως το 1880/ Ιστορική διαμόρφωση και θεωρία του είδους», εκδ. Σμίλη, 2018

`

Ανδρέας Κάλβος, Τα ηφαίστεια (αποσπάσματα)

`
α’

Χλωρά, μοσχοβολούντα
νησία του Αιγαίου πελάγους,
ευτυχισμένα χώματα
όπου η χαρά κι η ειρήνη
πάντα εκατοίκουν.

β’

Τι τα θαυμάσια εγίνηκαν
κοράσια σας οπ’ είχαν
ψυχήν σαν φλόγα, χείλη
σαν δροσισμένα ρόδα,
λαιμόν σαν γάλα;

γ’

Στα πλούσια περιβόλια σας
βασιλικός και κρίνοι
ματαίως ανθίζουν· έρημα,
ούτ’ ένα χέρι ευρίσκεται
να τα ποτίζη.

δ’

Τα δάση, τα λαγκάδια σας,
όπου οι φωναί αντιβόουν
των κυνηγών, σιωπώσι·
σκύλοι εκεί τώρα αδέσποτοι
μόνον βαυίζουν.

ε’

Ελεύθερα, αχαλίνωτα
μέσα εις τ’ αμπέλια τρέχουν
τ’ άλογα, και εις την ράχην τους
το πνεύμα των ανέμων
κάθεται μόνον.

`
************************************************************

`
Είδος υψηλό και, σύμφωνα με την ποιητική θεωρία της Αναγέννησης και του Νεοκλασικισμού, σχεδόν ταυτόσημο με τη λυρική ποίηση, η ωδή είναι ιδιαίτερα προσφιλής σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Αν και στη νεοελληνική λογοτεχνία έχει συνδεθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου, ωστόσο, από την εμφάνιση, κατά τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, έως τη διαμόρφωσή της, μεταξύ 1860-1880, προκρίνεται για να εκφράσει ποιητικά την επικαιρότητα: εξυμνεί πρόσωπα και αφηρημένες έννοιες, φιλοδοξεί να διαιωνίσει ιστορικά γεγονότα, πλαισιώνει επετειακές εκδηλώσεις, καλείται ακόμη και να υπερβεί, σε συμβολικό επίπεδο, τον θάνατο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», Κέδρος 2018

Μείον ένα

Τράβηξα τη γη
Για να σκεπαστούμε
Μήπως φορέσουμε απόψε
Αφοπλιστικά κι αναίμακτα
Τις λέξεις που χθες φτύναμε
Σαν κουκούτσια

Μα μην μʼ απαντήσεις βιαστικά
Περίμενε τη σειρά σου
Στην ουρά
Περιμένω απαντήσεις
Από σένα κι από μένα
Ξανά και ξανά

Ως το χθες
Ως το σίγουρο κι απροσδόκητο
-1 του ασανσέρ
Υπόγειο αορίστως
Κι εντόκως με θυμό
(Ποια λογική νοικιάστηκε
Από τη φαντασία μου απόψε;)

Μα δεν θέλω η λάσπη
Να ζυμώσει τα κορμιά μας
Γεμίζοντας με μείον ένα αύριο
Ρίζες λωτών και μύθων

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Τζιουζέππε Ουνγκαρέττι, Ποιήματα, Διαπολιτισμός, 2017 (μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς)


ΦΑΝΤΑΡΟΙ
(Δάσος του Κουρτόν, Ιούλιος 1918)

Σαν
τα φθινοπωρινά
φύλλα
στα δέντρα.

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
(1925)

Έρωτα, νεαρό μου σύμβολο
Γύρισες για να μαλαματώσεις τη γη
Διασκορπισμένος στην βραχώδη μέρα
Είναι η τελευταία φορά που κοιτάω
(στης αμπολής το βάθος, πλούσιας σε ορμητικά νερά και πένθιμης σε κόλπους) τη φωτεινή γραμμή
Που σαν την τρυγόνα που θρηνεί
Χτυπιέται ξεχασμένη πάνω στο χορτάρι.

Αγάπη, λαμπερή σωτηρία,
Με βαραίνουν τα χρόνια που θα ʼρθουν.

Το πιστό ραβδί θα αφήσω
Στα σκοτεινά νερά
Και θα ξεγλιστρήσω δίχως λύπη.

Θάνατε, ξερό ποτάμι…
Θάνατε, αχάριστε αδερφέ,
Ίδιον με το όνειρο θες να με κάνεις
Φιλώντας με.

Το βήμα σου θα πάρω,
Και θα πηγαίνω δίχως νʼ αφήνω ίχνη.

Θα μου δώσεις την ακίνητη καρδιά
Ενός θεού, θα είμαι αγνός
Δεν θα ʼχω πια ούτε σκέψεις ούτε
καλοσύνη.

Με το μυαλό σφραγισμένο
Με τα μάτια πεσμένα στη λήθη
Θα οδηγώ την ευτυχία.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Διονύσιος Σολωμός, «Κανείς ποτέ δεν το ʼμαθε, κανείς δεν θα το μάθει: Ιταλικό πεζό σχεδίασμα» , εκδ. poema, 2018

`

(Εισαγωγή, μετφρ, σχόλια: Βασίλης Ρούβαλης- επίμετρο: Στέφανος Ροζάνης)

`

Το συγκεκριμένο ιταλικό σχεδίασμα (ΑΕ 553-554) υπάρχει μόνον σʼ αυτή την πεζή μορφή του και δεν στιχουργήθηκε στα ελληνικά από τον ποιητή. Χρονολογείται δε γύρω στα 1846 και φυλάσσεται στην Ακαδημία Αθηνών σε δύο χειρόγραφα, τα οποία φέρουν διορθώσεις, σύγχρονες όσο και μεταγενέστερες. Μάλιστα, αποτελεί το μοναδικό σολωμικό κείμενο με εμφανές ερωτικό πρόσημο. Η θεϊκή φιγούρα, καλυμμένη με βέλο, εμφανίζεται στο όνειρο του αφηγητή· στην υπερβατική συνάντησή τους (θεοφάνεια) εκείνος εκφράζει την απορία για την τύχη της νεκρής αγαπημένης του. Εγκωμιάζει το αντικείμενο του έρωτά του, δηλώνει την ψυχική βάσανο και τη διαρκή αγωνία του, ώσπου η μέχρι τότε σιωπηλή μορφή τού αποκαλύπτει την πραγματική ταυτότητά της: είναι η ίδια η γυναίκα, «δοξασμένη και γελαστή».
[…]
Με την υπάρχουσα μετέωρη συνθήκη τού μη τιτλοφορημένου πρωτότυπου κειμένου από τους προηγούμενους μεταφραστές του (Η γυναίκα με το μαγνάδι, Η σκεπασμένη γυναίκα, Η σκεπασμένη μορφή, Η γυναίκα με το βέλο, Η μορφή με το πέπλο), δίνεται η δυνατότητα μιας ακόμη επιλογής, την οποία προτείνω ελκυστικά εδώ: Κανείς ποτέ δεν το ʼμαθε, κανείς δεν θα το μάθει…

`

Απόσπασμα από  την Εισαγωγή

Διαβάστε περισσότερα