Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Α. Ι. Νεζής, «Προγονικά», εκδ. Ενδυμίων, 2020 [e-book]

Ερωτικό

Η συγκίνηση
είναι θεραπεία
για τον πονοκέφαλο της εξουσίας
Πεπτωκότες
με φτυάρια και άλλα εργαλεία
Κι ένα μπογαλάκι στον ώμο
ντομάτα και ψωμί
Υπολείμματα λέξεων

Τα μέλη μας βρίσκονται
σε γραμμές επεξεργασίας
Λίγο μακρύτερα
μια μάνα μπουκώνει το στόμα του παιδιού της
με όνειρα

Εδώ
που ο καθένας
σβήνει μόνος

Διαβρώνουν τα ωραία μας πρωινά
ξένα σώματα
Κι εσύ επιμένεις
στην πραγματικότητα

−Δόξα τω θεώ
να έχουμε και αύριο ψωμί
Τουλάχιστον αυτό

[ Ανήκουμε στη φιλεύσπλαχνη άβυσσο
και είναι το ποίημα το τελευταίο φιλί που θα δώσουμε ]

Επιστρέφοντας στην καθημερινότητα
εσύ στρώνεις το τραπέζι
κι εγώ τρώω στο πάτωμα
Βλέποντάς σε
να πεθαίνεις
επάνω σε σταυρό
ή σε κρεβάτι

Εντέλει
υπερτερεί των πάντων η φθορά

Φυσικών φαινομένων
Προσώπων
Ιδεών
Και σκέψεων

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Μάνος Ελευθερίου, «Μαλαματένια λόγια / Αυτοβιογραφική αφήγηση» (καταγραφή- επιμέλεια: Σπύρος Αραβανής – Ηρακλής Οικονόμου), εκδ. Μεταίχμιο, 2021

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Πρέπει να ήμουν πολυ μικρος. Μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο πρέπει να ήταν η μάνα του πατέρα μου. Φορούσε μακρύ καφέ φόρεμα. Τη θυμάμαι μέχρι το στήθος, το πρόσωπό της καθόλου. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Είναι η πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου. Όπως και η παρουσία του δεύτερου συζύγου της προγιαγιάς μου. Ήταν ψηλός, μάλλον, με παχιά μουστάκια. Καθόμαστε σε έναν τεράστιο κύλινδρο, μια μυλόπετρα. Όταν πήγα στη Σύρα ύστερα από χρόνια, την ξαναβρήκα. Σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν έξω από το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη.

[…] Τον Οκτώβρη του 1953 έγραψα το πρώτο μου ποίημα, ήταν για τη Σύρο, ομοιοκατάληκτο. Στην εβδόμη γυμνασίου άρχισα να γράφω και ελεύθερο στίχο. Τα θέματα ήταν ερωτικά και κοινωνικά. Από μια στιγμή και πέρα δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Θυμάμαι ότι έφευγα από το σχολείο και πήγαινα σπίτι μου για να γράψω το ίδιο ποίημα εκατό φορές. Είχα ανακαλύψει πώς να γράφω το ίδιο πράγμα με διαφορετικούς τρόπους, κάτι που μου έμεινε σε όλη μου τη ζωή. Αλλάζοντας τη σειρά των λέξεων μπορούσα να λέω το ίδιο πράγμα αλλιώς. Πέρασαν τριάντα σαράντα χρόνια και βρήκα αυτό που λέει ο Καβάφης σε ένα αποκηρυγμένο του ποίημα: «Τα ίδια πράγματα, αλλιώς λέγοντάς τα, με άλλον τρόπο». Στην εφηβική μου ηλικία κοίταζα να κάνω πράγματα που ήταν εύηχα, που έκαναν εντύπωση. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό δεν πιάνει. Την ίδια εποχή πήγα και γνώρισα τον Άγγελο Τερζάκη, που ήταν διευθυντής του δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου. Του έδειξα τα ποιήματά μου και του άρεσαν. Με άφησε να παρακολουθώ μαθήματα στη Δραματική Σχολή και πήγαινα κάθε απόγευμα, την περίοδο 1954-56.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Έλενα Λυμπεροπούλου, «Υποταγή λυρισμού», εκδ. Ενδυμίων, 2021 [e-book]

Τα δάχτυλά σου κόμποι σα γαρύφαλλα.
Έκλαψα πολύ τότε.
Με τα γαρύφαλλα.
Μια φορά θυμάμαι,
είχε πέσει ένα γαρύφαλλο στο
ουίσκι μου, τυχαία,
και εγώ συνέχιζα να το πίνω.
Ήταν στο μπάσο ο Σάκης,
είχα βουτήξει με τα ρούχα στη
θάλασσα για αυτόν. Το φεγγάρι
σχημάτιζε μια θάλασσα, εγώ εκείνον,
η ταχύτητα είχε την δική της αδράνεια.
Όλα ήταν σωστά στο πλήθος
όπου νερό και λουλούδι
σαν εραστές όλοι ακολουθούσαμε
σαν μεγάλες λευκές γραμμές ή
γκουρμέ καβούρια πνιγμένα στο ουίσκι.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Κώστας Γουλιάμος, “Υγρό γυαλί”, εκδ. Gutenberg, 2020

Νύχτες του Αuschwitz

Τι έκαναν εκείνη τη νύχτα
και την άλλη μέρα
και την άλλη νύχτα
και κάθε νύχτα
πού κρύβεσαι Hannah
πώς έσβησε το φως σου Miriam
και το σώμα σου που δεν ακούω
και οι καρποί της σελήνης
που φύτεψαν τα μάτια σου
τ΄αδιόρατα μάτια σου
στο χάος της φωτιάς
πώς έσβησαν στη λάσπη του χιονιού
πώς χάθηκε το βλέμμα σου
στο σκοτεινό καθρέφτη των άστρων
τι έκαναν εκείνο το βράδυ
και κάθε βράδι
εκείνο το πρωινό
και κάθε πρωινό
βγήκαν στον ουρανό οι ψυχές
και τα μωρά ουρλιάζουν
στην απέραντη κοιλάδα
δεν υπάρχει ουρανός
μόνο κατασχεμένα δαχτυλίδια
και άγριο χιόνι
και τα μαλλιά σου
τα μαλλιά σου μπορούν και μιλάνε
έχουν φωνή τα μαλλιά σου
και φως και αέρα
και ο αέρας μιλά
πνίγεται λαχανιασμένος
στη φωτιά

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Δήμητρα Κουβάτα, «Καθαρό Οινόπνευμα», εκδ. Μανδραγόρας, 2020

 

 

ΟΣΜΑΝΤΑΚΑ ΛΑΖΑΡΟΣ

 

Και τάχα γλίστρησαν μέσα στον θάλαμο

από τους τοίχους

τα όργανα.

 

Και παραμέρισες, λέει, τον βράχο

με τις διαγνώσεις, τα καλώδια.

Κι αργά-αργά σηκώθηκες

να δείξεις τα πατήματα

χάριν της λεβεντιάς

της αξιοπρέπειας ένεκα.

 

Και να μυρίζει κρύο αέρα κι έλατο.

Και να βαράει ο γύφτος το βιολί

μα κουρνιαχτός να μη σηκώνεται.

 

Και να κερνάς, λέει, τα όργανα

και όπα κι έστα στο διηνεκές

σε όλα τα πλάτη και τα μήκη

του περασμένου χρόνου.

 

Μετά, έβαλες πάλι το αριστερό

πλάι στο δεξί σκαρπίνι

ξάπλωσες λέει, στην εντατική

για τον υπόλοιπο επιθανάτιο ρόγχο.

Διαβάστε περισσότερα