Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Η Μαρία Μανωλοπούλου μιλά για το βιβλίο της «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie» [εκδ. 24γράμματα, 2026]

Η νουβέλα «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie» γράφτηκε με αφορμή την επιστροφή σε μια ημερομηνία που ενώ φαινομενικά ανήκει στη σφαίρα της δημόσιας είδησης, λειτούργησε ως κατεξοχήν ιδιωτικό γεγονός: 11 Ιανουαρίου 2016, η μέρα της είδησης του θανάτου του David Bowie. Εκείνη η στιγμή δεν καταγράφηκε απλώς η απώλεια ενός καλλιτέχνη· βιώθηκε ως ασυνέχεια στον χρόνο, που οδήγησε στο ερώτημα πώς εγγράφεται η τέχνη στη ζωή και, τελικά, τι σημαίνει να χάνει κανείς κάτι που ποτέ δεν του ανήκε.

Το έργο γεννήθηκε από την ανάγκη κατανόησης της μετουσίωσης της αισθητικής εμπειρίας σε υπαρξιακό γεγονός. Δεν αποτέλεσε φόρο τιμής ούτε βιογραφική αντανάκλαση· αντιστάθηκε συνειδητά τον δρόμο της αγιογραφίας. Κεντρική είναι η ιδέα ότι το μουσικό σύμπαν του Bowie δεν λειτουργεί μόνο στη μνήμη ή στην αναφορά, αλλά προσφέρει έναν τρόπο βίωσης του χρόνου διαφορετικά, έναν ρυθμό που διαρρηγνύει τη γραμμικότητα και επιτρέπει την ταυτόχρονη συνύπαρξη παρελθόντος και παρόντος. Αυτή η διάρρηξη αντανακλά την ίδια την αμφισημία και τη ρευστότητα της προσωπικότητας του ειδώλου, ενός καλλιτέχνη που αρνήθηκε τη στατική ταυτότητα και τις βεβαιότητες.

Η Άβα και ο Φοίβος σχεδιάστηκαν ως φορείς εμπειρίας, δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας φθοράς, παρά ως παραδοσιακοί χαρακτήρες. Η Άβα κουβαλά το βάρος της τελειότητας, της πειθαρχίας, της έκθεσης, μια φυλακή από φως που την απομάκρυνε από την ουσία της ύπαρξης. Το σώμα και η φωνή της υπήρξαν εργαλεία τέχνης, αλλά και πεδία εξάντλησης, ειδικά μετά το σημείο μηδέν της ζωής της, τον θάνατο του πιο αγαπημένου της προσώπου. Ο Φοίβος κινείται στην περιοχή της διάλυσης, ένας Major Tom σε ελεύθερη πτώση, μια ύπαρξη που γνώρισε τη λάμψη δίχως να κατορθώσει να τη συγκρατήσει, καταλήγοντας αόρατος στα υπόγεια του Μάντσεστερ. Ανάμεσά τους δεν αναπτύσσεται μια αφήγηση ενός έρωτα με όρους πληρότητας, αλλά μια συνάντηση μέσα στην έλλειψη, που ξεκίνησε μέσα στον παλμό του κλαμπ Amnesia στην Ίμπιζα.

Η τριήμερη παύση που αποφασίζουν, με αφορμή τον θάνατο του Bowie, αποτέλεσε τον πυρήνα της αφήγησης, εκεί όπου ο χρόνος μοιάζει να αναστέλλεται. Οι πόλεις και οι διαδρομές επιστρέφουν θραυσματικά, συγκροτώντας ένα παλίμψηστο εμπειρίας που διατρέχει ψυχικά τοπία, από την Αθήνα, το Λονδίνο και το Παρίσι μέχρι το Ζερμάτ, την Ίμπιζα και τη Νέα Υόρκη.

Η μουσική του Bowie λειτούργησε δομικά στη γραφή, επιβάλλοντας μια λυρική οικονομία. Στόχος ήταν να μεταφερθεί στη γλώσσα μια διάρκεια παρόμοια μ’ εκείνη ενός τραγουδιού: μια ενότητα που αρχίζει, κορυφώνεται και σβήνει, αφήνοντας ένα ίχνος. Η αφήγηση ακολουθεί αυτόν τον ρυθμό, κινείται ανάμεσα στο ελάχιστο και στο απολύτως αναγκαίο, προσεγγίζοντας το ανείπωτο μέσα από μικρές, καθημερινές κινήσεις: το στρίψιμο ενός τσιγάρου, το βλέμμα από ένα παράθυρο.

Παράλληλα, το βιβλίο συνομιλεί με τη φθορά, ισορροπώντας ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η νιτσεϊκή κατάφαση· το απόλυτο «ναι» στη ζωή ακριβώς επειδή περιλαμβάνει το χάος και το τραγικό τέλος. Η αφήγηση κατοικεί εκεί όπου το φως της δημόσιας εικόνας σβήνει και δίνει τη θέση του στην ιδιωτική οδύνη. Στον αντίποδα αυτής της σκληρής αυτάρκειας , εισβάλλει η διδασκαλία του Χριστού περί αγάπης και θαύματος. Η σχέση της Άβας και του Φοίβου, που αψήφησε κάθε πρόβλεψη, περιγράφεται ως ένα βιολογικό θαύμα· μια πνευματική σύνδεση που λειτούργησε τελικά ως η μόνη δυνατή παράταση χρόνου. Η απόφαση της Άβας να αναβάλει την ευθανασία στο Άμστερνταμ αποτελεί μια πράξη amor fati πνευματικής αλληλεγγύης προς το Blackstar του Bowie, και μια ύστατη χειρονομία αγάπης.

Εν κατακλείδι, το έργο αποτυπώνει την εμπειρία των ηρώων που στέκονται απέναντι στο αναπόφευκτο και επιμένουν να αισθάνονται. Αυτό που απομένει είναι η ένταση της στιγμής, η επιλογή να χαμογελούν «με αίμα στα χείλη», να της δίνουν βάρος, μορφή και ρυθμό, να την καθιστούν, έστω και για λίγο, κατοικήσιμη, όσο διαρκεί ένα τραγούδι.

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δήμητρα Φιλιπποπούλου, «Τετράδιο Επικοινωνίας- Ποιητικό Ημερολόγιο Σχολικής Ζωής» εκδ. Φυλάτος, 2024

Νέα εγγραφή

 

Μπορείς να με αγαπήσεις

κυρία;

Όταν στο σπίτι δεν έχει φαΐ και η γιαγιά κρύβεται γιατί ο παππούς

είναι πιωμένος

Όταν τα ρούχα μου μυρίζουνε, εσύ

μπορείς να με αγαπήσεις;

 

Όταν τα άλλα τα παιδιά με βρίζουνε κι εγώ τα κλοτσάω

στο διάλειμμα

Όταν η τσάντα μου είναι τρύπια και μέσα δεν έχει χαρτί και

μολύβι

Όταν δεν κάθομαι καλά

στην καρέκλα, κι όταν δεν έρχομαι σκολείο,

να μ’ αγαπήσεις μπορείς;

 

Η αβερφή μου τράκαρε με τον άντρα της και είναι

στην εντατική.

Το παιδί που κουβαλάει στην κοιλιά της θα ήθελα να γεννηθεί.

Έκανε χρόνια να πιάσει παιδί

μετά αφού την κλέψανε,

ξέρεις.

Το αγάπαγε το σκολείο η αβερφή μου.

 

Να σε βοηθήσω με τα βιβλία, κυρία;

Αυτή η ζωγραφιά είναι για σένα.

Θα μ’ αγαπήσεις;

 

Αν δεν μπορείς, τουλάχιστον αυτό:

Θα πεις την ιστορία μου στον κόσμο;

 

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Μιχάλης Κατσιγιάννης, «Κοινωνιόλεκτος», Ιδιωτική έκδοση, 2026

 

Κίτρινη φωτογραφία

Κίτρινη φωτογραφία. Σαν κάτι να ήθελε να πει και να μη μπορούσε. Σαν κάτι να ήθελα εγώ να πω και να μη μπορούσα. Ενώ προχωρώ μέσα ή βλέπω την κίτρινη φωτογραφία, σαν κάποιος να μη μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν μπορεί να ελέγξει το βάθος που μέσα του σιωπά ή που τον έβαλαν μέσα σ’ αυτό να σιωπά. Στην κίτρινη φωτογραφία που τίποτα μέσα σ’ αυτή δεν είναι κίτρινο κι όλα μίζερα λυγίζουν με τρόπο αρνητικό μπροστά στη ζέστη που έρχεται μετά τον καύσωνα.

 

*

Ένας άνθρωπος

Προχωρά με διαύγεια και σθένος ένας άνθρωπος, έχει μεγάλη σημασία αυτό, με τα χέρια κάθετα, ακίνητα κι ενωμένα πάνω του. Το ένα εσώρουχο το φορά εκεί που λένε ότι είναι η σωστή θέση και το άλλο εσώρουχο το φορά στο κεφάλι. Κράτα στο δεξί του χέρι ένα κοντάρι σκούπας κόκκινο και σκουριασμένο από τον καιρό. Προχωρά ένας άνθρωπος μέσα στο πλήθος. Διασχίζει χώρους και πολιτισμούς παρά πολλούς. Δεν γνωρίζει την κατάφαση, δεν γνωρίζει τη μετάλλαξη, δεν γνωρίζει ούτε τη θετικότητα. Μόνο προχωρά κι αισθάνεται όλο το κύρος του κόσμου, και καλώς, να τον πλημμυρίζει.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ανεμοδαρμένα Ύψη», 2026 σε σκηνοθεσία Έμεραλντ Φένελ (γράφει ο Ελισσαίος Βγενόπουλος)

Έρωτας χωρίς έλεος

 

Το σκοτεινό μυθιστόρημα της Μπροντέ για τον έρωτα ως καταστροφή, την ταξική βία και την εμμονή, όπου η φύση και οι άνθρωποι συγκρούονται αδιάκοπα, υπό δοκιμασία.

Τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στην κινηματογραφική μεταφορά από την Έμεραλντ Φένελ (“Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα”, “Saltburn”) επιχειρούν κάτι φιλόδοξο, να επανασυστήσει μια από τις πιο σκοτεινές και παρεξηγημένες ιστορίες αγάπης της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύγχρονο κοινό, όχι ως απλό ρομαντικό δράμα εποχής, αλλά ως μια ωμή, σχεδόν εμμονική τραγωδία παθών. Η ταινία δεν ενδιαφέρεται να εξωραΐσει τον μύθο, αντίθετα, βουτά βαθιά στην καρδιά της ιστορίας της Κάθριν Έρνσοου (Ρόμπι) και του Χίθκλιφ (Ελόρντι), αποκαλύπτοντας την αγάπη τους ως μια δύναμη καταστροφική, αλληλένδετη με την κοινωνική βία, την ταξική ανισότητα και την προσωπική εκδίκηση.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στα ανεμοδαρμένα υψίπεδα του δυτικού Γιόρκσαϊρ, έναν τόπο που λειτουργεί, βέβαια, όχι απλώς ως φόντο αλλά ως αντανάκλαση των εσωτερικών συγκρούσεων των ηρώων. Εκεί, στο απομονωμένο σπίτι των Έρνσοου, καταφθάνει ο Χίθκλιφ, ένα ορφανό παιδί άγνωστης καταγωγής, το οποίο υιοθετεί ο πατέρας της Κάθριν. Από την πρώτη τους συνάντηση, η σχέση των δύο παιδιών ορίζεται από μια σχεδόν άγρια οικειότητα. Μεγαλώνουν μαζί, αψηφώντας κοινωνικούς κανόνες, βρίσκοντας καταφύγιο ο ένας στον άλλον, σε έναν δεσμό που μοιάζει περισσότερο με κοινή ταυτότητα παρά με απλό έρωτα.

Καθώς όμως ενηλικιώνονται, η κοινωνική πραγματικότητα παρεμβαίνει βίαια. Ο Χίθκλιφ παραμένει ένας ξένος, υποβαθμισμένος, στόχος περιφρόνησης και κακοποίησης, ενώ η Κάθριν καλείται να επιλέξει έναν δρόμο που υπόσχεται ασφάλεια και κοινωνική άνοδο. Η απόφασή της να παντρευτεί τον Έντγκαρ Λίντον δεν παρουσιάζεται ως προδοσία από αγάπη, αλλά ως πράξη αυτοσυντήρησης. Η Φένελ δίνει έμφαση στο εσωτερικό ρήγμα της Κάθριν, αγαπά τον Χίθκλιφ με τρόπο απόλυτο, σχεδόν μεταφυσικό, αλλά γνωρίζει πως η ένωση μαζί του θα σήμαινε κοινωνική και προσωπική καταστροφή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Αφίξεις

H Κατερίνα Μαγγανά μιλά για το βιβλίο της «Μικροί θρίαμβοι» [εκδ. Αρμός, 2026]

 

 

Μικροί Θρίαμβοι πάνω σε βαθιές πληγές

 

Είμαι ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια. Μέρος της δουλειάς μου είναι να ακούω ανθρώπινες ιστορίες, να ακούω σιωπές, να προτείνω συναισθηματικές ποιότητες σε σωματικές δράσεις και σωματοποιήσεις. Να φτιάχνω κι εγώ αφηγήσεις από όλα όσα έρχονται στο νου μου από τις δικές μου μνήμες ακούγοντας τις ιστορίες που απευθύνονται σε εμένα. Όλοι μας έχουμε ψυχικές γνώσεις και νοηματοδοτήσεις εντός μας που ενώ μας είναι γνωστές δεν ξέρουμε ακόμα πως να τις σκεφτούμε, χρειαζόμαστε κάτι έξω από εμάς για να ξεκινήσουμε να αποκτούμε αυτή τη γνώση.

Άρχισα να σκέφτομαι ένα βιβλίο για ιστορίες αμίλητες που βαθαίνουν τα τραύματα κι εκείνα περνούν από γενιά σε γενιά, σιωπηλά και λιγάκι ύπουλα, ακούγοντας έναν ηλικιωμένο κύριο στις συνεδρίες μας. Μετανάστης, πολύ καιρό πια στην Ελλάδα, είχε χάσει πριν μερικά χρόνια τη σύντροφο της ζωής του. Μιλούσε για τα παλιά και τα καινούργια, για την απώλειά του και το κενό μέσα και γύρω του. Για τη φτώχεια των παιδικών χρόνων, κακουχίες, ασθένειες, άλλες απώλειες, τον δρόμο της μετανάστευσης, σκληρές όψεις της ζωής του. Μαλάκωνε όμως συχνά, μιλούσε και για τις άλλες όψεις, τις ωραίες, τις πιο φωτεινές, τις πιο λιβιδινικές, όπως θα τις ονομάζαμε ψυχαναλυτικά. Που και που, αφού έμενε σιωπηλός κάποιες στιγμές, έλεγε κουνώντας το κεφάλι: «Δόξα τω Θεώ, καλά περάσαμε». Θα μπορούσε να είναι μια μορφή ψυχικής άμυνας απέναντι στον πόνο που βίωνε. Όμως μέσα μου δεν αντηχούσε έτσι. Σταδιακά καταλάβαινα ότι το εννοούσε. Νιώθω ευγνωμοσύνη που συναντηθήκαμε.  

Ο ψυχαναλυτής Γεράσιμος Στεφανάτος έλεγε πως  αυτό που προσπαθούμε διαρκώς μέσω της γλώσσας της γραφής, τόσο οι ψυχαναλυτές όσο και οι συγγραφείς, είναι  να μετασχηματίσουμε την απώλεια σε απουσία. Ομιλία και γραφή είναι συγγενείς που φτιάχνουν μια απουσία μέσα από την απώλεια. Μια απουσία που μπορούμε πια να χειριστούμε με γόνιμους τρόπους, να συνεχίσει η ζωή να έχει νόημα, να μπορούμε να ξαναβρίσκουμε χαρά. Σκέφτομαι ότι ο θεραπευόμενός μου ακούμπησε σε δικές μου ιστορίες απωλειών, παλαιών, επικείμενων και προσφάτως συντελεσμένων εκείνη την περίοδο. Πως πίσω από το προφανές κεντρικό θέμα της μετάδοσης τραυματικών αμίλητων βιωμάτων στους επόμενους μέσα σε μια οικογενειακή σειρά, υπήρχε η λανθάνουσα βαθιά επιθυμία να λάμψουν οι πληγές στο φως της ημέρας και να ολοκληρωθούν αποχαιρετισμοί. Δύσκολα πράγματα. Να αποχαιρετήσω και να πενθήσω σημαίνει να αποδεχθώ ότι έχω απωλέσει κάτι. Ωραία τα σκεφτόμαστε, στην πράξη είναι τα ζόρια.

Εξού και το βιβλίο γραφόταν και διαγραφόταν διότι δεν με έπειθε αυτό που έβλεπα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω όπως στα προηγούμενα. Τώρα κάτι ήταν αλλιώς. Άλλαξα λοιπόν όλη τη δομή, το υλικό με πήγε στην αφήγηση μιας ιστορίας αντί για την αναλυτική ματιά πάνω της. Έτσι όμως έπρεπε να χτίσω περισσότερες ιστορίες. Να συναντηθούν, να συνομιλούν, να αποχαιρετιούνται προηγούμενοι και επόμενοι στον οικογενειακό ιστό. Πεδίο ολοκαίνουργιο και απολύτως τρομακτικό ώρες – ώρες για μένα. Τυχαία διάβασα μια συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου για το βιβλίο του και κράτησα μια φράση: «Μην ξεχνάτε ότι γράφω σημαίνει κυρίως βγαίνω γυμνός». Τη σημείωσα στο τετραδιάκι μου.   

Διαβάστε περισσότερα